Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1453-1821)1


ΜΕΡΟΣ 3ο
 Β. 16ος αιώνας (ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ ΘΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ)2
1. Γενικά
Επί εκατόν πενήντα χρόνια μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, τον χώρο όπου άλλοτε ανθούσε ο Ρωμαίϊκος (Βυζαντινός) /Ελληνικός πολιτισμός, σκέπαζε πυκνό πνευματικό σκοτάδι. Η τραγικότητα της καταστάσεως επισημαίνεται, με επιγραμματικό τρόπο, στα λόγια του Ματθαίου Καμαριώτη, πρώτου μετά την Άλωση διευθυντού της Πατριαρχικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως: «Τα πάντα εν απωλεία, εν ατιμία τα τίμια, ο βοηθήσων ουδείς».3
Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, πρωτονοτάριος του Πατριαρχείου,4 σε επιστολή του προς τον φιλέλληνα λόγιο Μαρτίνο Κρούσιο, μας δίνει μια θλιβερή στατιστική εικόνα για το δυναμικό της χώρας σε λογίους, που δεν υπερβαίνουν ίσως τους 50, εκατόν είκοσι επτά χρόνια μετά την Άλωση:
«Εν Κωνσταντινουπόλει εισί μαθηταί τού εμού πατρός ωσεί 10. Εν Πελοποννήσω και άλλοις τόποις έτεροι 10 ή και πλέον. Εισί μαθηταί Θεοφάνους, ιερομόναχοι, 10. Εισί Ερμοδώρου μαθηταί εν Χίω τέσσαρες και αλλαχού, έκαστος εν τη ιδία πατρίδι, υπέρ τους δέκα. Εν Πατριαρχείω νυν εστί διδάσκων επ’ εκκλησίαις ιερομόναχος Μεθόδιος. Λέγει ενίοτε και Πατριάρχης».5
Στα φοβερά εκείνα χρόνια, δηλαδή στους αιώνες 15ο και 16ο, μόνο χάρη στις προσπάθειες της Εκκλησίας μας που διατηρούσε, με την ανοχή των Τούρκων, σχολεία στους νάρθηκες των ναών, παρεχόταν στους υπόδουλους κάποια μορφή υποτυπώδους παιδείας. Βέβαια, τα αποτελέσματα αυτής της παιδείας δεν μπορούσαν παρά να είναι πενιχρά.
Ο διαδεχθείς τον Σελίμ Α΄ σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄(1520-1560), αύξησε τον υπό των πατριαρχών διδόμενον φόρον εις τέσσαρες χιλιάδες χρυσά νομίσματα. Ο αυξημένος φόρος κατεβλήθη παρά του Πατριάρχου Ιερεμίου Α΄ (1522-1545), κατά διαταγήν όμως του Σουλεϊμάν, κατεβιβάσθη ο επί του κωδωνοστασίου της Παμμακαρίστου Σταυρός, ενώ κατά Σουλτανικήν προσταγήν, κατεσφάγησαν ή εξηνδραποδίσθησαν άπαντες οι μοναχοί των μονών των Στροφάδων νήσων.
Τέλος επί Σουλεϊμάν Β΄ και «μετά τινα έτη εκόπτοντο αι γλώσσαι των Χριστιανών της Αλεξανδρείας ίνα μη ομιλώσι ελληνιστί».
Επί του αυτού Σουλτάνου, εμαρτύρησε την Παρασκευήν της Διακαινησίμου (18 Απριλίου 1526) και ο εξ Ιωαννίνων Ιωάννης, ριφθείς ζωντανός εις την πυράν μετά φοβεράν μαστίγωσιν και στην συνέχεια αποκεφαλισθείς.
Ποίον ήτο το έγκλημά του; Αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει!!!
Με παρόμοια σκληρότητα εθανατώθησαν την εποχήν εκείνην και πλείστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί μάρτυρες, αρνούμενοι να εξισλαμισθούν.
Αλλ’ ο 16ος αιών, δεν ανέδειξε μόνον ηρωϊκούς νεομάρτυρες. Ανά πάσαν στιγμήν το Έθνος ζούσε με την ελπίδα και με την βεβαιότητα της Αναστάσεως, όταν δε ο Πατριάρχης Διονύσιος Β΄ διαδεχθείς τον Ιερεμίαν Α΄, ανήλθεν εις τον Οικουμενικόν θρόνον οι αρχιερείς «επροσκύνησαν αυτόν ως αυθέντην αυτών και Βασιλέα και Πατριάρχην».
2. Παιδεία- Εκπαίδευση- Εθνική Διαπαιδαγώγηση
α. Γενικά
Από την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα, οι σπουδαγμένοι στην Ευρωπαϊκή Δύση ιερωμένοι και κοσμικοί αρχίζουν να στελεχώνουν πολλά από τα οργανωμένα ή και τα υποτυπώδη εκπαιδευτήρια της Ελληνικής Ανατολής. Από αυτούς προέκυψαν οι πρώτες διευρύνσεις του εκπαιδευτικού προγράμματος των ελληνικών σχολείων, τα οποία αρχίζουν να αποβλέπουν στην κάλυψη και άλλων αναγκών εκτός από τις εκκλησιαστικές.6
Ο δεσμός της εκκλησίας - σχολείου, ό οποίος και στα χρόνια τής Ρωμαίϊκης/ Ελληνικής (Βυζαντινής) περιόδου ήταν στενός, έγινε τώρα στενώτερος και οι κάπως πιο μορφωμένοι διδάσκαλοι - ιερείς εδίδασκαν στους νάρθηκες των εκκλησιών στους νέους όχι μόνον τα εκκλησιαστικά βιβλία, αλλά κατά καιρούς και αποσπάσματα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως π.χ. του Αριστοτέλη, Πλουτάρχου κ. λ.π., διδασκαλία πού βαίνει προς γενίκευση μετά τον 17ον αι., όπως μαρτυρούν τα πολλά σχετικά χειρόγραφα πού έχουν διασωθεί. Αυτό ήταν το σχολείο των πρώτων αιώνων τής τουρκοκρατίας.
β. Η κατάσταση (σχολείων-μαθητών-διδακτικού προσωπικού)-Μαρτυρίες
1/ Σε κάθε πόλη, όπως και στα νησιά του Αιγαίου, Πάτμο, Σάμο, Μήλο, Κω κ. λ., ή και του Ιονίου κατά τα τέλη το 16ου αι., λειτουργούσε σχολείο αγοριών, χωρίς τάξεις, μονοτάξιο, θα λέγαμε σήμερα, προσαρτημένο στην εκκλησιά. Ο μοναδικός δάσκαλος, συνήθως ιερέας, τούς δίδασκε μόνο να διαβάζουν εκκλησιαστικά βιβλία, το Ωρολόγιο, την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι, τις διάφορες ακολουθίες, κλπ. Ελάχιστοι όμως, ακόμη και από τούς «πρεσβυτέρους» και από τούς καλογήρους, καταλάβαιναν πλήρως τα βιβλία αυτά. Η εκπαίδευση δηλαδή είχε περιορισθεί στα λεγόμενα κολλυβογράμματα.7
2/ Οι νάρθηκες - σχολεία λοιπόν των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά Ρωμαίϊκη/Ελληνική (Βυζαντινή) πού οφείλετο, στην γνωστή εκείνη τάση των λογίων Ελλήνων (αργότερα και των Σλάβων) να ξεχωρίζουν μερικούς από τούς σοφούς εκείνους, πού με την διδασκαλία τους προπαρασκεύασαν κατά κάποιο τρόπο, την εμφάνιση του Χριστιανισμού και τον βοήθησαν αργότερα στην ένχυση ή θεμελίωση των δογμάτων του.
3/ Η συνήθεια αυτή - μιά μορφή από τις επιβιώσεις των κλασσικών αναμνήσεων μέσα στην Ελληνική Αυτοκρατορία/Ρωμανία (Βυζάντιο) - εντείνεται στα χρόνια τής τουρκοκρατίας. Έτσι ό Προτεστάντης (διαμαρτυρόμενος) ιερέας St. Garlach, μνημονεύει την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στην Αγία Σοφία, η οποία είχε ωραίες τοιχογραφίες πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, φιλοσόφων, ρητόρων και ποιητών. Ανάμεσα στους τελευταίους αυτούς μνημονεύει τον Αριστοτέλη, Ιώσηπο, Σοφοκλή και Φίλωνα.
Αρχαίοι επίσης σοφοί, όπως ό Σόλων, ό Πλάτων, ό Αριστοτέλης, ό Θουκυδίδης κ.α. παριστάνονται στις τοιχογραφίες ωρισμένων εκκλησιών τόσον στην ηπειρωτική Ελλάδα (παρεκκλήσιο τής Πορταΐτισσας στην μονή Ιβήρων, 1683,  μονή Αγ. Νικολάου του Σπανού στα Ιωάννινα, 1559 – 1560, κ.α.), όσον και στην Μ. Ασία (στην περιοχή Ικονίου).
Οι Ηπειρώτες τεχνίτες κοσμούν με παρόμοιες τοιχογραφίες την τράπεζα τής μονής του Μπατσκόβου (1623) και τον γυναικωνίτη τής εκκλησίας τής Γεννήσεως του Χριστού στο Αρμπανάσι,8 όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες Αρβανίτες από την Βόρειο Ήπειρο, από τους οποίους έλαβε και το όνομα.
Η αποτύπωση των μορφών των αρχαίων σοφών επάνω στους τοίχους των ναρθήκων δεν ενοχλούσε τα αισθήματα των ευσεβών χριστιανών. Γι’ αυτό και στις κωδικοποιημένες πια οδηγίες του ζωγράφου Διονυσίου του εκ Φουρνά, βλέπουμε να περιλαμβάνωνται και ειδικές για τον τρόπο τής παραστάσεως εκείνων των σοφών, του Απολλωνίου, Σόλωνος, Θουκυδίδη, Πλουτάρχου, Πλάτωνος, ‘Αριστοτέλη κ.α..
Η τόνωση τής παλιάς εκείνης συνήθειας κατά τούς αιώνες τής τουρκοκρατίας, δηλαδή η απεικόνιση των ένδοξων προγόνων από τούς ξεπεσμένους πλέον επιγόνους, αφ’ ενός μεν αποδεικνύει  τον θαυμασμό των υποδούλων Ρωμηών/Ελλήνων προς τους ενδόξους προγόνους τους, αφ’ ετέρου συνετέλεσε, σ’ ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο, στην διατήρηση της Εθνικής συνειδήσεως των ραγιάδων Ρωμηών/Ελλήνων.
4/ Εκτός από τα κοινά σχολεία (Scholae triviales), πού λειτουργούσαν στην Κωνσταντινούπολη ή και στις επαρχίες, μέσα στον νάρθηκα των εκκλησιών ή σ’ ένα κελλί των μονών, δεν υπήρχε κανένα άλλο ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αν εξαιρέσει βέβαια κανείς την πατριαρχική ακαδημία. Για τα σχολεία τής Πόλης φρόντιζε ό ίδιος ό πατριάρχης και τα «συμβούλιά του».
5/ Στο Αιγαίο oλίγοι κατανοούσαν τον Όμηρο, Θεόκριτο, κ.λ.π. Στην Χίο ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Εκεί, κατά τον Κρούσιο (Crusius), μερικοί Έλληνες εδίδασκαν την φιλοσοφία. Πιθανώτατα, ήσαν οι μαθητές του μοναχού και ιεροκήρυκος Θεοφάνη Ελεαβούλκου,9 πού είχαν μάθει καλά γράμματα, είχαν προκόψει και «σπαρθή εις τον κόσμον», και ιδίως του Μιχαήλ Ερμοδώρου Ληστάρχου, ό οποίος δίδαξε κατά διαστήματα μεταξύ 1533 - 1563.
Ανάμεσα στους μαθητές του πρέπει να μνημονεύσουμε τον Ιάκωβο Διασσωρίνο, τον Ιάκωβο Βασιλικό Ηρακλείδη, τον Ιωάννη Μινδόνιο, Θεόδωρο Ρέντιο και Μιχαήλ Σοφιανό. Αξιόλογοι επίσης λόγιοι υπήρξαν ό Εμμ. Γλυζούνιος ή Γλυζώνιος, αντιγραφέας χειρογράφων, και ό Γεώργιος Κορέσιος (1641), λαμπρός ιεροκήρυκας, δάσκαλος και ιδρυτής σχολείου.
Ως επιμελητής κειμένων και εκδότης ο Γλυζώνιος, βοηθήθηκε από λόγιους της εκκλησίας όπως από τους κρητικούς Μάξιμο Μαργούνιο, επίσκοπο Κυθήρων, και Γαβριήλ Σεβήρο, μητροπολίτη Φιλαδέλφειας και προϊστάμενο της ελληνικής εκκλησίας. της Βενετίας. Παράλληλα με το εκδοτικό του έργο εργαζόταν και ως αντιγραφέας κωδίκων καθώς και με την συλλογή και εμπορία τους. Μάλιστα ήταν από τους κύριους προμηθευτές χειρογράφων του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Β΄ του Καθολικού.
Όταν το 1596 πέθανε στην Βενετία, στις αποθήκες του βρέθηκε μεγάλος αριθμός βιβλίων, τα οποία οι εκτελεστές της διαθήκης του θέλησαν να πουλήσουν χονδρικώς. Όμως η χαμηλή τιμή και οι όροι αποπληρωμής που πρότεινε ο υποψήφιος αγοραστής ματαίωσαν την πώληση. Προτάθηκε τότε στην ελληνική κοινότητα και στην ελληνική εκκλησία της Βενετίας να αγοράσουν τα βιβλία και να τα εμπορευτούν για λογαριασμό τους. Η πρόταση έγινε δεκτή το 1597.
Δεν ξέρουμε πόσα ακριβώς ήταν τα βιβλία, γνωρίζουμε όμως ότι ένα μέρος κλάπηκε και ένα μέρος τους πουλήθηκε σε βιβλιοπώλες της πόλης. Το 1600 μάλιστα ο Δ. Αλιμπράντι, τυπογράφος της Βενετίας, αγόρασε 21.500 βιβλία με 47 διαφορετικούς τίτλους, ανάμεσά τους και 741 Γλυτζούνια. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο συνολικός αριθμός των βιβλίων ήταν πολύ μεγάλος. Μέρος των βιβλίων αυτών παρέμεινε στην ελληνική κοινότητα της Βενετίας και απετέλεσε έναν από τους κυριότερους πυρήνες της βιβλιοθήκης της.    
Με την διαθήκη του άφησε 2000 δουκάτα, για να χτιστεί σχολείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Χίο καθώς και για την πρόσληψη και πληρωμή κατάλληλου δασκάλου.
Ο Γλυζώνιος μέχρι τέλος της ζωής του στάθηκε ωφέλιμος για το έθνος του. Η Λογαριαστική του, το Γλυτζούνι, ήταν ένα μεγάλο δώρο για τους Έλληνες (μαθητές και εμπόρους), γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες της διασποράς ασχολούνταν με το εμπόριο και ότι το εμπόριο μαζί με την τυπογραφία έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην πνευματική ανάταση και την απελευθέρωση των Ελλήνων. (O Εμμανουήλ Γλυζώνιος και η Λογαριαστική του, πιο γνωστή ως Γλυτζούνι. Άρθρο της Ηλέκτρας Καμπουράκη-Πατεράκη, μαθηματικού, εφημ. ΠΑΤΡΙΣ Κρήτης, 12 Μαρτίου 2007).
6/ Στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, οι αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στο γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι οποίες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.
Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…10

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά (Scriptorium). Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγούμενων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά την διάρκεια της αντιγραφής τους.
Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium, στις μονές υπήρχε μια σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στην Μεγίστη Λαύρα) φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, την  «Ξηροποτάμινην γραφήν», που είναι γνωστή και ως «αγιορείτικη».
7/ Όπως μας πληροφορεί ό φοιτήσας στην Πάδοβα Κρητικός Κωνσταντίνος Σέρβιος, ό οποίος τον Οκτώβριο του 1583 γράφει στον Crusius, οι λόγιοι ήταν πολύ λιγότεροι, και εξ αιτίας τής τουρκικής δουλείας, λίγοι Έλληνες λόγιοι βρίσκονται στις ελληνικές χώρες και αυτοί καταφεύγουν συνήθως στο μοναδικό τους άσυλο, στην Κρήτη.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν για την παιδεία τους ό Θεοδόσιος Κόμης ό Κορίνθιος, «humanioribus literis perpolitus», και ό Ιωάννης Κατέλος ή Κατελός, όπως τον έχει ό Νινολάκης, «summae virtutis juvenis, in politioribus stubiis nemini secundus», ό νομικός Ανδρέας Σπιέρας, ό Ιατροφιλόσοφος Δανιήλ Φουρλάνος και άλλοι ακόμη γιατροί. Σ’ αυτούς βέβαια πρέπει να προσθέσουμε και τον ιερέα Ιωάννη Μορεζήνο, αναγνωρισμένο ιεροκήρυκα με οικονομική άνεση, πού του έδινε την δυνατότητα ν’ αποκτά βιβλία και να επιδίδεται στην μελέτη και σε συγγραφές θρησκευτικού περιεχομένου (εγκώμια, λόγους, τροπάρια).
Δεν έλειψαν από την μεγαλόνησο και ο ιστορικός της: ό Αντώνιος Καλλιέργης (1521 - 1555), ό Ανδρέας Cornaro, αδελφός του ποιητού, και ό Ιωάννης Βεργίτζης (τέλη 16ου-αρχές 16ου αι.), οι οποίοι έγραψαν «Ιστορία τής Κρήτης» - έργα πού έμειναν σχεδόν ανέκδοτα.
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν την πνευματική κίνηση ιδίως στην Κρήτη, ή γενική εικόνα τής παιδείας στις ελληνικές χώρες δεν είναι ενθαρρυντική.
8/ Στα νησιά παρατηρείται πνευματική αφύπνιση, στην Χίο, στην Πάτμο, στις Κυκλάδες (Νάξο, Πάρο, Μήλο κ.λ.π.) πλην όμως λόγω των ειδικών συνθηκών, η εκπαίδευση γινόταν κυρίως με δασκάλους δυτικούς μοναχούς, ιησουΐτες και καπουκίνους. Στην Λέσβο αξιοσημείωτο γεγονός είναι ή ίδρυση τής σχολής Λειμώνος στην ομώνυμη μονή, όπου δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ 1532 – 1540, ο μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος,11 και «φροντιστηρίου» στην μονή Μυρσινιωτίσσης για τις μονάστριες.
9/ Σε πολλά νησιά το Νοτίου Αιγαίου διδάσκεται και η Ιταλική εξ αιτίας του ενδιαφέροντος πού κινεί ή εμπορική επικοινωνία με την Βενετία. Εκτός από τα στοιχειώδη σχολεία πού λειτουργούσαν στις ελληνικές περιοχές, αξίζει να μνημονευθεί και ή σχολή τής ελληνικής κοινότητας της Βενετίας πού ιδρύθηκε στα 1539, όπου φοιτούν παιδιά από τούς ξενιτεμένους εκεί ομογενείς.

10/ Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Μαρτίνος Κρούσιος μας πληροφορεί, αντλώντας τις πληροφορίες από τους Ζυγομαλάδες, πως σε κάθε πόλη και στα νησιά του Αιγαίου, Πάτμο, Σάμο, Μήλο, Κω και αλλού, λειτουργούσε σχολείο αγοριών προσαρτημένο στην εκκλησία, χωρίς τάξεις.12

γ. Συμβολή των κληρικών στην ανύψωση του πνευματικού επιπέδου του ελληνικού λαού.
Κατά τα μέσα και τα τέλη του 16ου αι. το πνευματικό επίπεδο στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πολύ χαμηλά. Ο περιηγητής Dousa αγανακτεί πού οι απόγονοι των Ελλήνων όχι μόνο δεν γνωρίζουν την ιστορία των λειψάνων των διάφορων μνημείων, αλλά και δεν έχουν την περιέργεια και την έφεση να την μάθουν. Και ό Belon διαπιστώνει, έτσι νομίζει, την απουσία ορμής για τα γράμματα και τις επιστήμες.
Αποτέλεσμα της τοιαύτης πνευματικής καταστάσεως των υποδούλων Ελλήνων, ήταν, ορισμένοι ανώτεροι κληρικοί από τα μέσα του 16ου αι. να αρχίσουν να ενδιαφέρονται ζωηρά και να φροντίζουν για την πρόοδο των μαθητών πού φοιτούσαν στα «κελλία», στα σχολεία δηλαδή που συντηρούνταν από τούς πόρους των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων.
Για παράδειγμα, ό επίσκοπος Αδριανουπόλεως Ιωάσαφ γράφει από την Κωνσταντινούπολη στον δάσκαλο Ιωάννη Ζυγομαλά, στο μητροπολιτικό οίκημα, να διδάσκη τα παιδιά «πάση δυνάμει, εν επιμελεία και καθαρά συνειδήσει», τα παροτρύνει να σπουδάζουν με επιμέλεια και υπόσχεται σ’ αυτά να τα στείλη πολύ γρήγορα ωραιότατα βιβλία.
Ο ίδιος κατόπιν, ως πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄ (1555 - 1565) συμβάλλει πολύ στην ανόρθωση τής παιδείας. Το 1556 ίδρυσε το πρώτο πατριαρχικό σχολείο στην Πόλη. Όπως μάς πληροφορεί ό Ζακυνθινός λόγιος και γιατρός Ερμόδωρος Μιχαήλ ό Λήσταρχος13 γράφοντας προς τον Ιωάννη Ζυγομαλά στα 1560 :
«…μόνος γάρ εν ούτω δεινή ζάλη σβεσθείσαν ήδη την των Ελλήνων φωνήν ες πυρσόν ανάψαι λαμπρόν ετόλμησε, πειράσασθαι και παίδευσιν αναζωπυρήσαι, και λόγον του αρρήτου λόγου Χριστού του μεγάλου Θεού έκγονον και την Θεώ και πατρί μόνην πάρεδρον σοφίαν επιδείξαι ανθρώποις ως ωραία τε και καλή και πάντων των καλών τε και αγαθών μόνη αιτία».
Επίσης ό πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ό Τρανός, ενδιαφέρθηκε ζωηρά για την ανύψωση τού πνευματικού επιπέδου του ελληνικού έθνους και γι’ αυτό ήλθε σ’ επαφή με δύο πνευματικούς εκπροσώπους αυτού εγκαταστημένους μόνιμα στην Βενετία, τον Κρητικό Εμμανουήλ Μαργούνιο (1549 - 1602), τον γνωστότερο με το μοναστικό όνομά του Μάξιμος, επίσκοπο Κυθήρων,14 και τον επίσκοπο Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο.15 Οι δύο αυτοί άνδρες αντιλαμβάνονται το «βάραθρον αγνοίας», μέσα στο οποίο είχε βυθισθεί το έθνος, και ιδανικό τους έχουν να συντελέσουν στην ανάνηψή του.
Ο Μαργούνιος σε εκτενή επιστολή του προς τον Πατριάρχη τον προτρέπει να «εμφυτεύση» στο ποίμνιό του, ιερείς και κοσμικούς, την «αληθή θεοσέβειαν την αρετής επιμέλειαν, την πρέπουσαν ιερεύσι καθαρότητά τε και ευπρέπειαν... Φυλαττέσθω τα κείμενα, εξαλειφέσθω διά σών νουθεσιών, διά σών διδαγμάτων, διά σών απειλών, διά σών επιτιμίων, διά σών επιτηδευμάτων».
Πιο ενδιαφέρον είναι ακόμη το απόσπασμα εκείνο τής επιστολής του Μαργουνίου, με το οποίο γεμάτος εθνική υπερηφάνεια, κάνοντας μιά αποστροφή προς τούς Έλληνες νέους τούς καλεί να μιμηθούν τούς προγόνους των και να μη φανούν κατώτεροι αυτών και των Ευρωπαίων:
«Τι μέλλετε, ώ παίδες Ελλήνων; Καταφρονήσατε ήδη κακίας, αντιποιήθητε αρετής, γεννήθητε καλών γονέων καλά γεννήματα• ουδείς πόνος, μόνον βουλήθητε• ουδέν γάρ τω βουλομένω αδύνατον, και μάλιστα θεού συνειδότος. Μη τοσούτον περιφρονείσθαι εάσατε τα ημέτερα, αλλ’ έργοις το τής πίστεως φαιδρόν εκλαμπρύνατε• μη προς ατυχίας τοσαύτας αποβλέψητε, αις περιπεπτώκαμεν, μηδέ διά ταύτας δειλιάσητε καλώς ειδότες και πείθοντες εαυτούς τι κρείττον το θείον ή περ ημείς διοικεί τα ημέτερα• βέλτιον γάρ όντως βέλτιον το καλώς πτωχεύειν ή κακώς πλουτείν• ει δε και τον όντως πλούτον ποθείτε, ταις αρεταίς εντρυφήσατε ώσπερ οι πρόγονοι και μη ήττονες αυτών επ’ αρετή φανήναι βουλήθητε. Αισχρόν υμάς Ελλήνων παίδας όντας Λατίνων ηττάσθαι επί σοφία και τη άλλη παιδεία• ούχ υφ’ υμών ούτοι ταύτα πάντα λαβόντες κέκτηνται; Τι τοίνυν, εξόν υμίν υπέρ τούτους εν τούτοις πλεονεκτείν, μειονεκτείν μάλλον προήρησθε;»
Δυστυχώς, εξαιτίας ραδιουργίας των Λατίνων, ξέσπασε οξεία διένεξη μεταξύ Μαξίμου και Γαβριήλ Σεβήρου, η οποία στηρίχθηκε στην θέση του πρώτου, πως θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η ένωση των Εκκλησιών, αν γινόταν «ἡ τοῦ δόγματος θεραπεία», αν δηλαδή τα δύο μέρη συμβιβάζονταν στο ζήτημα της διδασκαλίας για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, με τον δεύτερο να τον κατηγορεί για Λατινοφρονία.
Ο Σεβήρος με τον Μαργούνιο ήταν γνώριμοι από την εποχή που σπούδαζαν στο Πατάβιο (πόλη πλησίον της σημερινής Πάντοβας). Το 1583 ο Μαργούνιος ενώ βρίσκεται στην Μονή της Αιγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών συγγράφει πραγματεία σχετική με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος την οποία αφιέρωσε στον Ιερεμία Β' Τρανό. Σκοπός της εργασίας του ήταν η επίτευξη της ενώσεως των δύο εκκλησιών, θεωρώντας πως το βασικό αίτιο της μεταξύ τους διαφοράς, δηλαδή η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, μπορούσε να ξεπερασθεί (ΣΣ: Μέχρι τότε, ουσιαστικώς ή βασική δογματική διαφορά μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών εστιάζετο στο, στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος).
Ο Σεβήρος όμως παρεννόησε το περιεχόμενο αυτής και θεώρησε πως ο Μαργούνιος ήθελε με κάθε θυσία, ακόμα του ορθόδοξου δόγματος, την ένωση Ορθοδοξίας και Παπισμού. Ο Μαργούνιος έμεινε στην Βενετία μέχρι το 1587 οπότε και εκδίδει νέα μελέτη για το ζήτημα και προκαλεί εκ νέου την οργή του Σεβήρου.
Τότε το 1589 ο Ιερεμίας Β' και ο Μελέτιος Πηγάς, παρεμβαίνουν για την συμφιλίωση των δύο ανδρών. Ο Μαργούνιος επιθυμούσε την μεταξύ τους συμφιλίωση και αποδεχόταν τις συμβιβαστικές προτάσεις των Ιερεμία Β΄ και Μελετίου Πηγά. Τελικά στις 7 Απριλίου 1590, εκφωνήθηκε ομιλία του Μαργούνιου σχετικά με την μεταξύ τους καταλλαγή. Ο Μαργούνιος ωστόσο επανήλθε με την επανακυκλοφρία της πραγματείας την οποία είχε εκδόσει στα 1587, αναζωπυρώνοντας την μεταξύ τους έριδα.
Τελικώς ο Μαργούνιος μετέβη στο Πατάβιο απ' όπου έστειλε απολογία αναιρετική των εις βάρος του κατηγοριών. Σύνοδος αρχιερέων που συνεκλήθη στο μεταξύ στην Κωνσταντινούπολη, έλαβε υπ 'οψιν της την απολογία του Μαργουνίου και τον κήρυξε αθώο, προτρέποντας παράλληλα τον Σεβήρο να συνδιαλλαγεί μαζί του. Έτσι, στα 1593 οι μεταξύ τους σχέσεις αποκαταστάθηκαν.
Στην προσφώνησή του ό Γαβριήλ Σεβήρος προς τον πατριάρχη σ’ ένα ευαγγέλιο, πού εκδίδει μαζί με τον Μαργούνιο και τον Χιώτη Γλυζώνιο ή Γλυντζούνη (πού γράφει και δημοσιεύει την πρώτη πρακτική αριθμητική ή «Λογαριαστική», όπως την ονομάζει,) αναφέρει:
«...και άλλα ετοίμως έχομεν εκτυπώσαι.. . εις τε την του γένους ημών όνησιν και της Εκκλησίας δόξαν…».
Στις προσπάθειες των κληρικών ενώνουν και τις δικές τους οι κοσμικοί λόγιοι, είτε ζουν μέσα στο πνιγηρό περιβάλλον τής δουλείας και τής τυραννίας είτε στα ξένα, και κινούνται με αισιοδοξία για την προκοπή του έθνους. Επιδιώκοντας να επιδράσουν ηθοπλαστικά αναζητούν τα αίτια τής καταπτώσεως και κακοδαιμονίας του Έθνους των Ελλήνων.
Ποια ήταν η βασική αιτία; «Η χοντροσύνη πολλών ατυχών ανθρώπων, οι οποίοι άλλαξαν τα ήθη τα καλά με ήθη κακά». Πιο σαφής ό Κερκυραίος λόγιος Αντώνιος Έπαρχος (1491-1568), ανάμεσα στα αίτια τής παρακμής, επισημαίνει και στιγματίζει τις κακές εκδηλώσεις του ατομικισμού των Ελλήνων.
Ένα αιώνα αργότερα ό πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος καταγγέλλοντας «την κακίαν την εδικήν μας», δηλαδή τις κρυμμένες μέσα στην αβυσσαλέα ψυχή του ανθρώπου αδυναμίες, τον εγωϊσμό, τον φθόνο την μοχθηρία κ. λ.π., προειδοποιεί και προτρέπει:
«…Τούτο το καλόν, τούτη ή διδακτή σοφία, ή πόρτα, ή θεράπαινα, ή ξεναγήτρια της πνευματικής σοφίας άκμαζεν ένα καιρόν εις την αγίαν εκκλησίαν και εβοήθα την εκκλησίαν εις τούς πολέμους των αιρετικών• έλαμπεν εις το δυστυχισμένον μας γένος και ελάμπρυνέ το, εστόλιζε τας πράξεις, εκόσμει τα ήθη του και το έκανε ζηλωτόν εις όλα τα άλλα έθνη. Όμως ό κύκλος του καιρού, να ειπώ το κυριώτερον, ή κακία ή εδική μας, ωσάν και άλλα πολλά καλά μας υστέρησε, κατά μικρόν και κατ’ ολίγον μας το παίρνει και τούτο. Και δεν λέγω πώς παντελώς να το υστερήθημεν, έως ότου να βλέπω, αν καλά και ολίγους, αλλά τελείους σοφούς και επιστήμονας, ως λύχνους φαίνοντας εις το γένος• πλην λέγω πώς εκινδύνευε να χαθή και να απημαυρωθή τελείως, με πολλήν ζημίαν της εκκλησίας και του γένους».


Συνεχίζεται





1 Όπως υποσ. υπ’ αρ. 1 του 1ου μέρους
2 Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Απόστολος Βακαλόπουλος, τομ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1976. (karipidis@e-istoria.com).
3 Λόγιοι της τουρκοκρατίας, τόμ. Α΄, επιμ. Γ. Κουρνούτου, «Βασική Βιβλιοθήκη» αρ. 4, Αθήναι 1956, σ. 90.
4 Ο Πρωτονοτάριος ήταν πολιτικό αξίωμα του κράτους της Ρωμανίας (Βυζαντίου). Ήταν ο πολιτικός άρχοντας του θέματος. Λεγόταν επίσης κριτής και δικαστής. Συνήθως δύο θέματα είχαν έναν κριτή (π.χ. κριτής Πελοποννήσου και Ελλάδος, κριτής Θράκης και Μακεδονίας). Ο κριτής ή πρωτονοτάριος, υπήγετο στον στρατηγό κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Πολλές φορές, ελάμβανε διαταγές από τον βασιλιά και τις εξεπλήρωνε αμέσως. Εξηρτάτο επίσης από τον χαρτουλάριο του Σακέλλου, δηλαδή από τον γενικό ταμία του κράτους.
5 M. Crusius, Turcograeciae libri octo, Basilae 1854, σ. 216.
6 Ιωάννης Χασιώτης, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης. Ο Ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκδ. University Sudio Press, Θεσσαλονίκη, 2001, σελ.90
7 Την φράση «αυτός ξέρει λίγα κολλυβογράμματα» την χρησιμοποιούμε για κάποιον που γνωρίζει λίγα γράμματα, αλλά και για τις δυσανάγνωστες και κακογραμμένες λέξεις. Πολλοί δίνουν την εξήγηση ότι κολλυβογράμμματα είναι τα λίγα και ατελή γράμματα, τόσα όσα χρειάζονται στον παπά, για να διαβάσει ένα πιάτο κόλλυβα. Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται για τα κόλλυβα, αλλά για τα κολοβά, τα λίγα και ατελή γράμματα, τα γράμματα του δημοτικού, τις ελάχιστες γνώσεις που κατέχει κάποιος.
Στην αρχή λέγονταν «κολοβογράμματα» κι έτσι τα λέει στην ΙΓ΄ εκατονταετηρίδα ο Νικ. Σοφιανός, στο προοίμιο της γραμματικής του. Ο λαός, όμως, υποστηρίζει ο Τάκης Νατσούλης, μπέρδεψε την λέξη με τα κόλλυβα.
Κατά άλλους προέρχεται από αυτούς που μπορούσαν να γράφουν τα λίγα ονόματα στο χαρτί που δίνουν, για τους πεθαμένους τους, να τους μνημονεύσει ο παπάς μαζί με το πιάτο τα κόλλυβα που προσφέρουν.
8 Η Църква Рождество Христово (Τσέρκβα Ροζντέστβο Χρήστοβο - Εκκλησία της Γεννήσεως του Κυρίου) είναι η παλαιότερη και μεγαλύτερη εκκλησία στο πάλαι ποτέ Ελληνικό, νυν δε Βουλγαρικό χωριό Арбанаси (Αρμπανάσι). Το πιθανώτερο είναι ότι κτίστηκε τον 15ο αιώνα.
9 Ο Θωμάς Ελεαβούλκος γεννήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα στην Κορώνη της Μεσσηνίας. Πατέρας του ήταν ο Νικόλαος, ο οποίος μετά την άλωση της πατρίδας του το 1500 αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς και μεταφέρθηκε μαζί με άλλους στην Βέροια της Μακεδονίας. Εκεί ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και πήρε το όνομα Νείλος. Η μητέρα του ήταν από τη Βέροια. Ο Θωμάς Ελεαβούλκος έγινε επίσης μοναχός και μετονομάστηκε σε Θεοφάνης. Χρημάτισε ιεροκήρυκας της Μεγάλης Εκκλησίας. Επίσης, ήταν περίφημος διδάσκαλος, κάνοντας πολλούς από τους μαθητές του να προκόψουν και να γίνουν άξιοι. Του απαγορεύτηκε όμως να κηρύσσει και γι' αυτό πήγε στην Μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος παίρνοντας όλα του τα βιβλία, που απέμειναν εκεί. Αργότερα πήγε στην Βέροια, όπου απέθανε και ετάφη με τιμές. (Πηγή: Κωνσταντίνος Σάθας (1868). Νεοελληνική Φιλολογία: Βιογραφία των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων, από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής εθνεγερσίας (1453-1821). Αθήνα,Τυπογραφείο των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά).
10 Η χερσόνησος του Άθω άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου την μονή Μεγίστης Λαύρας (963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος. Επέλεξε την χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της  απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς, της φυσικής της προστασίας από τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους, καθώς και εξ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητος με την συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, την Θεσσαλονίκη.
Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλιγράφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.
Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.Χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και την διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.
Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρογράφων κωδίκων  με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ίβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.α.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι βυζαντινοί καλλίγραφοι-μοναχοί, που συνέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.
Μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ ένα πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για την διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλέγονταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.
Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στην βιβλιοθήκη σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αυτή η βίβλος υπάρχει της θείας και ιεράς μονής… και όποιος την αφαιρέση να έχει τας αράς των τριακοσίων δέκα οκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους, γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδείς τεμνέτω τα φύλλα..» ή «Μηδείς αποξενώση την Βίβλο ταύτην…».
Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, η αγορά και η παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή ελλείψεως και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ον αιώνα, ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς, χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι. Μ. Ιβήρων).
Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο, αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Το παρόν Ωρολόγιον εγράφη παρά του οικτρού και αμαρτωλού Κύριλλου του Ναυπάκτιου δια συνδρομής και εξόδου της σεβάσμιας μονής…».(Πηγή: Γιώργος Στάμκος, Τα Χειρόγραφα του Αγίου Όρους: Μια Χιλιετής Κληρονομιά και ο Αγώνας για τη Διάσωσή της, Επιστήμη & Τεχνολογία Νο 16, Ιούλιος-Αύγουστος 1996---ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΖΕΝΙΘhttps://zenithmag.wordpress.com/2012/07/.../τα-αρχαια-ελληνικα-χειρογραφα-του-αγι/3 Ιουλ 2012).
11 Ο Παχώμιος Ρουσάνος (1508-1553) ήταν Έλληνας λόγιος του 16ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο και εκάρη μοναχός στην μονή του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών. Ξεκίνησε από το χωριό του και έκανε περιοδεία σε πολλά μέρη της Ελλάδας, πήγε και στο Άγιο Όρος και προσκύνησε τους Αγίους Τόπους. Μετά δε επισκέφτηκε την Βεβετία και συσχετίστηκε με πολλούς ορθόδοξους αρχιερείς, ιερείς, μοναχούς και προύχοντες.
Έζησε βίο λιτό και ρακένδυτο, και έγινε θερμός ζηλωτής της Ορθοδοξίας, αλλά και γόνιμος και φιλόπονος συγγραφέας και δεξιοτέχνης στην χρήση της γλώσσας. Δίδαξε την Ελληνική γραμματική. Ήταν δεινός εχθρός του Καρτάνου, γράφοντας και κάνοντας πολλά για να καταπολεμήσει αυτόν και τα ζιζάνια που έσπειρε. Στον Ρουσάνο ανήκει η πρωτοβουλία της συγκριτικής διερευνήσεως των κατά τόπους ιδιωμάτων της καθομιλουμένης γλώσσας, την οποία ανέπτυξε αργότερα και ο Κοραής.
12 Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Β1 Τουρκοκρατία 1453-1669. Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, Θεσσαλονίκη, 1964, σελ. 250
13 Ο Ερμόδωρος γεννήθηκε στην Ζάκυνθο στις αρχές του 16ου αιώνα. Νέος ακόμα μετακόμισε με υποτροφία στην Ιταλία, όπου έγινε μαθητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης.
'Ως προς τό έπώνυμον, παρατηροϋμεν ότι τοϋτο από τοϋ τέλους τοΰ ΙΕ΄ αίώνος καί εντεύθεν, άπαντα ώς Ληστάρχης, Λήσταρχος, Λίταρχος, Λίταρδος καί Λιτάρχης [Λίταργος: Ταχέως τρέχων. Λι (επιτ.)+ αργός (ταχύπους)]. Ητο δ’ ή οικογένεια έκ τών πρώτων έν Ζακύνθου, αί όποίαι επί Βενετοκρατίας, έγγεγραμμέναι εις την Χρυσόβιβλον [Libro d’oro] μεταξύ τών εύγενών, άπετέλεσαν τό έξ 150 μελών Συμβούλιον τής Μεγαλοπρεπούς Κοινότητος τής Νήσου. Ή οικογένεια αυτή μέχρι σήμερον σωζομένη έν Ζακύνθω, διετήρησε τό πρώτον έπώνυμον αυτής, τό καί άρχαιότερον, Ληστάρχης.
Στο νησί της μαστίχας υπήρχε μια φημισμένη ορθόδοξη σχολή όπου κατά διαστήματα δίδασκαν διακεκριμένοι Έλληνες λόγιοι ανάμεσα στους οποίους και ο Μιχαήλ Ερμόδωρος Λήσταρχος από την Ζάκυνθο.
14 Μάξιμος Μαργούνιος (1549 - 1602)
Ήταν Έλληνας λόγιος του 16ου αιώνα, και μορφή της Εκκλησίας και των θεολογικών γραμμάτων. Έφερε το κοσμικό όνομα Εμμανουήλ ή Μανουήλ. Ο πατέρας του ήταν έμπορος, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Βενετία εξασκώντας το επάγγελμά του. Πήρε μαζί και τον γιο του, στέλνοντάς τον για σπουδές στην Πάδοβα. Εκεί, σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία, θεολογία, ιατρική και νομική για οκτώ (8) χρόνια, λαμβάνοντας το στέφανο του νομοδιδάσκαλου. Επέστρεψε στην Βενετία το 1551.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, έμεινε στην Βενετία και ίδρυσε Ελληνικό τυπογραφείο κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου, το οποίο τύπωσε πολλά βιβλία. Το τυπογραφείο καταστράφηκε από φωτιά, και ο Μαργούνιος επέστρεψε στην Κρήτη, όπου εκάρη μοναχός στην Ι.Μ. Αγίας Αικατερίνης, μετοχίου του Σινά, με το όνομα Μάξιμος. Επέστρεψε στην Βενετία και ασχολήθηκε με την έκδοση διαφόρων συγγραμμάτων. Στις 15 Απριλίου 1584, χειροτονήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό, Επίσκοπος Κυθήρων.
Μετά το 1600 επανέκαμψε στην Κρήτη για να μονάσει στο Σιναϊτικό μετόχι, διδάσκοντας στην εκεί σχολή μεχρι το τέλος του βίου του την 1η Ιουλίου 1602.           
15 Γαβριήλ Σεβήρος(1540/41- )
Το αρχικό το επώνυμο ήταν Σβήρος το οποίον στην συνέχεια εξαρχάϊσε σε Σεβήρος. Στα νιάτα του βρεθηκε στην Κρήτη, όπου η οικογένειά του είχε καταφύγει για να γλιτώσει από τους Τούρκους που είχαν καταλάβει την Μονεμβασιά. Εκεί έγινε μοναχός και μαθήτευσε στον Χάνδακα κοντά στον δάσκαλο των ελληνικών γραμμάτων Θωμά Τριβιζάνο. Στην Βενετία εμφανίζεται ως ιερομόναχος και υποψήφιος εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου, αποτυγχάνοντας στις 29 Ιουνίου 1572, αλλά πετυχαίνοντας να εκλεγεί στις 29 Ιουνίου 1573.
Τον Αύγουστο του 1577 επιστρέφει στην Κρήτη, αλλά η εν Βενετία αδελφότητα αρνούμενη να τον αντικαταστήσει στις 10 Μαρτίου 1577 τον επανξέλεξε ως εφημέριο του Αγίου Γεωργίου. Ο Σεβήρος από την Κρήτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη μετά τον Μάρτιο του 1576 προσκληθείς από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Στις 18 Ιουλίου 1577, χειροτονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μητροπολίτης Φιλαδελφείας από τον Ιερεμία Β΄ Τρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου