Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

ΤA ΓEΓONOTA ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ.
(ΕΙΔΙΚΟΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ1821 ΚΑΙ TΩN ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ, ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΤΙΝΑΞΗ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΖΥΓΟΥ)

ΜΕΡΟΣ 1ον

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Kάθε χρόνο, στις 25 Μαρτίου, την ημέρα εορτασμού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου γίνεται στην Ελλάδα, την Κύπρο και σε κέντρα του Ελληνισμού της διασποράς, ο Εθνικός εορτασμός της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Η ημέρα αυτή είναι επίσημη αργία στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Η 25η Μαρτίου 1821, είχε οριστεί από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη, ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής Επαναστάσεως στην Πελοπόννησον, κατά του Οθωμανικού ζυγού, «ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους». Έκτοτε η ημερομηνία αυτή, απετέλεσε σημείο αναφοράς από τις πρώτες ημέρες της Επαναστάσεως, και θεωρήθηκε ως έναρξη του Εθνικού Επαναστατικού αγώνος, τόσον σε περιοχές της Πελοποννήσου που είχαν επαναστατήσει νωρίτερα, όπως, Καλάβρυτα, Πάτραι, Καλαμάτα, κλπ., όσον και σε υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδος που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν την παραπάνω ιστορική ημερομηνία.
Το 1822, στην Κόρινθο, που ήταν τότε έδρα της προσωρινής κυβερνήσεως, εωρτάστηκε η επέτειος της Επαναστάσεως μαζί με το Πάσχα (2 Απριλίου, παλαιόν. ημερολόγιον). Ο εορτασμός έγινε με στρατιωτική πομπή, πανηγυρική δοξολογία και κανονιοβολισμούς, όπως περιγράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck, που παρακολούθησε τις εορταστικές εκδηλώσεις (Mitteilungen aus dem Tagebuch des Philhellenen C.T. Striebeck, Nach dem Manuscript Von Fr. Lindes, Hanover, 1828).
Η 25η Μαρτίου λογίστηκε ως αρχή της Εθνικής Επαναστάσεως σε δικαστικό έγγραφο της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος του 1823, όπου το «Επαρχικόν Κριτήριον Τριπολιτζάς» (είδος δικαστικού οργάνου), αναφέρει ότι «η αποστασία ηκολούθησε εις τας 25 Μαρτίου».
Πρώτος ο Παναγιώτης Σούτσος πρότεινε το 1834, την καθιέρωση εορτασμού της Ελληνικής Επαναστάσεως την 25η Μαρτίου, αναφέροντας ότι ήταν η μέρα γενικεύσεως της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο και Αναγεννήσεως της Ελλάδας, σε υπόμνημα το οποίον ο Ιωάννης Κωλέττης υπέβαλε στον Όθωνα, ως πρόταση σχεδίου νόμου. Το έγγραφο του Κωλέττη, τότε Υπουργού Εσωτερικών, έχει ημερομηνία 22 Ιαν./2 Φεβρ. 1835 και επρότεινε στον Βασιλέα την θέσπιση εορτασμών με πανελλήνιους αγώνες παρόμοιους με αυτούς της αρχαίας Ελλάδος.
Το 1836 η 25η Μαρτίου σε συνδυασμό με τα Καλάβρυτα και τον Π. Πατρών Γερμανό, τιμήθηκε με χάλκινο μετάλλιο που κόπηκε με την ευκαιρία του γάμου του βασιλέως Όθωνος και της Αμαλίας. Σ' αυτό εικονίζεται η θρυλική σκηνή, με τον Γερμανό να κρατά υψωμένη σημαία και σταυρό και δύο ένοπλους αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Φέρει την επιγραφή «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Παλαιά Διαθήκη, EΞOΔOΣ, 15/2). Η άλλη όψη του μεταλλίου εικονίζει τον Γερμανό.
Ο εορτασμός «εἰς τὸ διηνεκὲς» της Επαναστάσεως την 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 της Κυβερνήσεως Όθωνος και συγκεκριμένα του Γεωργίου Γλαράκη, γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Ο πρώτος εορτασμός στην Αθήνα όπου συμμετείχαν ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πλήθος λαού, έγινε στον Ναό της Αγίας Ειρήνης. Ο Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών θεμελιώθηκε την 25 Δεκ. 1842 και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου για να τιμηθεί η 25η Μαρτίου 1821.
Το 1839, ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η 25η Μαρτίου ήταν ημέρα «ρητή και εμφυτευμένη εις τας καρδίας των Πελοποννησίων κτλ. ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως».
Μετά την επίσημη καθιέρωση του εορτασμού, και ιδίως το 1841, έγινε προσπάθεια οικειοποιήσεως της επετείου από την αντιπολιτευόμενη αντι-οθωνική μερίδα, με ιδιωτικούς εορτασμούς στους οποίους προβαλλόταν ιδιαίτερα η μορφή του Κοραή (ΣΣ: Τι βλασφημία !!! Η προβολή του σκοταδιστού και ολετήρος του Έθνους Κοραή, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά δημόσια δήλωση υποταγής του ξενόδουλου Κωλέττη, στο Σύστημα).1
.Η Εθνική εορτή συνέχισε να είναι αντικείμενο κομματικών και τοπικιστικών αντιπαραθέσεων. Ιδιαίτερες αντιδράσεις προκάλεσε το 1846 και 1847 η απόφαση του αλήστου μνήμης πρωθυπουργού Κωλέττη για την πραγματοποίηση επίσημης τελετής, στον τάφο του Ρουμελιώτη/Ρωμηού οπλαρχηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη στο Φάληρο, καθώς θεωρήθηκε ότι οδηγούσε σε ταύτιση της Επαναστάσεως με ένα πρόσωπο.
Αγνόησε ο Κωλέττης, σκοπίμως καθ’ ημάς, ότι ο Καραϊσκάκης θεωρούσε τον Κολοκοτρώνη ως ίνδαλμά του και το παν για την Ελλάδα. Συνεπώς εάν ο Κωλέττης ήθελε να ταυτίσει την Επανάσταση με ένα ιστορικό-ηρωϊκό πρόσωπο, αυτό θα έπρεπε να ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και όχι ο Καραϊσκάκης !!!
Όχι για λόγους πατριωτισμού ή άλλους, αφού και ο Καραϊσκάκης ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές και αληθινούς Ήρωες Ρωμηούς/ Έλληνες της Επαναστάσεως, αλλά διότι ο Κολοκοτρώνης ήταν ο αναγνωρισμένος από ΟΛΟΥΣ ως αρχηγός, και προσωπικώς από τον ίδιον τον Καραϊσκάκη και ο αδιαφιλονίκητος ΠΡΩΤΟΣ μεταξύ των Ηρώων του Πανθέου της Επαναστάσεως!
«Αν η Επανάσταση του Εικοσιένα συνέβαινε εις τους μακρυνούς καιρούς κατά τους οποίους τα μεγάλα γεγονότα και αι θαυμασταί ανθρώπιναι πράξεις εδίδοντο από τους επικούς ποιητάς, τους επέχοντας θέσιν ιστορικών, το έπος αυτό θα έπαιρνε το όνομα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη» (Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος).
«…Δια τους άλλους στρατηγούς, όχι μόνον τους Πελοποννησίους, αλλά και πέραν του Ισθμού, ο Κολοκοτρώνης ήτο η κορυφή. Ο Γέρος. Ο σεβαστός και ο άφθαστος……Και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τον θεωρούσε ως το παν. Ως προς την γνώμην τούτου ο επιζήσας του αγώνος μέχρι του τέλους σχεδόν του 19ου αιώνος λοχαγός της φάλαγγος Δρόσος Κόκκινος από την Άμφισσαν, αφηγείται την ακόλουθον αφήγησιν:
Ήμην εις την σκηνήν του Καραϊσκάκη και υπηρέτουν αυτόν συντρώγοντα μετά του Γενναίου-του υιού του Θ. Κολοκοτρώνη- ότε ήκουσα τον εξής διάλογον:
-Γενναίε, του λέγει ο Καραϊσκάκης, να μου κάνης την χάριν να μην εκτίθεσαι εις τας μάχας.
-Συ γιατί εκτίθεσαι; του λέγει ο Γενναίος.
-Μην παρατηρείς εμέ, του απήντησε ο Καραϊσκάκης. Αν πας εσύ, πάει η Ελλάς, ενώ αν πάω εγώ, δεν παθαίνει τιποτα η Ελλάς.
-Και πως το λέγεις αυτό; Τον ερώτησε ο Γενναίος.
-Έτσι το λέω και έτσι είναι, απήντησε ο Καραϊσκάκης. Αν πας εσύ, πάει ο Γέρος. Και αν πάει ο Γέρος πάει η Ελλάς, ενώ σαν εμένα έχει και άλλους το Έθνος….».2
Σ’ αυτούς τους ήρωες οφείλει η Ελλάς την Ελευθερία της …Στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Νικηταρά, τον Ανδρούτσο, τον Πλαπούτα, τον Διάκο, τον Παπαφλέσσα, την Μπουμπουλίνα, την Μαντώ Μαυρογένους, κ.α γνωστές και άγνωστες Ελληνίδες, τους ιεράρχες και ρασοφόρους αγωνιστές και εθνομάρτυρες (Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, κ.α) και χιλιάδες άλλους γνωστούς και αγνώστους πολεμιστές.
ΟΛΟΙ εκείνοι οι ηρωϊκοί Ρωμηοί/Έλληνες και Ρωμηές/Ελληνίδες, επέτυχαν το 1821, το ανθρωπίνως ακατόρθωτο, διότι αγωνίσθηκαν υπέρ Βωμών και Εστιών, υπό την σκέπην της Θεοτόκου, υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, και όπως οι ίδιοι διετράνωναν με στεντορείαν φωνήν:
«για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερίαν»…..             
1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 βρήκε την Πάτρα (τας Παλαιάς Πάτρας, όπως ονομάζονταν την εποχή εκείνη),3 πρωτεύουσα της Αχαΐας, να είναι μια αναπτυγμένη πόλη, με μητρόπολη, αξιόλογο εμπορικό λιμένα, με κατ’ εξοχήν ελληνικό πληθυσμό, μεταξύ  του οποίου αρκετοί Έλληνες Επτανήσιοι, σχετικώς λίγους Οθωμανούς και ελάχιστους Αλβανούς/Σκιπετάρους (τους επονομαζομένους «Τουρκαλβανούς»).
Καθώς πλησίαζε η 25η Μαρτίου 1821, οπότε σύμφωνα με το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας θα ξεκινούσε η επανάσταση, άρχισαν σταδιακά διάφορα επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών. Λίγες μέρες πριν την 25η Μαρτίου, έγινε ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων της Πάτρας και άρχισε η πολιορκία του κάστρου της πόλεως, το οποίον ήταν και ένας από τους σημαντικώτερους στρατηγικούς στόχους των επαναστατών.
Λόγω κακής οργανώσεως, ελλείψεως ενιαίας ηγεσίας και επαρκούς οπλισμού, χαλαρής πειθαρχίας, αλλά κυρίως λόγω της στενής συνεργασίας του Άγγλου προξένου με τους Οθωμανούς, η εξέγερση κατεστάλη τον επόμενο μήνα. Έτσι δεν έγινε δυνατό να κυριευθεί το κάστρο των Πατρών, παρά μόνο προς το τέλος της Επαναστάσεως, το 1828, αφού η πόλη γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τις αλλεπάλληλες μάχες και η ευρύτερη περιοχή, είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από τον αιματηρό εμφύλιο μεταξύ των Ελλήνων (1823-1825).4
Η Πελοπόννησος ήταν το πλέον παραγωγικό κέντρο κατηχήσεων και μυήσεων στην Επανάσταση με αποτέλεσμα να αποβεί ο κύριος χώρος στρατολογήσεως Φιλικών.  Στην Πελοπόννησο μυήθηκαν στην Εταιρεία, οι περισσότεροι κοινοτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες και εκεί εστάλησαν οι τρείς από τους δέκα πρώτους «αποστόλους», ενώ ένας ακόμη εστάλη στην Μάνη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην κεντρική θέση που είχε η Πελοπόννησος στο σχέδιο ενάρξεως της Επαναστάσεως, όπως είχε εκπονηθεί κατά τους τελευταίους μήνες του 1820.
Λόγω των λειτουργικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την εισδοχή πολλών μελών στην Φιλική Εταιρεία, οι Φιλικοί της Πελοποννήσου τον Μάρτιο του 1820, ζήτησαν να σχηματιστεί μια τοπική Εφορία προκειμένου να συντονίζει και να επιλύει τοπικά προβλήματα. Οι προτάσεις τους συντάχθηκαν πιθανώτατα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και φέρουν τον τίτλο: «Στοχασμοί των Πελοποννησίων περί του καλού συστήματος».
Στην Πελοπόννησο ορίστηκαν τρεις κοτζαμπάσηδες (προεστοί) και τρεις ιεράρχες ως έφοροι, με επικεφαλής τον Ιωάννη Βλασσόπουλο (πρόξενο της Ρωσίας στην Πάτρα) και δύο εμπόρους ως ταμίες. Η τοποθέτηση εφόρων δυσαρέστησε κάποιες οικογένειες κοτζαμπάσηδων (όπως η οικογένεια Περούκα), οι οποίες επέφεραν «ρήγματα» στην συνοχή και την δράση των Φιλικών, χωρίς να αναφερθούν επισήμως, προδοτικές ενέργειες κατά της Εταιρείας.
Ο ΑλέξανδροςΥψηλάντης, μετά την ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας,  πήρε διετή άδεια, κατ’ άλλους απεριορίστου χρόνου, και αναχώρησε από την Πετρούπολη αρχικώς για την Μόσχα και έπειτα για την Οδησσό, συγκεντρώνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά από πλούσιους εμπόρους και οργανώνοντας την επικείμενη εξέγερση. Τον Οκτώβριο του 1820 βρέθηκε στο Ισμαήλιον της Βεσσαραβίας, όπου μετά από διαβουλεύσεις της Αρχής, καταστρώθηκε το σχέδιο της εξεγέρσεως, κέντρο της οποίας θα ήταν η Πελοπόννησος.
Το «Σχέδιον Γενικόν» των Φιλικών, που επεξεργάστηκε ο ίδιος μαζί με τους Γεώργιο Λεβέντη και Γρηγόριο Δικαιο, πρόβλεπε λαϊκή εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη και πυρπόληση του οθωμανικού στόλου, μετάβαση του Υψηλάντη στην Μάνη και εξέγερση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, για λόγους αντιπερισπασμού. Υπήρχε ακόμη πρόβλεψη για συμμαχία με Σέρβους και Βουλγάρους. Στις 24 Οκτωβρίου θα αποφασίσει την ματαίωση της καθόδου του στην Πελοπόννησο και την έναρξη της Επαναστάσεως  στο Ιάσιο στις 15 Νοεμβρίου 1820. Η αλλαγή αυτή υπαγορεύτηκε από την είδηση πως ο Σουλτάνος είχε πληροφορηθεί για την Εταιρεία, ενώ η Αυστρία θα εμπόδιζε την διέλευση του Υψηλάντη από τα εδάφη της. Τελικά η διάψευση της προδοσίας της Επαναστάσεως στον Σουλτάνο, οδήγησε σε νέα αλλαγή της ημερομηνίας ενάρξεως της Επαναστάσεως για την Άνοιξη του 1821.
Για την εφαρμογή της αποφάσεως και την προετοιμασία της καθόδου του Υψηλάντη, εστάλη στην Πελοπόννησο ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, γνωστός και ως Παπαφλέσσας, και υπεύθυνος μαζί με τον Αναγνωσταρά για την Μεσσηνία.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1821 απεφασίσθη η εξέγερση και την επομένη ο Υψηλάντης διήλθε τον Προύθο και βρέθηκε σε Οθωμανικό έδαφος.
Στις 24 και 25 Φεβρουαρίου 1821, εξέδωσε στο Ιάσιο επαναστατικές προκηρύξεις, οι οποίες κατεδείκνυαν ότι δρούσε ως ηγέτης των Πανελλήνων. Μετά την καταστροφική ήττα του επαναστατικού στρατού του Υψηλάντη στην μάχη του Δραγατσανίου (7 Ιουνίου 1821), τα στρατεύματα υπεχώρησαν προς τα Αυστριακά σύνορα. Ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του, πέθανε στην Βιέννη στις 3 Ιανουαρίου 1828..                                           
Εν τω μεταξύ, στα τέλη Ιανουαρίου του 1821, έγινε η λεγόμενη «Μυστικοσυνέλευση της Βοστίτσας», μεταξύ των μελών της εφορίας, και του απεσταλμένου του Υψηλάντη, του Παπαφλέσσα. Μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας συγκλίνει στην άποψη ότι στην Βοστίτσα (Αίγιον), διερράγησαν οι σχέσεις των τοπικών ηγετών με τον Παπαφλέσσα, και έκτοτε τα δύο μέρη κινήθηκαν χωριστά, ή και εχθρικά μεταξύ τους. Αυτή η άποψη βασίζεται σε επιλεκτική χρήση ορισμένων πηγών, όπως ο Φωτάκος, ο Φραντζής και ο Π.Π. Γερμανός. Όμως η συντονισμένη εξέγερση όλων των επαρχιών στο τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου δείχνει ότι δεν υπήρξε τέτοια ρήξη ή εάν υπήρξε, διευθετήθηκε από τους ψυχραιμότερους.
Πιστεύεται ότι στην Βοστίτσα, παρά τις διαφωνίες, έγινε αποδεκτό το σχέδιο που είχε εκπονηθεί στο Ισμαήλιον της Βεσσαραβίας, δηλαδή, έναρξη της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο, με την άφιξη του Αλ. Υψηλάντη στην Μάνη.5
2. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ
α. Σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου, γίνονταν επαναστατικές προετοιμασίες αρκετούς μήνες πριν την επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως. Οι πολεμικές προετοιμασίες στην περιοχή των Πατρών, ξεκίνησαν στην περιοχή στα τέλη Φεβρουαρίου (1821), όταν οι Οθωμανοί της Πάτρας βασιζόμενοι σε φήμες για επικείμενη επαναστατική κινητοποίηση μετέφεραν τις οικογένειές τους εντός του φρουρίου της πόλεως, στο οποίον προηγουμένως είχαν αποθηκεύσει τιμαλφή, όπλα και τρόφιμα… 
Στην Πάτρα από τον Φεβρουάριο του 1821, οι Πατρινοί είχαν αρνηθεί να πληρώσουν τους φόρους και άρχισαν να κυκλοφορούν στην πόλη ένοπλοι. Για την ολιγοήμερη και ώριμη φάση της εξεγέρσεως ελάχιστα αναφέρουν οι Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι. Ακόμη και ο αυτόπτης Παλαιών Πατρών Γερμανός, μας δίδει μόνο το περίγραμμα των γεγονότων στα ενθυμήματά του.
Πρόσθετες πληροφορίες για τους πρώτους μήνες της Επαναστάσεως στην Πάτρα, είναι καταχωρισμένες στις προξενικές εκθέσεις, τις αναφορές και τα ημερολόγια των προξένων της πόλεως. Το 1821 υπήρχαν στην Αχαϊκή πρωτεύουσα οκτώ (8) προξενεία: Της Αγγλίας (πρόξενος Ph. J. Green), της Γαλλίας (πρόξενος H. Pouqueville), της Ρωσίας (πρόξενος Ι. Βλασσόπουλος), της Αυστρίας (πρόξενος Ν. Ζεν), της Πρωσίας (πρόξενος Α. Κοντογούρης), της Σουηδίας (πρόξενος Λ. Στράνης), της Ολλανδίας (πρόξενος Th. Parnell) και της Ισπανίας (πρόξενος En. Schielin).6
Καθώς εντείνονταν οι επαναστατικές ενέργειες εκ μέρους των Ελλήνων, που επιδίωκαν την εκδίωξη των Οθωμανών από την πόλη, οι τελευταίοι οχυρώθηκαν στο φρούριο (20 ή 21 Μαρτίου 1821). Ταυτόχρονα σχεδόν, οι εξεγερμένοι ξεκίνησαν την πολιορκία του, αφού εθεωρείτο από τους σημαντικώτερους στρατηγικούς στόχους του Αγώνα.
Αμέσως μετά το ξέσπασμα της επαναστάσεως στα Καλάβρυτα που γενικεύτηκε στις 21 Μαρτίου του 1821, με την κατάληψη της πόλεως, άρχισε να εκδηλώνεται ένας έντονος αναβρασμός στην πόλη των Πατρών, με απειλές κατά των Ελλήνων. Την ίδια μέρα (21 Μαρτίου), κατά τον Τρικούπη, κατ’ άλλους στις 23 Μαρτίου, Οθωμανοί εξαγριωμένοι, αφού μετέφεραν την προηγουμένη τις οικογένειές τους στο κάστρο της πόλεως και ενισχυόμενοι από 150 ομοεθνείς τους από το φρούριο του Ρίου, σκότωσαν έναν ρακοπώλη7. Μετά ξεχύθηκαν στην πόλη, πυρπόλησαν την οικία του προεστού Ι. Παπαδιαμαντοπούλου βάζοντας φωτιά και στα γύρω οικήματα και τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Ταυτόχρονα τα κανόνια του κάστρου άρχισαν να βάλουν κατά του μητροπολιτικού ναού και άλλων σημείων της Άνω πόλεως, με αποτέλεσμα ν’ ακολουθήσει χάος.8
β. Τότε βρίσκονταν στην Πάτρα πολλοί Επτανήσιοι, μεταξύ των οποίων και Φιλικοί. Αυτοί βλέποντες τις φλόγες και ακούοντας τους πυροβολισμούς, οπλίστηκαν και οχυρώθηκαν σε διάφορα μέρη. Μερικοί, μαζί με Πατρινούς, προχώρησαν προς την περιοχή Τάσι, όπου συνήθως μαζεύονταν Τούρκοι.9 Εκεί συγκρούστηκαν για πρώτη φορά και σκοτώθηκε ο Κεφαλλονίτης Βασίλης Ορκουλάτος. Στην συνέχεια αποσύρθηκαν προς την ενορία του Αγ. Γεωργίου.
Από το βράδυ της ίδιας ημέρας, άρχισαν να αποσύρονται προς τα πλοία οι πρόξενοι ευρωπαϊκών κρατών για να σωθούν από την οργή των Οθωμανών. Αυτές τις ημέρες έδρασε ως επικεφαλής ομάδας ενόπλων και ο Παναγιώτης Καρατζάς, έμπιστος του πλούσιου εμπόρου και Φιλικού Ι. Παπαδιαμανατόπουλου. Αυτός, θέλοντας να δώσει χρόνο στους Πατρινούς να απομακρύνουν τις οικογένειες και τα πράγματά τους, συνεννοήθηκε με τους Επτανήσιους Βαγγέλη Λιβαδά, (έμπορο), Νικόλαο Γερακάρη (φαρμακοποιό) και άλλους, και το βράδυ βγήκαν στους δρόμους καλώντας τον κόσμο σε επαγρύπνηση, ώστε οι Τούρκοι να νομίσουν ότι οι Έλληνες είναι πολλοί και σε επιφυλακή και να μήν τολμήσουν νυκτερινή έφοδο. Ο άμαχος πληθυσμός κυρίως γυναικόπαιδα, έτρεχε στη «Ντογάνα» (=Τελωνείο) μπαίνοντας στην θάλασσα μέχρι το λαιμό, ζητώντας να σωθεί από τα ελλιμενισμένα εκεί πλοία.
Στο μεταξύ, ο Νικόλαος Λόντος [(1770-1824). Ήταν Έλλην αγωνιστής του ’21 και φιλικός καθώς και μέλος του Πατρινού οικογενειακού κλάδου των Λόντων], κάλεσε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό που ήταν στα Καλάβρυτα,10 καθώς και όλους τους οπλαρχηγούς της περιοχής, να σπεύσουν με τις ομάδες τους προς βοήθεια των Πατρινών. Έτσι τις ημέρες που ακολούθησαν, άρχισαν να συρρέουν στην Πάτρα οπλισμένοι χωρικοί με τους αρχηγούς τους και να παίρνουν μέρος στον Αγώνα της πολιορκίας του Κάστρου.
γ. Την επόμενη μέρα (21 Μαρτίου) κατά τον Τρικούπη, κατ' άλλους στις 24 Μαρτίου, οι Οθωμανοί βρέθηκαν όλοι συγκεντρωμένοι στο κάστρο της Πάτρας απ' όπου κανονιοβολούσαν την πόλη. Σύντομα, οι σημαντικοί Αχαιοί τής γύρω περιοχής, άρχισαν να εισέρχονται στην πόλη με όσους οπλοφόρους μπόρεσε να συγκεντρώσει ο καθένας. Πρώτος εισήλθε περί το μεσημέρι ο Παπαδιαμαντόπουλος και μετά από αυτόν ο Ανδρέας Λόντος με κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό. Κατά τον Τρικούπη την ίδια ημέρα εισήλθαν στην Πάτρα και ο Π. Πατρών Γερμανός, ο επίσκοπος Κερνίτσης (Καλαβρύτων), ο Ζαΐμης και ο Ρούφος, ακολουθούμενοι από πλήθος οπλοφόρων και ροπαλοφόρων. Με την είσοδό τους οι Πατρινοί και άλλοι Έλληνες ζητωκραύγαζαν με ενθουσιασμό «Ζήτω η ελευθερία, ζήτωσαν οι αρχηγοί, και εις την Πόλιν να δώση ο Θεός».11
Όμως, ενώ ο αγώνας είχε επεκταθεί σε όλη την Πελοπόννησο (Μωριάς) και σε τμήματα της Στερεάς Ελλάδος (Ρούμελη), στην Πάτρα η κατάσταση άρχιζε να χειροτερεύει για τους Έλληνες καθώς τουρκικές δυνάμεις ενίσχυσαν τους αμυνόμενους στο φρούριο συμπατριώτες τους. Από το Αγρίνιο (τότε Βραχώρι), ο πασάς της Εύβοιας Γιουσούφ Σελήμ, διατάχθηκε να κινηθεί προς την Πάτρα και να άρει την πολιορκία του φρουρίου.
δ. Ορκωμοσία αγωνιστών στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου
Την επομένη των παραπάνω γεγονότων (στις 22 Μαρτίου, κατ' άλλους στις 24-25 Μαρτίου) κατέφθασαν στην Πάτρα οι πρόκριτοι με τις ομάδες τους ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Ανδρέας Λόντος, ο Μπενιζέλος Ρούφος, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, ο Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Προκόπιος και ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, επικεφαλής πολυάριθμων επαναστατών, περίπου 1.000, όπου και ο τελευταίος, στήνοντας έναν σταυρό στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου (Β.Α. της οποίας υπήρχε τότε ναός του Αγίου Γεωργίου), όρκισε τους παραπάνω αγωνιστές. Στο τέλος της τελετής εκείνης ακούσθηκαν οι ζητωκραυγές:
«Ελευθερία ή Θάνατος» καθώς «Και στην Πόλη να δώσει ο Θεός».
Την είσοδο του Γερμανού στην Πάτρα, επικεφαλής χιλιάδων ενόπλων αναφέρουν προς τους προϊσταμένους τους και οι πρόξενοι της Σουηδίας-Νορβηγίας και της Ολλανδίας στην Πάτρα. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Γερμανός και άλλοι προύχοντες «ενεφανίσθησαν και πάλιν» (την 25η Μαρτίου), χωρίς να εξηγείται εκεί τί εννοεί. Ο πρόξενος της Ολλανδίας αναφέρει ότι την ίδια μέρα οι επαναστάτες εχάραξαν σταυρό στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου με τις λέξεις «Νίκη ή θάνατος».12
Στο σημείο αυτό υπογραμμίζονται τα εξής:
Άλλοι υποστηρίζουν ότι η ορκωμοσία στην Αγία Λαύρα ναι μεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά πραγματοποιήθηκε όχι την 25ην Μαρτίου αλλά την 17ην Μαρτίου  ή 20ην Μαρτίου1821, και ασφαλώς είναι το γεγονός που ενέπνευσε το 1851 τον εθνικό ζωγράφο Θ. Βρυζάκη να φιλοτεχνήσει τον περίφημο πίνακά του με θέμα την ορκωμοσία των αγωνιστών. Άλλωστε στον πίνακα αυτό ο Π. Πατρών Γερμανός ευλογεί την σημαία της Επαναστάσεως μπροστά στην Ωραία Πύλη μικρού ναού, και όχι στην ύπαιθρο, όπως έγινε στην περίπτωση της Πάτρας, όπου η ορκωμοσία των αγωνιστών έγινε στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όπου υπάρχει στήλη με την επαναστατική διακήρυξη.13
ε. Το Αχαϊκόν Διευθυντήριον - Διακήρυξη
1/. Αμέσως μετά συγκροτήθηκε η πρώτη Επαναστατική Αρχή της Αχαΐας, το λεγόμενο «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», με σκοπό την φροντίδα του επαναστατικού αγώνα στην ΒΔ. Πελοπόννησο, η οποία και επέδωσε «Προς τους εν Πάτραις προξένους των ξένων επικρατειών» προκήρυξη (μανιφέστο) με ημερομηνία 22, κατ’ άλλους 23 ή 26 Μαρτίου, δια της οποίας τονιζόταν η απόφαση των Ελλήνων «ν' απελευθερωθούν ή ν' αποθάνουν» και στην συνέχεια ακολουθούσε διεθνής έκκληση για συνδρομή στον ελληνικό Αγώνα.
Δίπλα στο Σταυρό, εξακολουθούσε να στέκεται ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός και ευλογούσε κάθε ορκιζόμενον. Εσχημάτισαν επιτροπήν, την οποίαν ονόμασαν «Επαναστατικόν Διευθυντήριον». Το  Διευθυντήριον, η πρώτη επαναστατική αρχή της Αχαΐας, επέδωσε «Προς τους εν Πάτραις προξένους των ξένων επικρατειών» προκήρυξη (μανιφέστο), «την πρώτη επίσημο και δη διπλωματική πράξιν του αναγεννωμένου έθνους»,στην οποία τονιζόταν η απόφαση των Ελλήνων «ή ν’ αποθάνωσιν όλοι ή να ελευθερωθώσι».Παράλληλα έγινε έκκληση στην Ευρώπη για οικονομική συνδρομή της Επανάστασης (Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 20 Νοε.1931). 
Το έγγραφο αυτό που συνέταξε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και επιδόθηκε σε κάθε έναν χωριστά στους προξένους των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, ανέφερε τα εξής:
«Ημείς, το Ελληνικόν Έθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος και σκοπεύει τον όλεθρον εναντίον μας, πότε μ’ έναν και πότε μ’ άλλον τρόπον, αποφασίσαμεν σταθερώς ή να αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν. Και τούτου ένεκα, βαστούμε τα όπλα εις χείρας, ζητούντες τα δικαιώματά μας. Όντες, λοιπόν, βέβαιοι ότι όλα τα Χριστιανικά Βασίλεια γνωρίζουν τα δίκαιά μας και όχι μόνον δεν θέλουν μας εναντιωθή, αλλά και θέλουν μας συνδράμει και ότι έχουν εις την μνήμην ότι οι ένδοξοι πρόγονοί μας εφάνησάν ποτέ ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα, διά τούτο ειδοποιούμεν την Εκλαμπρότητά σας και σας παρακαλούμεν να προσπαθήσετε να είμεθα υπό την εύνοιαν και προστασίαν του μεγάλου τούτου κράτους».
Την επαναστατική αυτή διακήρυξη υπέγραψαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Ανδρέας Λόντος, ο Μπενιζέλος Ρούφος, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.


Μνημείο για την Ελληνική Επανάσταση στην πλατεία Αγίου Γεωργίου των Πατρών (Εκεί έγινε η ορκωμοσία των οπλαρχηγών και προεστών και η επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821).
            
2/. Την διακήρυξη αυτή αναφέρει στους ανωτέρους του και ο Άγγλος πρόξενος Φ. Γκρην και μεταγράφει στο ιστορικό δοκίμιο που έγραψε επί των γεγονότων αυτών.14 Σημειώνεται ότι, οι Οθωμανοί ζήτησαν από τους προξένους των Πατρών την επέμβασή τους, προκειμένου να συνετίσουν τους Έλληνες και να παραδώσουν τα όπλα, μάταια όμως, εκτός του Άγγλου προξένου Φίλιπ Γκρήν (Philip James Green), που διευκόλυνε τα μέγιστα στην έλευση Οθωμανικών και Αλβανικών/ Σκιπετάρικων δυνάμεων για την… αποκατάσταση της τάξεως.
3/. Την ίδια ώρα οργανώθηκε συστηματικά η πολιορκία του φρουρίου. Συστάθηκε «οπλοποιείον» για τα αναγκαία του αγώνος, ενώ Επτανήσιοι μετέφεραν από αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία, επτά πυροβόλα τα οποία τοποθέτησαν σε πυροβολείο που κατασκεύασαν απέναντι από το φρούριο. Μετά άρχισε η στενή πολιορκία του κάστρου των Πατρών, αφού οι πολιορκητές έκοψαν την υδατοτροφοδοσίαν του φρουρίου…
«Οι αρχηγοί, βοηθούμενοι από πολλούς δυναμένους να προσφέρωσι τας υπηρεσίας των ωφελίμως, επετέλουν καλώς τα της πολιορκίας. Εν πρώτοις έκοψαν το ύδωρ του φρουρίου, οι δε Τούρκοι, κλαίοντες την συνήθη των απρονοησίαν, καίτοι ως είδομεν είχον καιρόν να γεμίσωσι τουλάχιστον τας δεξαμενάς, δεν ηδυνήθησαν μετά δύο ημέρας να ανθέξωσιν εις την δίψαν» (Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 19 Νοε.1931)
στ. Τις δραματικές εκείνες εξελίξεις που συνέβαιναν στην Πάτρα, περιγράφει με ιδιαίτερη ζωντάνια στο ημερολόγιό του, ο εκεί τότε πρόξενος της Γαλλίας Ούγος Πουκεβίλ (αδελφός του Φρανσουά Πουκεβίλ) [Μόνο ως προς την ημερομηνία ενάρξεως των γεγονότων έχει υπάρξει διαφωνία με τους ιστορικούς].
Γράφει ο Πουκεβίλ:15
«Πάτρα 4 Απριλίου, (δηλαδή 23 Μαρτίου 1821), το βράδυ στις 6. Η φωνή της ελευθερίας ακούεται, φωτιά έχει αρχίσει μέσα στην πόλη... Ο αέρας που σπρώχνει τις φλόγες, μας απειλεί με γενική πυρκαϊά! Ο ήλιος έχει δύσει μέσα από ένα πέπλο κοκκινωπών καπνών... Ο πάταγος των σπιτιών, που γκρεμίζονται, οι αλλεπάλληλες κανονιές από το κάστρο, το σφύριγμα και η έκρηξη μερικών βομβών, οι φωνές των γυναικών και παιδιών, πάνω από 500, που έχουν προσφύγει στο γαλλικό προξενείο, σκορπίζουν παντού την σύγχυση και τον τρόμο. Ο ουρανός, σαν πύρινος θόλος μας φωτίζει με ένα φως μαυροκίτρινο. Η ταραγμένη θάλασσα μοιάζει να κυλά κύματα από αίμα, και το μεγαλύτερο μέρος από τα πλούτη της Πάτρας συσσωρεύονται στα δωμάτιά μου».
ζ. Στις 3 Απριλίου, ο Γιουσούφ πασάς διεκπεραιώθη από την Στερεά στο Ρίον, με 600 ενόπλους, με στόχο να λύσει την πολιορκία του κάστρου της Πάτρας. Η επιχείρησή του πέτυχε χάρις στην κατασκοπευτική δραστηριότητα του Άγγλου προξένου Γκρην και στην έλλειψη ενιαίας ηγεσίας στο ελληνικό στρατόπεδο. Ο Άγγλος είχε πληροφορηθεί ότι οι Έλληνες σκάβουν λαγούμι κάτω από τα τείχη του κάστρου, για να το ανατινάξουν. Ενώ αυτό το λαγούμι ήταν στα τελειώματά του, ο Γκρην έστειλε τον αδελφό του στο Ρίο και ειδοποίησε τον Γιουσούφ. Η έλευσή του Γιουσούφ στην Πάτρα, φόβισε τους πολιορκητές οι οποίοι διασκορπίστηκαν.
Πράγματι στις 3 Απριλίου ο Γιουσούφ αφού πέρασε ανενόχλητος το στενό του Ρίου – Αντιρρίου, βάδισε προς την πόλη έχοντας ενημερωθεί για την τακτική κατάσταση και τις δυνατότητες των Ελλήνων από τον Βρετανό πρόξενο Γκρην, που αντιτίθετο σφοδρώς και επιδεικτικώς μάλιστα, στην Ελληνική επανάσταση. Οι Έλληνες δεν στάθηκαν καν να αντιμετωπίσουν τον Γιουσούφ, και όσοι μπόρεσαν τράπηκαν σε φυγή, ενώ οι έγκλειστοι στο φρούριο Οθωμανοί, αναθαρρύσαντες, πραγματοποίησαν έξοδο.
Ακολούθησε σφαγή των Ελλήνων, κυρίως των αμάχων, όπου εκατοντάδες εσφάγησαν ή εφονεύθησαν από τα βόλια των Οθωμανών και ακόμα περισσότεροι εξανδραποδίσθηκαν.
η. Τρεις ημέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Γιουσούφ, ενισχύθηκαν με 3.500 Αλβανούς/ Σκιπετάρους («Τουρκαλβανούς») υπό τον Κεγαχιάμπεη Μουσταφά. Η δύναμη αυτή είχε σταλεί με σκοπό να άρει την χαλαρή πολιορκία της Τριπολιτσάς από τους Έλληνες.
Ο Μουσταφά με τους Αλβανούς/Σκιπετάρους του, έκαψε περιοχές του Αιγίου και κινούμενος μέχρι την Κόρινθο, ήρε την πολιορκία του Ακροκορίνθου και εισήλθε θριαμβευτικώς στην πόλη. Από εκεί βάδισε προς το Άργος. Στις 25 Απριλίου οι Έλληνες επιχείρησαν να τον σταματήσουν αλλά υπέστησαν δεινή ήττα και διαλύθηκαν. Αποτέλεσμα της ήττας αυτής ήταν και η άρση της πολιορκίας του Ναυπλίου.
                                                                              Συνεχίζεται







1 Λεπτομέρειες για τον σκοτεινό ρόλο του Αδαμαντίου Κοραή, του άκαπνου, και απόντος σε όλη την διάρκεια του Επαναστατικού αγώνος των Ελλήνων, μέχρι το τέλος της ζωής του, στην Γαλλία και άλλες πόλεις του εξωτερικού, ενός από τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Ιωάννου Καποδίστρια, παρουσιάστηκαν στο αναλυθέν θέμα: «AΔAMANTIOΣ KOΡΑΗΣ: ΜΕΓΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Ή ΜΕΓΑΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΟΛΕΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ;» (27 Ιανουαρίου 2020- 14 Φεβρουαρίου 2020).
2 Διον. Κόκκινος για τον Κολοκοτρώνη.. Άπαντα Κολοκοτρώνη, ιστορικες εκδόσεις 1821,Τόμος 2, σ.17.
3Η πόλη των Πατρών ονομαζόταν τότε Παλαιαί Πάτραι, για τον λόγο ότι η Υπάτη (σήμερα κωμόπολη του Δήμου Λαμιέων), από το 1180 μέχρι το 1824 είχε επίσκοπο με τον τίτλο «Επίσκοπος Νέων Πατρών» και για αποφυγή συγχύσεως ο Μητροπολίτης Πατρών λεγόταν «Παλαιών Πατρών»). Στην περιοχή της σημερινής Υπάτης, μετανάστευσαν το 12ον αιώνα κάτοικοι των Πατρών, λόγω των αφόρητων συνθηκών επί Φραγκοκρατίας, ονομάζοντας τον τόπο της νέας διαμονής τους Νέαι Πάτραι, που από το 1268 ήταν πρωτεύουσα της αυτόνομης ηγεμονίας της Θεσσαλίας και, μεταξύ των ετών 1318 και 1390, ήταν έδρα του σταυροφορικού Δουκάτου Νέων Πατρών.  
4 Ο Ελληνικός εμφύλιος της περιόδου 1823-1825, έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως, ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επαναστάσεως, αλλά και της εξουσίας του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους. Χωρίζεται σε δύο φάσεις: Η πρώτη (Φθινόπωρο 1823 - Καλοκαίρι 1824) χαρακτηρίστηκε μόνο από έντονες πολιτικές διαμάχες μεταξύ Φιλικών και Κοτζαμπάσηδων, ενώ η δεύτερη (Ιούλιος 1824 - Ιανουάριος 1825) από εμφύλιες συρράξεις μεταξύ των τότε Αγγλόδουλων κυβερνητικών, υποστηριζόμενων από την Αγγλία, και λοιπών Πελοποννησίων.  
5 Διονύσης Τζάκης, «H εφορία της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο: Σκέψεις για τη συμμετοχή τοπικών ηγετικών ομάδων στο εθνικό κίνημα». Παρουσίαση στο Διεθνές Συνέδριο "Επαναστατική δράση και μυστικές εταιρείες στη νεότερη Ευρώπη - Φιλική Εταιρεία", οργάνωση: Παν/μιο Ιωαννίνων & Δήμος Σκουφά. Κομπότι - Άρτα, 26-27 Ιουλίου 2014.
6 Κ. Σιμόπουλος,Πώς είδαν οι ξένοι ..., κεφ. «Ο φιλότουρκος Άγγλος Πρόξενος της Πάτρας», τ. Α', σ. 184.
7 Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ. 15ος, σελ. 612--Στ. Θωμόπουλος,  Ιστορία…,  σ. 427--- Νεολόγος Πατρών, Πάτρα, 18.11.1931.
8 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britanica, τομ. 48ος, σελ. 252.
9 Το Τάσι ήταν παλιά συνοικία της Πάτρας.
Σήμερα εικάζεται, και φέρεται ως πιο πιθανό, ότι το Τάσι βρίσκονταν στη σημερινή συνοικία του Παντοκράτορα. Η ονομασία είναι αρκετά γνωστή και σήμερα και είναι σε περιστασιακή χρήση στην σύγχρονη εποχή, ωστόσο η χρήση της ήταν πιο συνηθισμένη τις  δεκαετίες του περασμένου αιώνα.
Η συνοικία βρισκόταν κάτω από το κάστρο, στη σημερινή Άνω πόλη. Αρχικά, επί Φραγκοκρατίας, είχε κατασκευαστεί πλατεία με την ονομασία Tasso - ευρισκόμενη σε υψόμετρο 55 μ. - όπου μαζεύονταν οι πολίτες ύστερα από πρόσκληση μέσω σάλπιγγας. Επί Τουρκοκρατίας, γύρω από την πλατεία αναπτύχθηκε η συνοικία Τάσι -ονομασία που προέκυψε από παραφθορά της λέξης Tasso- και η πλατεία έγινε το τότε κέντρο και αγορά (μπεζεστένι) της πόλεωςς· εκεί βρίσκονταν όλα τα εμπορικά καταστήματα της πόλης. Σε μια άκρη της πλατείας ήταν το τζαμί Καζάρμα και λίγο πιο κάτω τα χαμάμ.
10 Γ. Βαλέτας (εκδότης) (1962), Δημητρίου Ανιάνος Άπαντα Απομνημονεύματα Καραϊσκάκη και άλλων αγωνιστών, Εκδόσεις «Ο.Ε.Ε. Άτλας», Αθήνα 1962, σελ. 370, 371.
«Οι κατά τας Πάτρας κατοικούντες Οθωμανοί βλέποντες επιβαρυνόμενον πανταχόθεν τον πολιτικόν ορίζοντα και θέλοντες να ασφαλισθώσιν απέναντι της επαπειλουένης καταιγίδος, μετέφερον τας οικογενείας αυτών εις το φρούριον .... Το βίαιον τούτο μέτρον των Τούρκων (δηλ. πυρπόληση οικιών) έδωκεν εις όλους τους χριστιανούς κατοίκους να εννοήσωσιν εις όν ευρίσκονται κίνδυνον, και ... επεκαλέσθησαν δια του εκεί έτι διαμένοντος ιεράρχου αυτών (εννοεί τον Π.Π.Γ.) την σύμπραξιν των Καλαβρυτινών, δια να διασώσωσι τας οικογενείας των ... Ο Γερμανός ... έσπευσε να δράμη εις βοήθειαν, επικαλεσθείς την συνδρομήν των Καλαβρυτινών, οίτινες συνηκολούθησαν προθύμως αυτόν ... και συγκαλέσας εις πολιορκίαν της πόλεως (δηλ. της Πάτρας)...»
12 Ζώρας Θ. Γεώργιος, «Αι κατά πληροφορίας του Ολλανδικού Προξενείου πρώται επαναστατικαί εκδηλώσεις εν Πάτραις το 1821», στο: Πρακτικά του Α' εν Πάτραις Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών=Πελοποννησιακά, Παράρτημα 1 (1974), σελ. 194- 215.
Σελ. 200: Επιστολή Λουδοβίκου Στράνη, προξένου του Βασιλέως της Σουηδίας και Νορβηγίας στην Πάτρα, προς τον Ιππότην, πρεσβευτή αυτού του Βσιλέως στην Κωνσταντινούπολη. 8 Απριλίου 1821 (νέο ημ.): «Ο αρχιεπίσκοπος της επαρχίας ταύτης (εννοεί τον Γερμανό), εκείνος των Καλαβρύτων ως και τρεις προύχοντες, οίτινες είχον αρνηθή να μεταβούν εις την Τρίπολιν, όπου είχον κληθή υπό της κυβερνήσεως, ενεφανίσθησαν και πάλιν προχθές, τώρα δε ευρίσκονται εις την πόλιν και διευθύνουν τα πράγματα.».
Σελ. 212. Επιστολή του Jean Solair, αναπληρωτή του Ολλανδού προξένου στην Πάτρα προς τον εν Κωνσταντινουπόλει Ολλανδό επιτετραμένο G. Testa, 5 Μαΐου (23 Απρ. π.ημ.). «Την 6η (Απριλίου / 25 Μαρτίου π.ημ.) ο αρχιεπίσκοπος Πατρών, ονόματι σεβασμιώτατος Γερμανός εισήλθεν επίσης εις αυτήν με 4.000 Έλληνας. Ούτος ενήργει ως αρχηγός των επαναστατών και ως κυβερνήτης της πόλεως. Βοηθοί και συνεργάται του ήσαν οι Ανδρέας Ζαΐμης εκ Καλαβρύτων, ο Ανδρέας Λόντος εκ Βοστίτσας, και ο Νικόλαος Λόντος εκ Πατρών. ... Οι επαναστάται εχάραξαν σταυρόν εν τω μέσω της πλατείας του Αγίου Γεωργίου με τας λέξεις «Νίκη ή θάνατος».
13 Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 1980, Εκδοτική Αθηνών (1970). ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Αθήνα. σελ. 87, τόμος ΙΒ (γραπτή αναφορά και πίνακας Lapparini).
15 Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήναι 1971, σελ. 63.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου