Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


ΜΕΡΟΣ 4ον

6. Η ΕΝΝΟΙΑ  ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΣΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ-ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΣΕΚΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των θρησκειών, εάν όχι το κυριώτερον, είναι η πίστη. Πως εννοείται όμως η πίστη στις θρησκείες και πως στην Ορθοδοξία;
α. Η Πίστη στις θρησκείες-θρησκευτικές σέκτες
1/. Πίστη είναι η βεβαιότητα ενός ατόμου για την αλήθεια ενός ισχυρισμού, γεγονότος ή δυνατότητος, ανεξαρτήτως αν μπορεί να δικαιολογηθεί ή όχι. Η διανοητική παραδοχή μιας αντικειμενικής αληθείας, η οποία στον χώρο της σχέσεως ανθρώπου και Θεού/Θεότητος/Θείου, αναγκάζει τους ανθρώπους να καταφεύγουν στο «πίστευε και μη ερεύνα».
Η ομαδική ή κοινή πίστη είναι οι κοινές πεποιθήσεις που μοιράζεται μια ομάδα πιστών ή ένα ευρύτερο σύνολο από πιστούς, που ακολουθούν μια θρησκεία. Η σταθερά αποδοχή αρχών / κανόνων / δογμάτων μιας θρησκείας, ως αληθινών από τους οπαδούς της θρησκείας.
Ο όρος πίστη χρησιμοποιείται για να περιγράψει:
·Το σύνολον των αληθειών όπως τις αντιλαμβάνεται και εναγκαλίζει μια θρησκεία.
·Τις θεμέλιες παραδοχές μιας φιλοσοφίας, θυγατρός όπως έχουμε προαναφέρει, της θρησκείας.
·Την βαθύτατη εμπιστοσύνη (σταθερή και ακλόνητη εμμονή) προς ανθρώπινα ή ιερά πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν θρησκευτικούς θεσμούς.
2/. Στα πλαίσια της Θρησκείας, η έννοια της πίστεως ταυτίζεται με την βεβαιότητα της υπάρξεως ενός ανώτερου, υπερτάτου και απροσώπου όντος, που συνήθως αποκαλείται Θεός. Αν και η πίστη αυτή προέρχεται από τον χώρο του υπερφυσικού, πολλάκις τού μεταφυσικού, διάφοροι φιλόσοφοι επιχείρησαν κατά καιρούς να αποδείξουν την ύπαρξη του υπέρτατου όντος.
Η απόδειξη αυτή για να θεωρηθεί γνωστικώς έγκυρη, θα πρέπει να προέρχεται είτε από την λογική, είτε από την εμπειρία. Επειδή όμως η εμπειρία δεν μπορεί να εφοδιάσει τον φιλόσοφο με αποδεικτικά επιχειρήματα, δεδομένου ότι κανείς ποτέ δεν συνάντησε τον Θεόν στην καθημερινή ζωή, πολλοί ήταν οι φιλόσοφοι εκείνοι που προσπάθησαν να αποδείξουν την ύπαρξη του Θεού, με λογικά επιχειρήματα.
Έτσι προέκυψε η διατύπωση της οντολογικής, της κοσμολογικής και της τελεολογικής αποδείξεως, καθώς και της προκαθορισμένης αρμονίας του Γερμανού φιλόσοφου Γκότφριντ Βίλχελμ Λάϊμπνιτς (Gottfried Wilhelm Leibniz, 1646-1716).  
3/. Στο έργο του «Θεοδικία» ο Λάϊμπνιτς, προσπαθεί να δικαιολογήσει τις προφανείς ατέλειες του κόσμου, με τον ισχυρισμό ότι είναι ο καλύτερος πιθανός και πιο ισορροπημένος κόσμος, καθώς δημιουργήθηκε από έναν παντοδύναμο Θεό (ΣΣ: Ανώνυμον), ο οποίος έχοντας πλήρη γνώση δεν θα επέλεγε να δημιουργήσει έναν ατελή κόσμο, εάν η ύπαρξή του ή η δυνατότητα δημιουργίας του, ήταν γνωστές.
Ο Λάϊμπνιτς ισχυρίστηκε ότι η αλήθεια της Θεοδικίας (θρησκείας) και της φιλοσοφίας, δεν δύναται να αντικρούουν η μία την άλλη, εφ’ όσον η λογική και η πίστη είναι και οι δύο «δώρα Θεού», έτσι αν ίσχυε η διαμάχη τους θα εθεωρείτο αυτομάτως, ότι ο Θεός αντιμάχεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Η Θεοδικία αποτελεί την προσπάθεια του Λάϊμπνιτς να συμβιβάσει το δικό του φιλοσοφικό σύστημα με την δική του ερμηνεία για τα δόγματα της Χριστιανοσύνης, όπως ο ίδιος θεωρούσε το σύνολον των αποκαλουμένων από τους δυτικούς, Χριστιανικών δογμάτων ως Ενιαίον…Χριστιανισμόν.
Ο Λάϊμπνιτς αναφέρεται στον Θεό (§ 38), ως την «πρώτη ενότητα ή πρωταρχική απλή ουσία της οποίας οι δημιουργημένες ή παράγωγες Μονάδες, είναι προϊόντα της [...]» {ΣΣ: Κατ’αυτόν, ο Θεός είναι Ουσία, ύλη, υπόσταση}. Επειδή η λογική και η πίστη πρέπει να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία, οποιοδήποτε δόγμα της θρησκείας, που δεν μπορεί να υπερασπιστεί από την λογική, πρέπει να απορρίπτεται.1
4/. Όμως, όπως ισχυρίστηκε αργότερα ο Καντ (στο έργο του «Κριτική του καθαρού λόγου»), κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι άτρωτο στην κριτική. Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε με την εμπειρία, ούτε με την λογική, συνεπώς η θρησκεία θα πρέπει από αλλού να αντλήσει την βεβαιότητα για την ύπαρξη του Θεού.
Κατά τον Καντ:
.Η Πίστη στηρίζεται στην διαίσθηση ή την ενόραση, δια της οποίας βεβαιώνεται η ύπαρξη του Θεού, χωρίς όμως να παρέχει έγκυρα γνωστικά στοιχεία που να μπορούν να ελεχθούν από την εμπειρία ή την λογική.
.«Θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνο» είναι ένα αριστούργημα απ' όλες τις απόψεις. Η θρησκευτική δεισιδαιμονία συνιστά το απόγειο της ανθρώπινης φιλαυτίας. Το μόνο που δικαιούται να ζητήσει απ' το Θεό ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Καντ, είναι η δύναμη για μια μεταστροφή της καρδιάς του».
Όμως ο Καντ, αποστασιοποιούμενος και από την Λουθηρανική θέση, υποστηρίζει πως η θέληση για την αρετή είναι μία μορφή πίστεως, που μπορεί να φέρει την χάρη, κι’ όχι το αντίστροφο. Άρα, η ύπαρξη του Θεού, βεβαιώνεται αποκλειστικά και μόνον από αυτής της μορφής την πίστη.2
Συμπερασματικώς, ως πίστη στις θρησκείες ορίζεται η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στην ύπαρξη ενός Υπερβατικού, (ΣΣ: Προερχομένη από την λογική, την εμπειρία, την διαίσθηση και την ενόραση).3
5/. Μολονότι κάθε θρησκεία προϋποθέτει αναγνώριση ιερού, η ιδέα της θεότητος δεν είναι αυστηρώς αναγκαία. Τα στερούμενα σώματος πνεύματα, τα οποία κατοικούν τον κόσμον των αγρίων, δεν είναι κατ’ανάγκην θεοί. Ένας αληθής θεός κατ’αυτούς, έχει μη φυσικήν ύπαρξη, ένα όνομα ή διακριτικόν τίτλον, δύναμη σκέψεως και δράσεως και δυνατή ή πραγματική φιλίαν μετά του ανθρώπου.
α/. Η Θρησκεία των Ινδιάνων
Στην θρησκεία των Ινδιάνων, ο κόσμος αποτελεί ένα αδιαίρετο Όλον, δεν έχει αρχή και τέλος και εμψυχώνεται από πνευματικές δυνάμεις αόρατες στους περισσότερους. Η πίστη του Ινδιάνου στηρίζεται στην ακλόνητη πεποίθηση, ότι:
.Η αληθινή ύπαρξη του ανθρώπου είναι η αόρατη πνοή ή ενέργεια του «Μεγάλου πνεύματος» ενώ το γήϊνο μέρος του ανθρώπου είναι αυτό που τον κάνει ορατό.
.Ο άνθρωπος διαθέτει Υπεραισθητική αντίληψη Η τηλεπάθεια και η πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων ήταν πολύ διαδεδομένη στους Ινδιάνους και κυρίως στους Μάγους γιατρούς .
.Με την διαδικασία της  Μετενσαρκώσεως θα περάσει σε ένα άλλο είδος ζωής.
.Ο,τιδήποτε τον περιβάλλει είναι ζωντανό και έχει συνείδηση στα μάτια του.4
.Ο πατέρας όλων είναι ο Ουρανός και η Μεγάλη Μητέρα η Γη απ΄ όπου ξεπηδούν όλα τα ζωντανά πράγματα. Έτσι, οι Ινδιάνοι δεν ένιωθαν την ανάγκη να κτίσουν ναούς, αλλά λάτρευαν τις δυνάμεις της φύσεως όπου κι’ αν βρίσκονταν.
β/. Ταοϊσμός5
Ο Ταοϊσμός (ονομάζεται ενίοτε και Νταοϊσμός) ως όρος χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει:
.Μια φιλοσοφική σχολή βασισμένη στα κείμενα του φιλοσόφου Τάο Τε Κινγκ (αποδίδονται στον Λάο Τσε και εκφέρονται εναλλακτικά ως Ντάο Ντε Τζινγκ) και του Τζουανγκτζί.
.Το σύνολον οργανωμένων θρησκευτικών κινημάτων όπως οι σέκτες  Ζενγκί («Ορθοδοξία») ή Κουαντζέν («πλήρης πραγματικότητα»), που αντλούν την καταγωγή τους από τον Τζανγκ Νταολίνγκ της ύστερης  δυναστείας των Χαν.
.Την Κινεζική λαϊκή θρησκεία.
Ο Ταοϊσμός ως θρησκεία, δεν επικεντρώνεται γύρω από δόγματα και δεν υπάρχουν γνωστές ταοϊστικές «διακηρύξεις πίστεως».  Είναι δυνατόν να αναγνωρίσει κανείς ορισμένες χαρακτηριστικές πεποιθήσεις ή υποθέσεις και διάφορα τελετουργικά και ασκήσεις, τα οποία θεωρούνται από τους ακολούθους του Ταοϊσμού, ότι επηρεάζουν θετικά την φυσική υγεία, ευθυγραμμίζουν την πνευματική ύπαρξη με τις κοσμικές δυνάμεις ή ωθούν σε εκστατικά πνευματικά ταξίδια.
Αυτού του είδους οι ιδέες και όχι πίστεις, φαίνονται βασικές για τον Ταοϊσμό στις ελίτ μορφές του.
Η παραδοσιακή κινεζική θρησκεία είναι πολυθεϊστική. Οι θεότητές της διευθετούνται σε μια θεϊκή δημόσια υπηρεσία που αντανακλά την γραφειοκρατία της αυτοκρατορικής Κίνας. Οι θεότητες προάγονται ή υποβιβάζονται και πολλές θεωρούνται θεοποιήσεις άλλοτε ενάρετων άνθρώπων. Οι ιδιαίτερες θεότητες που λατρεύονται ποικίλλουν σύμφωνα με γεωγραφικά και χρονολογικά κριτήρια.
Παρατηρείται εδώ ένα χάσμα ανάμεσα στο σύνολο των θεοτήτων που εκπροσωπούνται στην λαϊκή λατρεία, και εκείνες στις οποίες εστιάζονται τα τελετουργικά της ελίτ του Ταοϊσμού. τελετουργικών ελίτ των ταοϊστικών.
Ο Ταοϊσμός, θεωρούμενος ως θρησκεία, αλλά και ως φιλοσοφικό σύστημα, δεν ασχολείται με τον ίδιο τον Θεό ως Υπέρτατη Αρχή, αλλά με τις αρχές που διέπουν την παρουσία του στην εκδήλωση (κάνει ένα είδος υπερβάσεως).
Με άλλα λόγια, ο Ταοϊσμός είναι μία φιλοσοφικο-θρησκευτική θεώρηση συγκεκριμενοποιήσεως της δομής και των νόμων τους οποίους μπορεί η ανθρώπινη ύπαρξη να χρησιμοποιήσει ως οδοδείκτες, στον δρόμο της για την συνάντηση ή συνένωση με το Θείον (ΣΣ: Όπως το εννοούν οι Ταοϊστές).
γ/. Κομφουκιανισμός
Ο Κομφουκιανισμός είναι περισσότερο ένα ηθικοκοινωνικό σύστημα παρά μια θρησκεία, που έχει διαπλάσσει την μορφή της κινεζικής, της ιαπωνικής, της Βιετναμέζικης, της κορεατικής και γενικά της κοινωνίας στην Άπω Ανατολή. Ο Κομφουκιανισμός, η πιο διαδεδομένη θρησκεία στην Κίνα, βασίζεται στην ηθική διδασκαλία του Κομφούκιου (551-479 π.Χ.), καθώς και σε παραδοσιακό υλικό θρησκευτικό και ηθικού χαρακτήρα, που μελέτησαν αυτός και οι μαθητές του.
Η αυστηρή ιεράρχηση, η πειθαρχία, η υποταγή, ο σεβασμός προς τους γονείς, ο τονισμός της οικογένειας, η καλλιέργεια της προσωπικότητας μέσα από την επίδοση σε διάφορες αρετές, όπως η φιλαλληλία, η δικαιοσύνη, η πιστή αφοσίωση κτλ., δηλαδή όλα τα ιδανικά που τουλάχιστον δεοντολογικά επιδιώκονται σ' αυτές τις κοινωνίες, είναι η κληρονομιά του Κομφουκιανισμού.
Η διδασκαλία του Κομφουκίου είναι περισσότερο ηθική παρά θρησκευτική. Ήταν αντίθετος με τις δεισιδαιμονίες, με τις οποίες το πλήθος είχε ταυτιστεί. Πίστευε ότι η κοσμική τάξη ταυτίζεται με την ηθική τάξη, δίδαξε την αρετή ως προϋπόθεση για την συντήρηση της κοινωνίας.
Σύμφωνα με την διδασκαλία του, η «αυτάρκης πραγματικότητα» (τάο η ντάο), από την οποία έχουν δημιουργηθεί τα πάντα, αποτελεί δημιούργημα του Ουρανού.
Ο Ουρανός θεωρείται ο θεμελιωτής της αρετής, η οποία, στην πλέον απόλυτη μορφή της, είναι η καλοσύνη, «μητέρα» όλων των αρετών. Αυτή ονομάζεται Ζεν.6
6/. Στις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες (ΣΣ: Αναφερθήκαμε σχετικώς και συνοπτικώς στον Ισλαμισμό και Ταλμουδικό Ιουδαϊσμό ή Ταλμουδισμό (στο 1ον και 2ον μέρος)], ο Θεός δεν έχει ανάγκη εξειδικεύσεως. Ένας μόνον θεός είναι παγκόσμιος θεότης, η οποία έχει εξουσία επί παντός υπάρχοντος επί του ουρανού, της γης και ενίοτε του Άδου.
 Κατά τους «θρησκειολόγους», ο μονοθεϊσμός αντιπροσωπεύει προκεχωρημένον βαθμόν διανοητικής αναπτύξεως.
Η πίστη περιλαμβάνει γενικώς το ιερόν στοιχείον και την ιερότητα. [Ιερός/ιερά ή Ιερότης: Μυστηριώδης αρχή συναφής της πίστεως, η οποία ζει στον αισθητόν κόσμον]. Η ύπαρξη του ιερού διαπιστώνεται  διότι ο άνθρωπος θεωρεί ότι υπάρχουν δυνάμεις που επηρεάζουν την ζωήν του, οι οποίες κείνται έξω των φυσιολογικών μέσων, τα οποία χρησιμοποιεί για τον έλεγχον του περιβάλλοντός του.7
7/.  Η πίστη (Στις ανθρώπινες θρησκείες):
α/. Δεν είναι ανώτερη βαθμίδα γνώσεως, ενώ η γνώση συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση της πίστεως (Η Γνώση προηγείται της Πίστεως). Κατά συνέπεια, η θρησκευτική λατρεία, ως λατρεία του Θεού προέρχεται από την φυσική θεογνωσία, δηλαδή λατρεία θεού νοουμένου και όχι γιγνωσκομένου.
β/. Αντλεί την δύναμή της από την γνώση. Κάθε σύγκρουση ή σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών παραγόντων (πίστεως και γνώσεως) προέρχεται από ιστορικές επιταγές και αναγκαιότητες.
γ/. Δεν αποτελεί ανάγκη ή καταφύγιο λόγω των περιορισμένων ικανοτήτων της ανθρώπινης γνώσεως, ούτε είναι διέξοδος της ανικανότητας της ανθρώπινης γνώσεως να προσεγγίσει την περί Θεού γνώση...
δ/. Προϋποθέτει την υπαγωγή της όλης προσωπικότητας ενός ανθρώπου (λογική-βούληση-συναίσθημα), σε μια πραγματικότητα κειμένη εκτός αυτού και εκ της οποίας πιστεύει ότι εξαρτάται. Με άλλα λόγια, πίστη είναι η σταθερή αποδοχή κάποιας αληθείας, η οποία στηρίζεται επί της δικής μας γνώσεως και όχι επί αλλοτρίας.
ε/. Δεχόμενη το δόγμα, ΔΕΝ θεωρεί τους ενδεχομένους κομπασμούς της γνώσεως σαν αφροσύνη ή απώλεια πολυτιμοτάτου αγαθού. Η πίστη ΔΕΝ είναι δωρεά, ενώ η γνώση θεωρείται ως κατόρθωμα.
Για τους θρησκευομένους δεν υπάρχει Θεία Αυθεντία ή σε κάθε θρησκεία, υπάρχει κάποιας μορφής αυθεντία, κατά την αντίληψη ενός εκάστου των ιδρυτών της (Βλέπε την «αυθεντία» του Μωάμεθ, όπως περιλαμβάνεται στο Κοράνιον, τις «αυθεντικές» απόψεις του Παπισμού με το «αλάθητον» του Πάπα και κάθε μιάς από τις «αυθεντίες» των αντιμαχομένων παραφυάδων του Προτεσταντισμού).
8/. Ο φιλόσοφος δεν υποτάσσεται γιατί θεωρεί εαυτόν υπεράνω όλων. Μόνο όταν πιστεύσει θέτει σε πρώτη βαθμίδα την υπακοή και σε δεύτερη το κατόρθωμα της γνώσεως. Ο σοφός ισχυρίζεται ότι γνωρίζει αλήθειες, αλλά και ο πιστός φρονεί ότι «αναγνωρίζει» την αλήθεια. Οι πλείστοι από τους λεγόμενους φιλοσόφους, αρνούνται την εν τω κόσμω αποκάλυψη του Θεού.8
9/. Η σχέση πίστεως και ανθρώπινης λογικής, αποτέλεσε θέμα πολλών συζητήσεων στους φιλοσοφικούς και θεολογικούς κύκλους. Το κύριο ρεύμα (φιλοσοφία - θεολογία) του δυτικού κόσμου δέχεται ότι η πράξη της πίστεως, προετοιμάζεται και γίνεται δυνατή με την κατάλληλη άσκηση της ανθρώπινης λογικής επί δεδομένων που υποβάλλονται σ’ αυτήν. Αυτά τα δεδομένα εξετάζονται από το ανθρώπινο πνεύμα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η πράξη της πίστεως, όταν χρειασθεί, να μην στρέφεται εναντίον της λογικής, αλλά να εκτείνεται «επέκεινα της λογικής».
10/.  Ο πεπτωκώς άνθρωπος δύναται και χωρίς την θεία αποκάλυψη να λατρεύσει τον «αληθινόν» Θεόν.9 Ο δεσμός της γνώσεως με την λογική πραγματικότητα, οδηγεί στην έξοδο προς την απόλυτη αρχή (Αλήθεια, Δημιουργία).10
11/. Η πίστη είναι μία διανοητική παραδοχή των αιώνιων Λόγων περί Θεού ως αντικειμενική Αλήθεια, με αποτέλεσμα η Πίστη να λειτουργεί ως μία ανθρώπινη άποψη που εξυπηρετεί συμφέροντα, προσωπικά, επαγγελματικά, ταξικά, εθνικά, κλπ.11
12/. Το θέμα της πίστεως αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ηθική του Fromm.12 Η Πίστη ορίζεται ως μια «βασική στάση ενός προσώπου, ένα γνώρισμα χαρακτήρα που διαποτίζει όλες τις εμπειρίες του, που δίνει την δυνατότητα σ’ έναν άνθρωπο ν’ αντιμετωπίζει την πραγματικότητα χωρίς αυταπάτες» (Fromm, E. 1974α, 255).
Για τον Fromm ο άνθρωπος δίχως πίστη είναι στείρος, απελπισμένος και γεμάτος φόβο. Θεωρεί πως πίσω από την υποτιθέμενη λογική βεβαιότητα των θετικών επιστημών, υπάρχει μια βαθιά αβεβαιότητα που κάνει τους ανθρώπους πρόθυμους να ασπαστούν την φιλοσοφία και την θρησκεία που τους εντυπωσιάζει. Η πίστη δεν πρέπει να διαχωρίζεται από την ορθολογική σκέψη διότι αποτελεί προϋπόθεσή της (Fromm,1986, 112-109).
Ο Fromm διακρίνει την πίστη σε παράλογη και λογική. Η παράλογη πίστη είναι η πίστη σε ένα πρόσωπο, ιδέα ή σύμβολο, που δεν απορρέει από την νοητική ή αισθηματική εμπειρία του ανθρώπου, αλλά βασίζεται στη συναισθηματική υποταγή του σε μια παράλογη εξουσία.13
Στην σύγχρονη κοινωνία, η πίστη συνδέεται με τα θρησκευτικά δόγματα στον τομέα των υπερβατών και παρατηρείται μεγάλη αποστροφή, που οδηγεί σε σύγχυση και απόγνωση.
Αντίθετα, η λογική πίστη πηγάζει από την εμπειρία της παραγωγικότητας του ατόμου, δεν μπορεί να είναι παθητική, αλλά πρέπει να είναι η έκφραση της αυθεντικής εσωτερικής δραστηριότητας. Βασικοί άξονες της λογικής πίστεως είναι η σκέψη, η κρίση, η αγάπη και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στον συνάνθρωπο, καθώς και η πίστη στην ανθρωπότητα.14
Ένα πολύ θετικό στοιχείο για την χριστιανική πίστη (ΣΣ: Ο Fromm δυστυχώς , όπως και όλοι σχεδόν οι Δυτικοί «φιλόσοφοι», κατατάσσει τον Χριστιανισμόν στις ανθρώπινες θρησκείες), είναι ότι τονίζει την δύναμη του ανθρώπου ν’ αγαπάει την ομοιότητά του με τον Θεό και ότι καλλιεργεί την στάση της λογικής πίστεως στον θρησκευτικό συμβολισμό (Fromm,1974α, 257-266).15
Απορρέοντα Ερωτήματα:
Μετά την συνοπτική παρουσίαση των αρχών και δογμάτων των θρησκειών ή θρησκευτικο-φιλοσοφικών συστημάτων, αλλά και της πίστεως όπως την εννοεί κάθε μία από αυτές, καλούνται οι έχοντες σώας και υγιείς φρένας άνθρωποι, να δώσουν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:
1ον/. Οι σημερινές δομές της εξουσίας, σχέσεις εξουσίας-πολιτών και συμπεριφορές στις κοινωνίες των προμνησθεισών χωρών, όπου κυβερνούν αχυράνθρωποι του Συστήματος, επικρατεί το παρακράτος των μαφιών και η πασιφανής-χαοτική κοινωνική ανισότητα εξουσιαστών και πολιτών, είναι εναρμονισμένες και ακολουθούν τις διδασκαλίες και τις ηθικές αρχές των δικών τους επισήμων θρησκειών και φιλοσοφιών; Εάν όχι,  τις ή τίνες πταίουν;
2ον/. Οι αρχές και τα δόγματα των μέχρι τώρα αναφερθεισών θρησκειών, ο «θεός» ή «θεοί» τους, καθώς και οι έννοιες-σημασίες της κατ’αυτές πίστεως, έχουν οποιαδήποτε σχέση με την Ορθόδοξη Πίστη, την Ορθοδοξία και τα όσα κατέλιπε εις ημάς ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, δια της Αγίας Γραφής; 
3ον/. Εάν ΔΕΝ έχουν σχέση, πως εξηγείται η συμμετοχή κάποιων αυτοαποκαλουμένων ορθοδόξων ιεραρχών σε Οικουμενιστικές συναθροίσεις, συζητήσεις  και συμπροσευχές;
4ον/. Οι υποστηρίζοντες την άποψη, πως οι παραπάνω «ορθόδοξοι» Οικουμενιστές ιεράρχες, εθελοθρησκεύουν, είναι άνομοι και αποστάτες της Ορθοδόξου πίστεως, έχουν άδικο; Είναι φουνταμενταλιστές ή ου κατ’επίγνωση ζηλωτές;  
Οι έχοντες ώτα ακούειν ακουέτωσαν και νουν νοείτωσαν !!!
β. Η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη
1/. Τα δόγματα της Ορθοδόξου Πίστεως, δεν προέρχονται από ανθρώπινες επινοήσεις ή φαντασιώσεις, αλλά από την Θεία Αποκάλυψη. Όμως, επειδή ο Θεός είναι ο αίτιος τόσον της Αποκαλύψεως όσον και του Ορθού Λόγου και δεν εξαπατά τον άνθρωπο, τα δόγματα υπερβαίνουν μεν την ανθρώπινη αντίληψη, διατηρούν δε τον μυστηριώδη χαρακτήρα τους, όντα προσιτά στην πίστη.
2/. Οι Χριστιανικές αλήθειες στηρίζονται κατά το περιεχόμενο επί της Θείας Αυθεντίας, κατά την μορφή όμως, προσδιορίζονται από την ανθρώπινη νόηση. Η νόηση είναι το όργανο δια του οποίου τα δόγματα :
α/. Διατυπώνονται υπό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
β/. Γίνονται οικεία, προσωπικά υπό του ανθρώπου.
γ/. Δικαιώνονται κατά των ενστάσεων της απιστίας.
3/. Ο Ορθός Λόγος, όχι μόνον δεν μπορεί να υψωθεί στις Χριστιανικές αλήθειες πριν αποκαλυφθούν, αλλά και τις αποκαλυφθείσες δεν μπορεί να συλλάβει διαφορετικά παρά δια της πίστεως, η οποία παρέχει την πεποίθηση περί υπάρξεως αοράτων πραγμάτων.
«Οι λογικές αποδείξεις για την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού, ακόμη και τα λογικά επιχειρήματα της Απολογητικής και η Αξιοπιστία της Ορθοδόξου παραδόσεως, απλώς είναι χρήσιμα βοηθήματα για να μας οδηγήσαουν στην Πίστη…».16
4/. Τις μυστηριώδεις αλήθειες της Αγίας Γραφής, τις οικειούται ο καθένας μόνο δια της πίστεως στην Θεοπνευστία της. Κανένας δεν μπορεί να τις αντιληφθεί ούτε με τον Νου, ούτε με την Θεολογική γνώση, ούτε με το ένα πόδι επί της πίστεως και το άλλο επί της γνώσεως.  
Χαρακτηριστικώτατο παράδειγμα, μοναδικής, ίσως, αυθεντικότητος, από τις Γραφές για την αδυναμία του νοός (Λογική) στην κατανόηση της περί Θεού αληθείας, είναι το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού εις τον παράδεισον. Το δένδρον εκείνο το οποίον εφύτευσε ο Θεός εις το μέσον του παραδείσου και του οποίου την απόλαυση εμπόδισε ο Θεός «ήταν μία Θεωρία της Θεότητος» (Γρηγόριος Θεολόγος).
Γιατί όμως εμπόδισε ο Θεός τους πρωτοπλάστους από μια τέτοια θεωρία, με την απειλή του θανάτου; Όχι φυσικά δια να μη γίνουν Θεοί όπως τους είπε παραπλανητικώς ο πονηρός όφις (διάβολος), αφού ήδη τους είχε δημιουργήσει θεούς κατ’εικόνα και ομοίωση, αλλά διότι «αυτός που τους εδημιούργησε, εγνώριζε πως ο νους τους δεν ημπορεί να καταλάβη την φύσιν της Θεότητός Του και θέλοντας να ερευνά και να εξετάζει συσκοτίζεται, απιστίζει, και απελπίζεται. Και εις τούτο μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Θεός» (Νικηφόρος Θεοτόκης).
Και ποια είναι η διαβεβαίωση του Θεού;
«Το όρος Σινά εκάπνιζε όλο διότι ως πυρ είχε καταβή επάνω εις αυτό ο Θεός. Ανέβαινε ο καπνός πυκνός όπως ο καπνός της ασβεστοκαμίνου. Ο Ισραηλητικός λαός εκυριεύθη από κατάπληξιν και δέος πολύ.......Ο Κύριος κατέβη εις την κορυφήν του όρους Σινά. Εκάλεσε τον Μωϋσή εις την κορυφήν του όρους και ο Μωϋσής ανέβη. Είπεν δε προς αυτόν ο Θεός «Καταβάς διαμάρτυραι τω λαώ, μη ποτέ εγγίσωσι προς τον Θεόν κατανοήσαι και πέσωσιν εξ αυτών πλήθος… [Κατέβα και ειπέ εις τους Ισραηλίτες, μην αποτολμήσουν να ερευνήσουν δια να καταλάβουν (Να ίδουν τον Θεόν), και ότι εάν παρακούσουν θα φονευθούν πολλοί από αυτούς… Ο Μωϋσής είπεν προς τον Θεόν...» (ΕΞΟΔΟΣ: 19/18-22)].
Με άλλα λόγια: «Βεβαίωσέ τους από μέρους μου, πως αν αποτολμήσουν να κάνουν τέτοιο πράγμα,  κρημνίζονται ευθύς από την χάριν μου, πίπτουν από την πίστιν που έχουν εις το βάθος της απιστίας. Αυτό παθαίνουν εκείνοι οι αυθάδεις, όσοι θέλουν με τον νου τους να καταλάβουν τον Θεόν» {Νικηφόρος Θεοτόκης}.
5/. Η πίστη και όχι η λογική, είναι η συνδέουσα τον καθένα με την Αποκάλυψη. Ο Ορθός Λόγος είναι το ειδολογικόν όργανον (Το άριστον γνωστικόν όργανον), της διατυπώσεως της οικειώσεως και της δικαιώσεως των δογμάτων.
Τα δόγματα ως εκφράσεις και διατυπώσεις της πίστεως, εκφέρονται δια συνεργασίας του νού, προφυλάσσοντος από κάθε παρεκδοχή και νόθευση. Εάν υπάρχουν αλήθειες, ισχύουσες σαν δόγματα, που στερούνται αυτής της θεωρητικής επεξεργασίας του νου, αυτές είναι κατά βάση ιστορικά γεγονότα και όχι δόγματα πίστεως.
Η πίστη δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα αλλά δώρο του Θεού. Μας την δίνει ο ίδιος ο Θεός. Πίστη είναι η αποδοχή του Θεού όπως μας αποκαλύπτεται.
6/. Την μέγιστη αξία του Ορθού Λόγου με αυτή την χρήση, δηλαδή ως οργάνου της οικειώσεως και εμβαθύνσεως στις Χριστιανικές αλήθειες, έρχεται πρώτη η Αγία Γραφή να δώσει, δηλαδή την αξίαν του γιγνώσκειν, συνάπτουσα το γιγνώσκειν και το πιστεύειν σε αδιάσπαστη ενότητα, ώστε κανένας να μην είναι σε θέση να ερωτήσει ποιο από τα δύο προηγείται.
«Kαι ημείς πεπιστεύκαμεν και εγνώκαμεν ότι συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος» (ΙΩΑΝΝΗΣ,6/69).
«Και ημείς εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν την αγάπην ην έχει ο Θεός εν ημίν» (Α΄ ΙΩΑΝΝΟΥ:4/16).
«Και τα δώρα του ήσαν μερικοί να είναι απόστολοι, άλλοι προφήται, άλλοι ευαγγελισταί, άλλοι ποιμένες και διδάσκαλοι, προς τον σκοπόν να καταρτίσουν τους αγίους....μέχρις ότου φθάσωμεν όλοι εις την ενότητα της πίστεως και της πλήρους γνώσεως του Υιού του Θεού..» (ΕΦΕΣ: 4/13).
«Ου παύομαι ευχαριστών υπέρ υμών μνείαν υμών ποιούμενος επί των προσευχών μου, ίνα ο Θεός του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού,ο πατήρ της δόξης δώη υμίν πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως εν επιγνώσει αυτού....» (ΕΦΕΣ:1/17).
7/. Η φράση «Πίστευε και μη ερεύνα» και η μελέτη της Αγίας Γραφής
α/. Συχνά ακούμε ή λέμε την φράση : «Το Ευαγγέλιο λέει: «πίστευε και μη ερεύνα». ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ αυτή η φράση στην Αγία Γραφή. Αντίθετα στο Ευαγγέλιο αναφέρεται η φράση «Ερευνάτε τας γραφάς».
«Πιο συγκεκριμένα στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (5/39), αναφέρονται τα εξής: «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν∙ και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού». Δηλαδή, «εξετάζετε, με προσκόλληση στο εξωτερικό γράμμα τις Ἀγιες Γραφές, διότι νομίζετε ότι με μόνη την ανάγνωση και την εξέταση αυτή θα έχετε ζωή αιώνια. Και (όντως) εκείνες είναι που μαρτυρούν για Μένα. Και όμως παρά την περί Εμού μαρτυρίαν των Γραφών, ΔΕΝ θέλετε να έλθετε προς Εμέ δια να έχετε ζωήν αιώνιον» (Ερμηνεία χωρίου υπό Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα).
Αυτή είναι η προσταγή του Κυρίου. Επειδή η Αγία Γραφή μαρτυρεί περί του Χριστού και με αυτήν ο Θεός δίδει μαρτυρία περί Εαυτού, πρέπει ο κάθε πιστός χριστιανός, να ερευνά τις «Γραφές», διότι με την έρευνα θα επιτύχει την αιώνια ζωή. «Και η ζωή αυτή υπάρχει στον Υιό Του και με την ένωση μετά του Υιού Του μεταδίδεται στους πιστούς. Εκείνος, που είναι ενωμένος διά της πίστεως με τον Υιό και έχει Αυτόν ως δικό Του, έχει την αληθινή και αιώνια ζωή». (Α΄ ΙΩΑΝΝ: 5/11-12).
β/. Η προτροπή του Κυρίου «ερευνάτε τας γραφάς», αναφέρεται και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. Το δοξαστικό της Λιτής στην γιορτή της Υπαπαντής του Κυρίου, λέει τα εξής:
«Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς, καθως εἶπεν ἐν Εὐαγγελίοις Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· ἐν αὐταῖς γὰρ εὑρίσκομεν αὐτόν, τικτόμενον καὶ σπαργανούμενον, τιθηνούμενον καὶ γαλακτοτροφούμενον, περιτομὴν δεχόμενον, καὶ ὑπὸ Συμεὼν βασταχθέντα, οὐ δοκήσει οὐδὲ φαντασίᾳ, ἀλλ’ ἀληθείᾳ τῷ κόσμῳ φανέντα, πρὸς ὃν βοήσωμεν· ὁ πρὸ αἰώνων Θεός, δόξα σοι.» (Δόξα… Ἦχος πλ. α’)
γ/. Στην εύλογη, λοιπόν, απορία, πως προέκυψε η φράση «πίστευε και μη ερεύνα», η απάντηση είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από τους φραγκοπαπικούς Ιησουΐτες. Οι Ιησουΐτες, τάγμα μοναχών της δυτικής παπικής Συναγωγής, είχαν την φράση αυτή, ως αρχή τους. Η έννοια δε της φράσης ερμηνεύεται ως εξής:
«Κάνε ό,τιδήποτε, ατίμασε, εξαπάτησε, πάτησε πάνω σε πτώματα, αρκεί όλα αυτά να τα κάνεις για καλό σκοπό, οπότε δεν συμβαίνει τίποτε». Αλλά αυτός ο τρόπος σκέψεως και δράσεως, όχι μόνον δεν είναι σύμφωνος με την ηθική του Ευαγγελίου, αλλά είναι τελείως ξένος προς αυτό. Είθισται η χρήση της φράσεως, να αποβλέπει στο να καθησυχάζουν την συνείδησή τους για τα ανομήματά τους και να αποφεύγουν τον έλεγχό της».17
δ/. Προϋποθέσεις Μελέτης και κατανοήσεως της Αγίας Γραφής.
1//. Βεβαίως δεν είναι εύκολον με μία απλή μελέτη, να εισχωρήσει κανείς στα ύψιστα νοήματα της Αγίας Γραφής. Χρειάζεται  ειδικός τρόπος ερεύνης-μελέτης, μάλιστα δε εκ μέρους των μορφωμένων, φιλολογική κατανόησις, φιλοσοφική εμβάθυνσις, αναγωγή σε παράλληλα χωρία, συμμελέτη και συζήτησις με άλλους, ώστε «δια της συνεργασίας των πολλών, να γίνεται πλουσιωτέρα η ανόρυξις χρυσού από ανεξάντλητα μεταλλεία των Γραφών».
Εκείνο όμως το οποίον προ παντός χρειάζεται, είναι η προπαρασκευή της καρδίας, η αγαθή διάθεσις της ψυχής, η ακλόνητος πίστις προς τας Γραφάς και τέλος η προσευχή προς τον Τριαδικόν Θεόν, από ΟΛΟΥΣ,  ώστε ο Θεός να διανοίξει την καρδίαν και να φωτίσει τον νουν εις την κατανόησιν του προς μελέτην ιερού κειμένου..
Συνοπτικώς, της μελέτης των Αγιογραφικών κειμένων, προηγούνται η ακλόνητος, εδραία και τεθεμελιωμένη (Ορθόδοξη) πίστη, προπαρασκευή της καρδίας, και αδιάλλειπτος προσευχή στον Ένα και μοναδικόν/Αληθινόν Θεόν.
2//. Είναι προφανές ότι, οι προϋποθέσεις που θέτει η Ορθοδοξία για μελέτη, έρευνα και κατανόηση των υψηλών νοημάτων της Αγίας Γραφής, ούτε κατά διάνοιαν υιοθετούνται από τους ερευνητές και μελετητές, οπαδούς ή πιστούς των διαφόρων θρησκειών και θρησκευτικών σεκτών, καθ’ όσον:
.Όλες οι θρησκείες και θρησκευτικές σέκτες απορρίπτουν τον Τριαδικόν Θεόν της Ορθοδοξίας και η κάθε μία, προτάσσει  τον δικόν της «θεόν» ή «θεούς».
.Τα λεγόμενα χριστιανικά δόγματα (Παπισμός, προτεσταντισμός, κλπ), έχουν απορρίψει τόσον την Θεολογική ερμηνεία του Ορθόδοξου Τριαδικού δόγματος, όσον και τα λοιπά θεσπισθέντα και επικυρωθέντα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, δόγματα της Ορθοδοξίας.
.Τα δόγματα των λοιπών θρησκειών και σεκτών, ΟΥΔΕΜΙΑΝ σχέση έχουν με τα τοιαύτα της Ορθοδοξίας.
.Οι μελετητές ή «θεολόγοι» των θρησκειών στηρίζουν τις ερμηνείες τους αποκλειστικώς στην διανοητική-λογική επεξεργασία των κειμένων, και την απόδοσή τους, ορθολογιστικώς και ωφελιμιστικώς, ως «ορθές», ο καθένας κατά την δοκισησοφίαν του.
Συνοπτικώς, της μελέτης των Αγιογραφικών κειμένων, από τους μελετητές και «θεολόγους» των θρησκειών και πάσης φύσεως θρησκευμάτων και θρησκευτικών σεκτών, προηγούνται, η προπαρασκευή της διανοίας, η άντληση στοιχείων από την γνώση και η αλαζονική πεποίθηση, βεβαιότητα ότι οι ερμηνείες των κειμένων, στις οποίες θα καταλήξουν:
.Είναι σύμφωνες με τα «πιστεύω» της θρησκείας που ακολουθεί ή με τις εντολές που έχει λάβει ο καθένας, από κάποια φανερή ή κρυφή πολιτικο-θρησκευτική Εξουσία..
.Είναι διαφοροποιημένες από τα ισχύοντα μέχρι τότε (την μακράν περίοδον των μελετών), ώστε να προβληθούν ως νέες «βελτιωμένες» θρησκευτικές ιδέες και αρχές «Αποκαλύψεως» Της Αληθείας.
Σε κάθε περίπτωση, ο φιλόσοφος ή μελετητής των Γραφών, οιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος, μπορεί να καταλήξει στην διατύπωση απόψεων, οι οποίες πιθανώτατα να αποτελέσουν την απαρχήν δημιουργίας μιας νέας θρησκείας ή θρησκευτικής σέκτας. Έτσι δημιουργήθηκε η αίρεση του Φραγκοπαπισμού, με νέα δόγματα πίστεως (ενώ επί χίλια περίπου χρόνια οι δυτικοί ακολουθούσαν τα δόγματα της Ορθοδοξίας) και κάπως έτσι εκκολάφθησαν οι προτεσταντικές θρησκευτικές παραφυάδες του Λουθήρου, του Καλβίνου, του Ζβιγγλίου και όχι μόνον..
Μετά από τα μέχρι τώρα παρουσιασθέντα, για όποιους δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη ότι μεταξύ της Ορθοδοξίας και ανθρωπίνων θρησκειών-θρησκευτικών σεκτών, υπάρχει «αβυσσαλέον χάσμα», ή εξακολουθούν να έχουν αντιρρήσεις και αμφιβολίες, συνεχίζομεν…
Εκτός και εάν οι αμφισβητίες ή αντιρρησίες «τυφλοί τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εισίν»….
               Συνεχίζεται 











1 Το 1686 δημοσιεύει το Θεολογικό Σύστημα, βασικός στόχος του οποίου είναι να προετοιμάσει την ένωση Παπικών («καθολικών») και προτεσταντών. Αλλά ο όρος για την ένωση αυτή είναι ένα είδος ορθολογικής θεολογίας, την οποία ο Λάϊμπνιτς επεξεργάζεται με αυστηρότητα μαθηματικού τύπου και στην οποία υποστηρίζει ότι, ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε και να λατρέψουμε τον Θεό, είναι να εργαστούμε για την πρόοδο της επιστήμης, η οποία αποκαλύπτει την τάξη και τον πλούτο της δημιουργίας.
2 «Θρησκεία και φιλοσοφία»..Τα στοιχεία προέρχονται από την εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή, Τόμος 16ος, σελίδα 56.
3 Υπερβατικός, -ή, -ό :Σχετικός με τον υπεραισθητό ή μεταφυσικό κόσμο, με τον κόσμο που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις.
4 Για παράδειγμα, τα δέντρα βογκούν και τρίζουν, επομένως μιλούν ή είναι κατοικία πανίσχυρων πνευμάτων. Οι άνεμοι μιλούν, αναστενάζουν, προειδοποιούν, απειλούν, θορυβούν περιπλανώμενες δυνάμεις, φιλικά ή εχθρικά όντα. Το νερό κινείται, αρθρώνει λόγο, προφητεύει. Το φως και το σκοτάδι είναι ενεργητικοί και άγρυπνοι παράγοντες.
5 Η λέξη «Ταοϊσμός» χρησιμοποιείται ως μετάφραση των κινεζικών όρων Νταοζιάο (道教, «διδασκαλίες/θρησκεία του Ντάο») και Νταοζία (道家, «σχολή του Ντάο»). Σημαίνει «ατραπός« ή «δρόμος», αλλά στην κινεζική θρησκεία και φιλοσοφία έχει προσλάβει περισσότερο αφηρημένα νοήματα. Το σύνθετο Νταοζιάο αναφέρεται στον Νταοϊσμό ως θρησκεία. Το Νταοζία αναφέρεται στην δραστηριότητα των λογίων κατά τις μελέτες τους.
6 Η σημασία της λέξεως Ζεν αυτής είναι της αυτοεπιβολής, που προϋποθέτει τον πλήρη αυτοέλεγχο για την εξάλειψη όλων των επιθετικών ενστίκτων και αρνητικών συναισθημάτων, που βρίσκονται μέσα στον άνθρωπο. Η ενάρετη συμπεριφορά επιβάλλει την αγάπη στον πλησίον, με συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι ό άνθρωπος πρέπει να μάθει να αγαπά πρώτα την οικογένειά του, ακολούθως να επεκτείνει την αγάπη αυτή στα μέλη της κοινωνίας και τέλος να συμπεριλάβει και την πολιτεία, της οποίας ο ηγεμόνας είναι ο γιος του Ουρανού και πατέρας όλων των υπηκόων του.
Η Κομφουκιανική αρετή επιβάλει την ευσέβεια (χιάο xiao), μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η σύνδεση από τη μία των ζωντανών με τους νεκρούς προγόνους τους και από την άλλη των ατόμων με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
7 ἱερότης: -ητος, ἡ, ὡς τὸ ἀγιότης ἢ ἀγιωσύνη, Λατ. sanctitas, ὡς προσωνυμία, Τζέτζ. Ἐπιστ. 1. σ. 267. (Greek (Liddell-Scott)
8 Ο κύριος λόγος της αρνήσεως «είναι η άγνοια του θεού και των ανθρώπων, διότι ο γιγνώσκων τον θεόν κατά τα ιδιώματα αυτού και τον άνθρωπον εν τη πνευματική φύσει αυτού, ουδέποτε τολμά να αρνηθή την εν τω κόσμω θείαν αποκάλυψν. Διότι και η επιστημονική αλήθεια πείθει αυτόν, και το ιδιαίτερον αίσθημα του ανθρώπου, όπερ καλείται θρησκευτικόν, πληροφορεί αυτόν. Η άγνοια άρα Θεού και ανθρώπου θέτει τον Θεόν αυθαιρέτως σε μονομερή υπερβατικότητα, ορίζει εις Αυτόν τόπον διαμονής, όπως θα ώριζε κάποιος το οίκημα του δούλου του, περιορίζει Αυτόν εις τον χώρον, ως πεπερασμένον ον, και θέτει Αυτόν όπου ο εγωϊστής νους αρέσκεται»(Άγιος Νεκτάριος).
9 Όποιος νομίζει ότι χωρίς την θεία αποκάλυψη λατρεύει (αναζητεί, επικαλείται, επικοινωνεί) τον Θεό πλανάται, γιατί αυτού του είδους η «λατρεία» είναι απλά, φιλοσοφική θεώρηση περί Θεού.
«Λατρεία μόνον από την φυσική θεογνωσία είναι λατρεία θεού νοουμένου και όχι γιγνωσκομένου. Η λατρεία του μη γιγνωσκομένου  είναι λατρεία του νου και όχι της καρδίας, λατρεία χωρίς αγάπη, χωρίς επικοινωνία με τον Θεό. Είναι ανύψωσις του πνεύματος προς την ιδέαν του υπερτάτου όντος. Αυτή η αναγωγή δεν είναι λατρεία αλλά φιλοσοφία περί Θεού»(Άγιος Νεκτάριος).
10 Όμως ακόμα και σε άμεμπτες λογικές, υπάρχουν σοβαρά λογικά κενά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η φράση του Επιμενίδη, που ήταν Κρητικός, ότι «Όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες».
11 «Μέθεξη Αληθείας», Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, εκδ. Επτάλοφος, σ. 24.
12 Ο Έριχ Φρομ (Erich Fromm, 1900-1980) ήταν Γερμανός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, κοινωνιολόγοςκαι φιλόσοφος. Θεωρείται από το Σύστημα ως ένας τους σημαντικότερους ψυχολόγους του 20ου αιώνα.
13 Ως παράδειγμα παράλογης πίστης ο Fromm αναφέρει την υποταγή των Εβραίων στους Αιγυπτίους και την αδιαφορία τους για την ελευθερία, την οποία διεκδίκησαν μόνο όταν είδαν θεϊκά σημεία στο πρόσωπο του Μωϋσή, ενώ η πίστη τους στον Θεό έπρεπε να πηγάζει από τη δική τους εμπειρία και την ιστορία του έθνους τους.
14 Ως παράδειγμα λογικής πίστεως ο Fromm και πάλι κάνει αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη, στο θαύμα του διαχωρισμού των υδάτων της Ερυθράς Θάλασσας που συνέβη όχι αμέσως μετά τη ρίψη του ραβδιού από τον Μωυσή, αλλά την στιγμή που ο πρώτος Εβραίος πήδησε στη θάλασσα.
15 Η έννοια της Θρησκευτικής Εμπειρίας στην Διαπροσωπική Θεωρία Ψυχανάλυσης του Erich Fromm: Προεκτάσεις στη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, Γεώργιος Χαλκιάς, Ph.D. Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπαίδευσης.
16 Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, ο.α., σ.26.
17 Πηγή: Πληροφορίες από το βιβλίο: «Ο Νόμος του Θεού και ο Άνθρωπος», του μακαριστού Αρχιμ. Καλλιστράτου Ν. Λυράκη, Αθήνα 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου