Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ  ΖΗΤΗΜΑ


«Εκείνο πάντως το οποίο οφείλουν όλαι αι Ελληνικαί Κυβερνήσεις να γνωρίζουν, είναι ότι το θέμα (της Βορείου Ηπείρου) υφίσταται. Και εκείνον το οποίον απαγορεύεται εις τον αιώνα, είναι δι’ οιονδήποτε λόγον η απάρνησις του ιερού αιτήματος….. Καθ΄ όσον αφορά την Βόρειο Ήπειρο... η διεκδίκησις είναι ιερά και απαράγραπτος» [Γεώργιος Παπανδρέου (Ο «Γέρος της Δημοκρατίας»). Από ομιλία του στην Βουλή των Ελλήνων στις 12/6/1960].

ΜΕΡΟΣ 6ο

Δ. Η ΗΠΕΙΡΟΣ  ΕΠΙ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ 1
1.    Γενικά
α. Τον 3ο αιώνα π.Χ. η Ήπειρος παρέμεινε υπολογίσιμη, ενωμένη υπό το Κοινό των Ηπειρωτών ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων ή  «Συνέδριο». Όμως, βρέθηκε στο επίκεντρο των λεγόμενων Μακεδονικών Πολέμων, συγκρούσεων μεταξύ των Ελλήνων της  Μακεδονίας και της ανερχόμενης δυνάμεως της Ρωμαϊκής «Δημοκρατίας».2 Το Κοινό των Ηπειρωτών παρέμεινε ουδέτερο στην διαμάχη αυτή, όμως στον Γ΄ Μακεδονικό Πόλεμο (172-168 π.Χ.), οι Μολοσσοί πήραν το μέρος των συμφυλετών τους Μακεδόνων, ενώ οι Χάονες και οι Θεσπρωτοί το μέρος των αλλοεθνών Ρωμαίων. Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές για την Ήπειρο. Οι Μολοσσοί υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. 
  

Χάρτης Νο 1:  Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ερατοσθένη 220 π.Χ.

Ο παραπάνω χάρτης (συνεξεταζόμενος και με τους χάρτες Νο 2,3), πιστοποιεί για πολλοστή φορά:
-Την ιστορική και πλήρη κυριότητα των Ελλήνων στην Ενιαίαν αρχαίαν Ήπειρον.
-Τα αρχαία ιστορικά όρια της Ενιαίας Ηπείρου.
-Την γεωγραφικήν ή Διοικητικήν έννοια του όρου ΙΛΛΥΡΙΑ. 
-Την ανυπαρξίαν πόλεως με το όνομα Αλβανόπολις (Αλβανών πόλις) στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου ακόμη και στην Ιλλυρία!.
Στην διαβόητη Μάχη της Πύδνας, που έγινε την 22α Ιουνίου του 168 π.Χ., ο «φιλέλληνας» Αιμίλιος Παύλος, λεηλάτησε την Ήπειρο, για την φιλομακεδονική πολιτική της, καταστρέφοντας κατά την παράδοση, 70 πόλεις και πουλώντας ως δούλους περίπου 150.000 κατοίκους, μέχρι των χρόνων του Αυγούστου. Στην συνέχεια, επέστρεψε στην Ρώμη, όπου μετέφερε τους θησαυρούς της Μακεδονίας και κράτησε για τον εαυτό του ολόκληρη την βασιλική βιβλιοθήκη!.. Παρά την ευρεία ελληνική του παιδεία (έγραφε και μιλούσε στα ελληνικά), υπήρξε σκληρός απέναντι στους Έλληνες, εφαρμόζοντας αυστηρά την πολιτική της Ρώμης!... Η περιοχή λεηλατήθηκε τόσο έντονα από τους Ρωμαίους, που έπρεπε να περάσουν 500 χρόνια για να επανακάμψει και πάλι.
β. Η Ήπειρος υπαγόταν από το 167 π.Χ. στην αχανή ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας ως το 27 π.Χ., οπότε υπήχθη (για έναν περίπου αιώνα) στην νεοϊδρυθείσα ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας. Το 48-45 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν σε δύο Ελληνικές πόλεις, το Βουθρωτό (σημ. αλβ. Butrint)3 και την Φωτική (κοντά στην σημ. Παραμυθιά),4 που η επικράτειά της εκτεινόταν σε ολόκληρη τη Θεσπρωτία, αλλά την περίοδον της ρωμαϊκής εισβολής, βρίσκονταν σε παρακμή. Μετά την ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), ο νικητής Οκταβιανός Αύγουστος, ίδρυσε κοντά στη σημερινή Πρέβεζα μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Χερσοννήσου του Αίμου (Βαλκανική), την Νικόπολη, που η επικράτειά της («χώρα») συμπεριελάμβανε στα όριά της, το έδαφος των σημερινών νομών Πρέβεζας και Άρτας, καθώς και ένα μέρος του σημερινού νομού Αιτωλοακαρνανίας. Την Ήπειρο διέσχιζαν παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, που εξασφάλιζαν την επικοινωνία με την Κεντρική και Νότια Ελλάδα.

γ.   Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα η Ήπειρος γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή της, όταν στο πλαίσιο αναδιοργανώσεως της επαρχιακής διοικήσεως από τον αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.), αποτέλεσε αυτόνομη επαρχία με πρωτεύουσα την Νικόπολη, όπου είχε την έδρα του ο Ρωμαίος επίτροπος-διοικητής της επαρχίας. Η ακμή της διάρκεσε ενάμιση περίπου αιώνα και συγκεκριμένα ως το 235 μ.Χ., οπότε με την κρίση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τις επακόλουθες βαρβαρικές επιδρομές, δέχτηκε και αυτή όλες τις αρνητικές συνέπειες.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο που εκδηλώθηκε ύστερα από τον θάνατο του Αυτοκράτορα Κόμμοδου, το 192 μ.Χ., οι Ηπειρώτες κυρίως της Ελληνικής Ιλλυρίας, αποκτούν σταδιακά σοβαρό ρόλο στα ρωμαϊκά πράγματα, καθώς αναγορεύουν τα εκεί στρατεύματα ως αυτοκράτορα τον διοικητή της Άνω Παννονίας Λεύκιο Σεπτίμιο Σεβήρο, εκδιώκοντας τον Δίωνα Κάσσιο. Η Ήπειρος περιήλθε στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Βυζάντιο), όταν διαιρέθηκε η αυτοκρατορία το 395 μ.Χ..
δ. Μετά από μισό αιώνα παρακμής, η Ήπειρος κατάφερε να ορθοποδήσει μόνο στα χρόνια του Διοκλητιανού (Τετραρχία), με τις διοικητικές του μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην ίδρυση μικρότερων επαρχιών. Τότε η Ήπειρος διαιρέθηκε σε δυο επαρχίες, στην «Παλαιά Ήπειρο» (Epirus Vetus) και την «Νέα Ήπειρο» (Epirus Nova) ή Ελληνική Ιλλυρία (προς διαχωρισμό από την Βαρβαρική Ιλλυρία), που υπάγονταν στην «Διοίκηση» των Μοισιών. H «Παλαιά ΄Ηπειρος», είχε πρωτεύουσα την Νικόπολη.


Χάρτης Νο 2: Διοικητική Διαίρεση Ηπείρου, επί Διοκλητιανού (3ος-4ος μ.Χ. αιώνας)
Η περιοχή θα γνωρίσει μια νέα περίοδο ακμής στα χρόνια της ανόδου και αναπτύξεως του Βυζαντίου και ειδικά μετά τον 4ο αιώνα π.Χ., οπότε αρχίζει η περίοδος της ραγδαίας εξαπλώσεως του χριστιανισμού στην περιοχή των Βαλκανίων. Συγκεκριμένα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η οριστική εγκατάλειψη του ονόματος «Ιλλυρία», που συνόδεψε την εμφάνιση των πρώτων κατοίκων της περιοχής ή «Ανατολικόν Ιλλυρικόν» που είχε θεσπιστεί στους ρωμαϊκούς χρόνους. Η χρησιμοποίηση ονόματος προερχόμενου από την ρίζα "Ιλλυρία", αποφασίστηκε να εγκαταλειφθεί για το λόγο ότι, η ονομασία είχε παύσει προ πολλού να δηλώνει την ύπαρξη συγκεκριμένου λαού ή εθνότητας.
Η οριστική εγκατάλειψη του όρου "Ιλλυρία" συνοδεύτηκε από την άμεση υιοθέτηση της ονομασίας "Νέα Ήπειρος", η οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τα εδάφη που εκτείνονταν βόρεια των Ακροκεραύνιων ορέων και μέχρι τον ποταμό Σκουμπίν (Γενούσος) και κάλυπτε το σύνολο σχεδόν της παραπάνω περιοχής και ως επίσημη πρωτεύουσά της προβλήθηκε το Δυρράχιο. Η νέα επαρχία, όπως προείπαμε, αποτέλεσε την προέκταση προς το βορρά της επαρχίας της "Παλαιάς Ηπείρου", στην οποία δέσποζε η Νικόπολη. Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η παλαιά Ήπειρος υπαγόταν  στην «Διοίκηση» της Μακεδονίας, και είχε συμπεριλάβει μέσα στα όριά της, εκτός από την Ακαρνανία, ολόκληρη την Ήπειρο ως τα Κεραύνεια όρη (προς βορρά), καθώς και τρία νησιά του Ιονίου, την Κέρκυρα, την Λευκάδα και την Ιθάκη.

2.  Η Νέα Ήπειρος (Epirus Nova) 5

       α.  Η Νέα Ήπειρος ονομάστηκε και Ελληνική Ιλλυρία για να διακρίνεται από την βορειότερη περιοχή που ονομάστηκε Βαρβαρική Ιλλυρία καθ’ όσον στην Ελληνική Ιλλυρία ή Νέαν Ήπειρον (Βλέπε στον χάρτη Νο 3), οι περιοχές κατοικούντο από Έλληνες και άλλα πρώην βαρβαρικά φύλα, άγνωστης εθνικής ταυτότητος, τα οποία είχαν εξελληνισθεί. Από την ονομασία που έδωσαν οι Ρωμαίοι στην  περιοχήν βορείως της Νέας Ηπείρου ή Ελληνικής Ιλλυρίας, ήτοι «Βαρβαρική Ιλλυρία», συμπεραίνονται τα εξής:
-Η Βαρβαρική Ιλλυρία, κατοικείτο από πλήθος βαρβαρικών φύλων αγνώστου ταυτότητος και απροσδιόριστης αρχικής προελεύσεως.
-Ο όρος «Ιλλυρία» που προσδιόριζε και οριοθετούσε ως δεύτερον συνθετικόν, την περιοχήν ή ο εναλλακτικός «Ιλλυρικόν» (Illyricum), είχε σαφή γεωγραφική σημασία (ορεινή χώρα, υψηλή, με πολλά και υψηλά όρη). 6


Χάρτης Νο 3: Ρωμαϊκές επαρχίες και ελληνικές περιοχές στην ευρύτερη περιοχή της ενιαίας ηπείρου (3ος μ.Χ. αιώνας)
                              
Χάρτης Νο 4: Ενιαία Ελληνική Ήπειρος με τις κυριώτερες Ελληνικές πόλεις και τα ελάχιστα ιστορικά βόρεια όριά της

Epirus Nova (New Epirus) or Illyria Graeca or Illyris proper was a province of the Roman Empire established by Diocletian during his restructuring of provincial boundaries. Until then, the province belonged to the province of Macedonia; it later became a theme of the Byzantine Empire. Dyrrachium (or Epidamnus) was established as the capital of Epirus Nova.
The region of Epirus Nova corresponded to a portion of Illyria that was then " Hellenic and partly Hellenized". The area was the line of division between the provinces of Illyricum and Macedonia and suffered from terrible earthquakes.
The Ostrogoths, led by Theodoric, were stopped in Epirus Nova by Sabinianus Magnus. They entered in 479 and remained until 482.
β. Προς επιβεβαίωση των παραπάνω παραθέτουμε τοπωνύμια και χριστιανικούς επισκοπικούς τίτλους του 3ου-4ου αι. τόσον στην Νέαν όσον και στην Παλαιά Ήπειρον, προερχόμενα από ξενική πηγή, από τα οποία απουσιάζουν τα ονόματα Ιλλυριοί/ Ιλλυρία/ Ιλλυρικός και προφανέστατα Αλβανοί/ Αλβανία/ Αλβανικός, γεγονός που επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά, την ανυπαρξία λαού ή λαών, στην περιοχή, με τα ονόματα Ιλλυριοί και Αλβανοί.
Αντιθέτως υπάρχει αρχιεπισκοπή των Αρβάνων που καταδεικνύει την ύπαρξη ποιμνίου εξ Αρβάνων (Αρβανιτών) καθώς και την ελληνικότητα και ελληνική κυριότητα της υπό ρωμαϊκή κατοχήν, περιοχής της Νέας Ηπείρου (Epirus Nova)
Ancient episcopal sees of the Roman province of Epirus Nova listed in the Annuario Pontificio as titular sees:7
·Achrida (O(c)hrid; later also one Latin and three Orthodox Archbishoprics)
·  Amantia (Plotscha)
·  Apollonia
·  Arbanum (near Tiranë, Αρχιεπισκοπή των Αρβάνων κοντά στα Τίρανα)
·  Aulona
·  Benda (in the region of Bena)
·  Chunavia (in the upper Mat valley)
·  Croae (Krujë)
·  Glavinitza
·  Lestrona
·  Pulcheriopolis (Berat)
·  Scampa (Elbasan)
·  Stephaniacum (Stiefan)
·  Strumnitza (Strumica)
Ancient episcopal sees of the Roman province of Epirus Vetus listed in the Annuario Pontificio as titular sees:
·  Achelous (Angelokastro?)
·  Aëtus (Aëtos)
·  Bonitza
·  Buthrotum
·  Dodona
·  Euroea in Epiro
·  Hadrianopolis in Epiro (Dropull)
·  Ioannina
·  Leucas
·  Nicopolis in Epiro, the Metropolitan Archbishopric
·  Onchesmus (Sarandë)
·  Phoenice (ruins at Finiki)
·  Photice (ruins at Tsiucas)
·  Rhoga
γ. Με την ρωμαϊκή κατάκτηση της Ηπείρου, το 168 π.Χ. από τις λεγεώνες του ύπατου Αιμιλίου Παύλου, έπαψε και η ανεξαρτησία της. Το 146 π.Χ. προσαρτήθηκε οριστικά με το όνομα «Παλαιά Ήπειρος» (λατινικά : Epirus Vetus).Η παράκτια περιοχή, γνώρισε σχετική εμπορική άνθιση, ενώ η κατασκευή της Εγνατίας Οδού, έδωσε περαιτέρω ώθηση στην εμπορική και οικονομική δραστηριότητα.  Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ένας από τους δύο πιο σημαντικούς δρόμους που ξεκινούσαν από την πρωτεύουσα Ρώμη ήταν η Via Egnatia, ουσιαστικά προέκταση της Via Traiana. Ξεκινώντας από την Ρώμη και με νοτιοανατολική κατεύθυνση διέσχιζε την Απουλία (Puglia), μέχρι την παραθαλάσσια πόλη Γνάθια (Εgnazia) που βρισκόταν μεταξύ των πόλεων-λιμένων της Απουλίας Μπάρι και Μπρίντιζι και πιο συγκεκριμένα των πόλεων Monopoli και Fasano στις δυτικές πλευρές της Αδριατικής.
Το επί της ιταλικής χερσονήσου χερσαίο οδικό τμήμα, ονομαζόταν Via Traiana προς τιμήν του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού. Ακολουθούσε η υπερπόντια προέκτασή της από την Γνάθια στην απέναντι ανατολική πλευρά της Αδριατικής την αρχαία Επίδαμνο, το σημερινό Δυρράχιο, αποτελώντας ένα είδος πορθμείου μεταξύ των δυτικών και ανατολικών ακτών της Αδριατικής. Διέσχιζε την Βαλκανική χερσόνησο από την ανατολική Αδριατική ως τα Κύψελα, περνώντας από την Επίδαμνο (Δυρράχιο), Λυχνιδό (Οχρίδα), Ηράκλεια, Βεύη, Πέλλα, Θεσσαλονίκη, Αμφίπολη, Φιλίππους, Τόπειρο, Μαξιμιανούπολη, Σάλη και Τραϊανούπολη, συνδέοντας την νότια Ιταλία και την δυτική Μεσόγειο με το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο, τον Εύξεινο Πόντο και τελικά την Ασία.
δ. Όταν οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να κατασκευάσουν έναν από τους πιο σημαντικούς δρόμους για να συνδέσουν την Αδριατική με τον Ελλήσποντο, δεν ξέφυγαν και πολύ από τα ίχνη του προρωμαϊκού δικτύου που εκτεινόταν ανάμεσα στις αδριατικές χώρες και στο Αιγαίο φθάνοντας, πιθανόν, μέχρι την Μαύρη Θάλασσα, κάτι που αναφέρει και ο Αριστοτέλης. Γι' αυτό δεν αποτελούν έκπληξη προϊστορικοί και μεταγενέστερων εποχών οικισμοί που αποκαλύπτουν οι ανασκαφές των τελευταίων χρόνων, με αφορμή την χάραξη της σύγχρονης Εγνατίας Οδού. Ουσιαστικά αποτέλεσε για πάνω από 2.000 χρόνια τον πρώτο οδικό άξονα όπως νοείται στις μέρες που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τύχη της Ρώμης και όλων των άλλων δυνάμεων που κυριάρχησαν στην Χερσόνησο του Αίμου (Βαλκάνια). Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας η ηπειρωτική  άρχουσα τάξη δεν κατόρθωσε να προωθηθεί στην αυτοκρατορική ιεραρχία: Οι γηγενείς Ηπειρώτες περιορίστηκαν να υπηρετούν στον στρατό και στο ναυτικό. Στην εποχή του Τραϊανού (98-117 μ.Χ.) οι κοινότητες της νοτιοανατολικής Παννονίας,8 οι Σκορδίσκοι9 και οι Βρεύκοι10, απέκτησαν δικαίωμα ρωμαίου πολίτη.

Λαοί στην περιοχή της Παννονίας

3.           Οι Ιλλυριοί –Το «Ιλλυρικόν»
α. Οι Ιλλυριοί
Ως Ιλλυριοί χαρακτηρίζεται ένα πλήθος βαρβάρων, αγνώστου ταυτότητος και αρχικής προελεύσεως, καταγεγραμμένων στην παγκόσμια γραμματεία, εμφανισθέντες ιστορικώς τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες,  που εξαφανίζονται από την ιστορία μετά την συντριβή τους από τους Ρωμαίους τον 1ο π. Χ.αιώνα. Τα υπολείμματά τους αφομοιώθηκαν από τους Ρωμαίους, κυρίως όμως από τους Έλληνες, χωρίς να αφήσουν ΙΧΝΟΣ του πολιτισμού τους. Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, οι Ιλλυριοί ήσαν βάρβαροι και απολίτιστοι, ζούσαν από την ληστεία και εχρησιμοποιούντο από τους Ρωμαίους ως δήμιοι και βασανιστές.11
Αυτών των δημίων και βασανιστών Ιλλυριών, εζήλεψαν την δόξα, οι μεταγενέστεροι Σκιπετάροι ληστοσυμμορίτες φύλαρχοι και ισχυρίστηκαν ότι είναι απόγονοί τους;
Το μόνο που απέμεινε από τους Ιλλυριούς μέχρι το 1849, ήταν το όνομα Ιλλυρία/Ιλλυρικόν, με γεωγραφικόν προσδιορισμόν ή τοιούτον διοικητικής διαιρέσεως, με ευρύτερη και άλλοτε με στενότερη γεωγραφική σημασία. Αυτή η ιστορική διάσωση του γεωγραφικού ονόματος της Ιλλυρίας, αν και δεν χρησιμοποιήθηκε από τους Αλβανοκατασκευαστές ως ιστορικό επιχείρημα της δήθεν, αρχαιόθεν παρουσίας των Σκιπετάρων στην περιοχή, εν τούτοις ενέπνευσε κάποιους φαντασιόπληκτους μεταγενέστερους Σκιπετάρους «ιστορικούς», υπεχρέωσε μερικούς από τους Αλβανοκατασκευαστές/Αλβανοφιλους να εφεύρουν προϊστορία, προκειμένου να δικαιολογήσουν το ανιστόρητο και εκτρωματικό κατασκεύασμά τους,, αλλά παρέσυρε και ενίους ημετέρους παγιδευθέντες ή εξαπατηθέντες, στην συγγραφή βιβλίων περί Ιλλυρικής καταγωγής των Σκιπετάρων/Αλβανών!!!! 12  
Οι πιο διάσημοι Βαλκανιολόγοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι (Α-Σ) είναι επήλυδες και όχι γηγενείς. Οι ισχυρισμοί των σημερινών Αλβανών ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών είναι αστείοι και παντελώς αβάσιμοι. Οι νεώτερες ηγεσίες των (Α-Σ) εκμεταλλεύτηκαν εκτός των άλλων και την ιστορική αχλύν για τούς Ιλλυριούς και προέβησαν σέ ανίερο σφετερισμό τής ιστορίας των Ιλλυριών, όπως έπραξαν και οι Σκοπιανοί με το όνομα και την ιστορία των Ελλήνων Μακεδόνων.
Το σύνολο των επιγραφών που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερον στις περιοχές της Ηπείρου και αρχαίας Ιλλυρίας, είναι Ελληνικές και Ρωμαϊκές και ΟΥΔΕΜΙΑ Αλβανική (Α-Σ). Η επί μισό αιώνα πιστευτή ως μοναδική «Ιλλυρική» επιγραφή (1898-1959), η επιγραφή τής Σκόδρας (Σκουτάρεως-Χρυσουπόλεως), απεδείχθη από την Βουλγάρα καθηγήτρια Ljuba Ognenova, Ελληνική και μάλιστα Χριστιανική του 6ου – 7ου αι. Δηλαδή, και η αρχαιολογία αποδεικνύει ότι οι σημερινοί Αλβανοί ΔΕΝ είναι γηγενείς, αλλά επήλυδες (διαχρονικό συνονθύλευμα επήλυδων, εισερχομένων κατά καιρούς στην περιοχή τής σημερινής Βόρειας Αλβανίας).
Στο λεξικόν (dictionary.sensagent.com) αναφέρεται η π ι θ α ν ή εκδοχή–αορίστως, αβασίμως και ανιστορήτως, από άλλους ιστορικούς και μελετητές πως η καταγωγή των σημερινών Αλβανών είναι θρακική ή,ακόμα,προέρχονται από την περιοχή Ντάτσια της Ρουμανίας βορειότερα. Τέλος μία μερίδα «ερευνητών», τοποθετεί τους προγόνους των σημερινών Σκιπετάρων/Αλβανών στον Καύκασο, κατασυντρίβουσα την περιβόητη θεωρία περί Ιλλυρικής καταγωγής τους.  
Σύμφωνα με τις πηγές της ίδιας ιστοσελίδας, η έωλη επιχειρηματολογία περί Ιλλυριών διατυπώθηκε για π ρ ώ τ η φορά το 1774 από τον Γερμανό Johann Erich Thunmann. Ο Thunman  διέσπειρε/διέδωσε (disseminated) για πρώτη φορά, και δεν απέδειξε/αιτιολόγησε, την θεωρία ότι το «αλβανικό έθνος» είναι πανάρχαιο, γειτονικό και παράλληλο προς τους αρχαίους Έλληνες, προερχόμενο απ’ ευθείας από τους Ιλλυριούς του Γεντίου, της Τεύτας (Βασίλισσας των Ιλλυριών) και του Πύρρου. Μα, σύμπασα η επιστημονική και μη συστημική επιστημονική κοινότητα, γνωρίζει ότι ο Πύρρος δεν ήταν Ιλλυριός, αλλά Δωριεύς Ηπειρώτης. Η αλήθεια είναι ότι μέρος των Ελλήνων Αρβανιτών/Αλβανιτών/Αλβανών, και όχι των Σκιπετάρων Αλβανών, κατάγονται από τον Πύρρο, τον Έλληνα βασιλέα της Ηπείρου!!! Ο Πύρρος τον 3ον π.Χ. αιώνα κατέλαβε περιοχές πέραν των ορίων της αρχαίας Ενιαίας Ηπείρου, με αποτέλεσμα τα άγνωστα βαρβαρικά φύλα τα κατοικούντα στην επονομαζομένη Ιλλυρία, να αναγκαστούν να συμμαχήσουν με τον Έλληνα Βασιλέα.(Βλέπε χάρτη Νο 5). Επαναλαμβάνουμε: Δεν είναι καταγεγραμμένες στην Ιστορία δραστηριότητες Ιλλυριών μετά τον 1ον π. Χ. αιώνα, απλούστατα διότι ΔΕΝ υπάρχουν Ιλλυριοί, καθ’ όσον, αφανίστηκαν από τους Ρωμαίους και τα υπολείμματά τους αφομοιώθηκαν από τους Έλληνες!!!13


Χάρτης Νο 5: Κτήσεις του Πύρρου στην κυρίως Ελλάδα

Την θεωρία του Σουηδο-γερμανού Thunmann περί της αρχαίας ιλλυρικής καταγωγής των Αλβανών, υποστήριξε ο παπικός Ιταλός Angelo Mascime στο δοκίμιό του «Περί της καταγωγής των ηθών και της ενεργείας του αλβανικού έθνους», στο οποίο αναφέρει ότι «η γλώσσα των νεωτέρων Αλβανών ομοιάζει καταπληκτικά με την παλαιότερη γλώσσα των αρχαίων Ιλλυριών, έχουσα ισχυράς ελληνικάς ρίζας». Ο Malte Brun, στο 118ο βιβλίο της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του σημειώνει: «Οι Αλβανοί πιθανώς αποτελούν φύλο των αρχαίων Ιλλυριών…Πιθανώς οι Ιλλυρικές φάρες κατοικούσαν στα όρη τους πριν από τους ιστορικούς χρόνους» (Malte, σελ. 9). «Τοις Άλπεσιν ας διατένουσι μέχρι των Ιαπόδων Κελτικού τε άμα και Ιλλυρικού Έθνους» (Στράβων Ζ’, 5).
Με πιθανολογίες, λογικοφανείς ερμηνείες αρχαίων κειμένων, μιμητισμούς-αντιγραφές προγενεστέρων χειρογράφων και χαρτών, μη εξακριβωμένης αυθεντικότητος, υπερεθνικιστικές φαντασιώσεις, λαθροχειρίες, αυθαίρετους ταυτισμούς φυλών-εθνοτήτων και  αβάσιμες θεωρίες, δεν γράφεται αλλά πλαστογραφείται η ιστορία!!!
β. Το  Ιλλυρικόν (Illyricum):
Mε τον όρον Ιλλυρικόν, εννοούμεν μία από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρειες της Ενιαίας αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά την διαίρεσή της από τον Μέγα Κωνσταντίνο σε «θέματα». Ο όρος είναι γεωγραφικός και διοικητικός, ουδεμία σχέση έχων με εθνότητα ή λαόν, αφού από τον 1ον αι.η διοίκηση αυτή περιλάμβανε, με έδρα την Θεσσαλονίκη, το σύνολο της χερσονήσου του Αίμου, εκτός βέβαια του Κωνσταντινοπολίτικου χώρου. Οι καταγεγραμμένοι στην παγκόσμια γραμματεία ως Ιλλυριοί, όπως προείπαμε, εξαφανίζονται από το ιστορικό προσκήνιον με πιθανώτερη εκδοχή την αφομοίωση των υπολειμμάτων τους από τους Έλληνες. Το Ιλλυρικόν θέμα, περιλάμβανε το τμήμα της αποκαλουμένης Ιλλυρίας, κατά μήκος της Αδριατικής, από την Ιστρία έως τον Δρίνο ποταμό και από τον Σάβο έως την Αδριατική, δηλαδή τις χώρες των Λιβυρνών, των Δαλματών και των Ιαπύγων.
Αργότερα, προστέθηκαν στο «Ιλλυρικόν», το Νωρικό, η Πανονία, η Μοισία, η Δακία, η Θράκη, η Μακεδονία και η Κρήτη, με επικεφαλής αυτοκρατορικό ύπαρχο, δηλαδή μία αχανής γεωγραφική έκταση. Μετά τον χωρισμό του Ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό, το Illyricum orientale δόθηκε στον αυτοκράτορα της Ανατολής και το Illyricum occidentale στον αυτοκράτορα της Δύσης.
Κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, σημαντικοί αυτοκράτορες κατάγονται από το αχανές Illyricum/ «Ιλλυρικόν» [Δέκιος(Μουντάλια, σημ. Μαρτίντσι της Σερβίας στην κάτω Πανονία), Κλαύδιος B΄ (Δαρδανία), Αυρηλιανός (Σαρδική, σημ.Σόφια Βουλγαρίας), Διοκλητιανός (Δαλματία), Μαξιμιανός (Σαρδική, σημ. Σόφια), Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας ( Νις, Σερβίας).
Μερικοί ιστορικοί, στους παραπάνω αυτοκράτορες έδωσαν την επωνυμία  «Ιλλυριοί». Φρονούμεν ότι οι ιστορικοί που εχαρακτήρισαν τους προμνησθέντες ως Ιλλυριούς, δεν εννοούσαν κάποια εθνικότητα, αλλά το έπραξαν διότι κατήγοντο από περιοχές της αχανούς γεωγραφικής εκτάσεως και διοικητικής διαρέσεως, της επονομασθείσης Ιλλυρίας. Είναι οφθαλμοφανές, απλώς και μόνον συνεκτιμώντας τις γενέθλιες πόλεις των αυτοκρατόρων.  Σε διαφορετική περίπτωση, όσοι αποδίδουν τον χαρακτηρισμό «Ιλλυριοί» σε εθνικότητα, είναι αγράμματοι, ανιστόρητοι, παραχαράκτες της Ιστορίας (ενσυνείδητοι ή ασυνείδητοι δεν έχει σημασία), και η θέση τους,  ύποπτη και υποβολιμιαία.
Με αυτήν την γεωγραφικήν έννοιαν, ως «Ιλλυριοί» θεωρούνται κατ’ αυτήν την περίοδο, οι βυζαντινοί Αυτοκράτορες: ο Ιοβιανός από την Σιγγιδώνα (Βελιγράδι). ο Βαλεντινιανός από τις Κιβάλες (Βίνκοβτσι-Παννονίας), κ.α..
Το βαρβαρικό Ιλλυρικό έπαψε να υφίσταται στις 9 Αυγούστου του 378 μ.Χ. μετά την ήττα του Ουαλεντινιανού Β΄, στην μάχη της Ανδριανουπόλεως. Στις αρχές του 5ου αι. το Ιλλυρικόν πλήττεται λόγω των συνεχών επιδρομών Γότθων, Ούννων, Αλανών. Ο Αναστάσιος, ο Ιουστίνος και ο ανιψιός του Ιουστινιανός,  ήταν οι τελευταίοι Έλληνες εξ Ιλλυρικού, αυτοκράτορες.
Οι βόρειες περιοχές του βαρβαρικού Ιλλυρικού καταλήφθηκαν από τους νομάδες Αβάρους και του γερμανόφωνους Λομβαρδούς αλλά το νότιο Ιλλυρικόν, εξακολουθούσε να αποτελεί πηγή τροφοδοτήσεως του ρωμαϊκού (Βυζαντινού) στρατού με έμψυχο δυναμικό. Οι Ιλλυριοί, με την έννοια που προαναφέραμε, αναφέρονται για τελευταία φορά στην συλλογή αγιολογικών κειμένων, γνωστή ως «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου» (Miracula Sancti Demetri), η οποία γράφτηκε κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ.
Οι σημερινοί Αλβανοί (Α-Σ) για να δικαιολογήσουν την δήθεν προϊστορική η προχριστιανική παρουσία των προγόνων τους στην σημερινή Αλβανία και χρησιμοποιώντας την γνωστή μέθοδο (όπως έκαναν αργότερα και οι Σκοπιανοί, τουτέστιν σφετερισμός ιστορίας, ονόματος και γλώσσης), ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών.
Τα εδάφη πού αποτελούσαν την αρχαία Ιλλυρία, σήμερα προσδιορίζονται γεωγραφικώς σέ περιοχές (μικρές ή μεγάλες) πού ανήκουν στην Βόρεια Αλβανία, Σκόπια, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Σερβία, Κροατία (μαζί με μεγάλο μέρος των Δαλματικών ακτών καί νήσων). Το γενικόν (αρχαιότερον) γεωγραφικόν όριον μεταξύ της Ελληνικής Ηπείρου και τής αρχαίας Ιλλυρίας είναι ο ποταμός Γενούσος πού σήμερα ονομάζεται Σκούμπη.
Οι κάτοικοι τής Ιλλυρίας ήσαν βάρβαροι και απολίτιστοι, εθεωρούντο δε ως δόλιοι διότι δεν τηρούσαν καμία συμφωνία απ’ όσες έκαναν. Ζούσαν από  την  ληστεία  και  χρησιμοποιούντο,  από  τούς  Ρωμαίους  ως δήμιοι και βασανιστές.Όμως ακόμη και σε περιοχές τής βαρβαρικής Ιλλυρίας, οι Έλληνες είχαν ιδρύσει δύο αποικίες στις νήσους Μελίτη (σήμ. Μελέδα) και Ίσσα (σήμ. Λίσσα), τής σημερινής Κροατίας.
Περί των φυλών οι οποίες απετέλουν τον λαόν που απεκαλείτο «Ιλλυριοί», παρατηρούνται διαφωνίες εις τούς αρχαίους συγγραφείς. Μετά την οριστικήν υποδούλωση των Ιλλυριών από τούς Ρωμαίους (1ος π.Χ. αι.), τα ίχνη τούς εξαφανίζονται από την Ιστορία (αφομοιώνονται κυρίως από Ρωμαϊκά και Ελληνικά φύλα). Παραμένει, όμως, το γεωγραφικό όνομα της περιοχής «ΙΛΛΥΡΙΑ» μέχρι το 1849 (δίδεται ως όνομα διοικητικής διαιρέσεως, άλλοτε με ευρύτερη και άλλοτε με στενότερη γεωγραφική σημασία).
Αυτή η ιστορική διάσωση του γεωγραφικού ονόματος της Ιλλυρίας, χρησιμοποιήθηκε από τούς Αλβανοκατασκευαστές και τους Σκιπετάρους, ως «ιστορικόν» επιχείρημα της δήθεν παλαιόθεν παρουσίας των (Α-Σ) στην περιοχή, με το προχριστιανικόν όνομα «Ιλλυριοί». Δεν μας εξήγησαν, όμως, ποτέ την μετάλλαξη του ονόματος Ιλλυριοί σέ Αλβανοί (Α-Σ) και τής Ιλλυρίας σέ Αλβανία, δεδομένου ότι το όνομα Ιλλυρία, έστω και γεωγραφικώς, παρέμεινε στην περιοχή μέχρι το 1849, ενώ μετά ταύτα εξαφανίζεται οριστικώς από τον παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη!

Συνεχίζεται














Κύριες πηγές:
·  Δ. Κ. Σαμσάρης, Η ρωμαϊκή αποικία της Φωτικής στη Θεσπρωτία της  
Ηπείρου (Ιστορικογεωγραφική και επιγραφική συμβολή), σ. 17-26, Γιάννινα 1994.
·  Δ. Κ. Σαμσάρης, Η Άκτια Νικόπολη και η «χώρα» της (Νότια Ήπειρος-Ακαρνανία). Ιστορικογεωγραφική και επιγραφική συμβολή, Θεσσαλονίκη 1994.
· Το αρχαίο ελληνικό παρελθόν του Βουθρωτού στο φως. Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ,  27/06/2012.
·  Δ. Κ. Σαμσάρης, Η Φωτική, σ. 19-21. Η Άκτια Νικόπολη, σ. 16-18.

· Η ιστορία της Ρωμαϊκής Ηπείρου (Αρχαίας και Νέας) και οι Αρβανίτες. Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015greekhistoryandprehistory.blogspot.com/2015/11/blog-post_98.html

· Πολύβιος, ΧΧΧ15,(Στράβων, VII, 7.3)---Πλούταρχος, Αιμίλιος Παύλος, 29, 4-5, EUTROPIUS VΙΙ, 8.1.
2 Ρωμαϊκή Δημοκρατία:(res publica): Παρά την απόδοσή του ονόματός της στα ελληνικά, δεν επρόκειτο για δημοκρατικό σύστημα αλλά για μία «λαϊκή» αριστοκρατία, με πολύπλοκους μηχανισμούς ελέγχου και εξισορρόπησης συμφερόντων που αναπτύχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Οι εκτελεστικοί άρχοντες της πόλης εκλέγονταν για ετήσιες θητείες από τις γραμμές των παλαιών, «καθαρόαιμων» και αριστοκρατικών ρωμαϊκών φατριών, των «πατρικίων», ενώ η μεγάλη μάζα του λαού της πόλης, οι «πληβείοι» που προήλθαν από τις επιμειξίες με ξένους πληθυσμούς, δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι παρά μόνο για το αξίωμα των δημάρχων, από το οποίο οι πατρίκιοι αποκλείονταν. Οι άρχοντες εκλέγονταν από άτυπες λαϊκές συνελεύσεις, τις δύο εκκλησίες του δήμου όπου συμμετείχαν όλοι οι πολίτες και οι οποίες είχαν διευρυμένες νομοθετικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Σε κάθε εκκλησία συμμετείχε διαφορετικό υποσύνολο των πολιτών, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια και την κατάστασή τους ως πληβείων ή πατρικίων, υπό την προεδρία των εκτελεστικών αρχόντων.

3 Όπως απεδείχθη από τις πρόσφατες ανασκαφές της αμερικανικής αρχαιολογικής αποστολής του Πανεπιστημίου της Notre Dame στην αρχαία πόλη Βουθρωτό (2011-2012),  η πόλη υπήρξε Ελληνική αποικία από τον 7ο π.Χ. αώνα. Εντοπίστηκε ένα ξύλινο άροτρο του 7ου π.Χ. αιώνα σε 6,5 μέτρα βάθος.Το αντικείμενο ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές και είναι μεγάλης σημασίας, καθώς είναι το πρώτο ξύλινο εύρημα όχι μόνον της περιοχής αλλά σε όλη την Χερσόνησο του Αίμου (Βαλκάνια). Αυτό το άροτρο δηλαδή, που διατηρήθηκε βυθισμένο στο νερό, όπως όλα τα ερείπια της αρχαίας πόλης που ήταν παράλια, προέρχεται από τα πρώτα ελληνικά χρόνια της ζωής του Βουθρωτού. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί τα σωζόμενα σήμερα κατάλοιπα της πόλεως, χρονολογούνται στην Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή.












Η Ελληνική αποικία του Βουθρωτού, μετά την κατάληψή της από τους Ρωμαίους, γνώρισε επίσης μεγάλη άνθηση ενώ στην συνέχεια απέκτησε και ορθόδοξη χριστιανική επισκοπή.
Η έρευνα διεξήχθη από την αμερικανική αρχαιολογική αποστολή του Πανεπιστημίου Notre Dame της Ινδιάνας υπό τον αρχαιολόγο Ντέϊβιντ Χερνάντεζ, που συγκέντρωσε για το σκοπό αυτό, 55 ειδικούς μεταξύ των οποίων αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι, βιοαρχαιολόγοι, γενετιστές, ιστορικοί αλλά και φοιτητές από την Αλβανία, ΗΠΑ, Ιταλία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Τσεχία κ.ά. Σημαντικό εύρημα εφέτος εξάλλου ήταν και το πρόπυλο ενός κτηρίου που είχε υψηλούς κίονες και δάπεδο στρωμένο με λίθινες πλάκες.
Επίσης, περισσότερα από 250 ήταν τα νομίσματα διαφόρων εποχών που ήρθαν στο φως μαρτυρώντας τις αναπτυγμένες σχέσεις του Βουθρωτού με τις χώρες της Μεσογείου σε όλη την αρχαιότητα. Τα αγγεία, ιδίως αυτά του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα είναι εξαιρετικής ποιότητας και τέχνης, μία απόδειξη του υψηλού βιοτικού επιπέδου των κατοίκων αλλά και του εύρους του εμπορίου. Χάλκινα αντικείμενα, πόρπες, κοσμήματα και γυάλινα αγγεία, σπάτουλες αλλά και τμήματα γλυπτών (κυρίως άκρα: χέρια και πόδια) συμπληρώνουν την συγκομιδή ενώ ευχάριστη έκπληξη από την Μεσαιωνική εποχή υπήρξε μία σφυρίχτρα που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για το κάλεσμα των γερακιών.
Ιδιαιτέρως σημαντική εξάλλου αποδείχθηκε η επιφανειακή αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή κατά την οποία συλλέχθηκαν παλαιολιθικά και νεολιθικά οστά και αντικείμενα, όπως κεραμικά, που αποδεικνύουν την παλαιότατη κατοίκηση στο χώρο. Το Βουθρωτό βρίσκεται σε απόσταση 20 περίπου χιλιομέτρων από τους Αγίους Σαράντα και ήταν μία πόλη που διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες αλλάζοντας κυρίαρχους.
Μετά τους Ρωμαίους στα παλαιοχριστιανικά χρόνια ήταν μία από τις δώδεκα πόλεις που αποτελούσαν την επαρχία της Ηπείρου, στο Μεσαίωνα μάλιστα αναφέρεται ως σημαντικό φρούριο. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους πέρασε στον Δεσπότη της Ηπείρου ενώ οι κατακτητές εναλλάσσονταν (Σικελοί, Ναβάρροι, Βενετοί κ. ά.) με ενδιαφέρον κυρίως για τα πλούσια ιχθυοτροφεία της. Ως πόλη εγκαταλείφθηκε τον 15ο αιώνα λόγω του υγρού εδάφους της.
Πηγή: Το αρχαίο ελληνικό παρελθόν του Βουθρωτού στο φως. Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ,  27/06/2012.
Σε θέση που δεν είναι ακόμα εξακριβωμένη, αλλά τοποθετείται στην περιοχή της σημερινής Παραμυθιάς, κατά την αρχαιότητα άκμασε και η πόλη Φωτική, η οποία ιδρύθηκε από τον αρχηγό των Χαόνων Φώτιο. Κατ’ άλλους, το όνομα της ΦωτικήςΦωτιστικής) ετυμολογείται από το ρήμα «φωτίζω» (= λάμπω) και είναι πολύ πιθανό ότι διασώθηκε, στο πέρασμα τόσων αιώνων, στα νεότερα τοπωνύμια «Λάμπ-οβο», «Λαμπ-οβήθρα» και «Λιμπ-όνι».
Η Φωτική πιθανολογείται ότι βρισκόταν στην σημερινή περιοχή του Αγ. Δονάτου (Σαμέτια) επειδή βρέθηκε εκεί η σαρκοφάγος του Βασιλιά της Ηπείρου Πύρου (318-272 π.Χ.), η οποία σήμερα βρίσκεται στο μουσείο Ιωαννίνων. Με την πάροδο του χρόνου παρήκμασε και έτσι κατελήφθη από τους Ρωμαίους, οι οποίοι την μετέτρεψαν σε δική τους αποικία.
Η Φωτική, κατ’ άλλους, εταυτίσθη με τα ερείπια στην θέση "Λιμπόνι", ΒΑ της Παραμυθιάς, μετά την ανεύρεση 2 επιγραφών. Η πρώτη επιγραφή βρέθηκε το 1890 και περιέχει κείμενο αφιερωμένο στον Ρωμαίο έπαρχο, Σέξτο Πομπήϊο Σαμπίνο. Είναι γραμμένη στα Λατινικά και χρονολογείται στο τέλος του 3ου π.Χ αιώνα. Το 1906 βρέθηκε και η δεύτερη επιγραφή, η οποία είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα. Το περιεχόμενο της, είναι το κάτωθι ψήφισμα των πολιτών της Φωτικής:
ΤΩ ΚΡΑΤΙΣΤΩ ΑΙΛΙΟ ΑΙΛΙΑΝΩ ΕΠΙΤΡΟΠΟ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΝΟΝΙΩΝ ΑΛΛΑ ΓΑΡ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑΝ ΚΝΗΝΣΕΙΤΟΡΙ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΝΩΡΙΔΟΥ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΦΩΤΙΚΗΣΙΩΝ ΤΩ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΙ ΦΩΤΙΚΗΣΙΩΝ
Πηγές: Αρχαία Φωτική ΕΛΛΑΣ,https://ellas2.wordpress. com/2010/01/02/ αρχαία-φωτική/---Το οδοιπορικό στην Φωτική του Βασίλη Κραψίτη--- Η Φωτική - OoCities, www.oocities.org/pipeline/cliff/9286/fotiki.htm
A new classical dictionary of Greek and Roman biography, mythology, and geography: partly based upon the Dictionary of Greek and Roman biography and mythology by Sir William Smith,1851,page 392
Catholic Encyclopedia - Durazzo
Handbook of Ancient Geography and History by Ptz Wilhelm, ISBN 1-113-19974-1, The (734) southern portion, or Illyria Graeca, belonged to the province of Macedonia.
Atlas of Classical History by R. Talbert, 1989, page 175: "... divided the diocese of Moesia into two, styled Thracia and Macedonia, the latter consisting of the provinces from Epirus Nova and Macedonia southward. But there is evidence that Constantine considered ..."
Encyclopedia of ancient Greece by Nigel Guy Wilson, 2006, ISBN 0-415-97334-1, page 246
Hendry, p. 299. The geography is entirely correct for Servius' time, since Diocletian's rearrangement of provincial boundaries included the creation of the province of Epirus Nova out of southern Illyricum with Dyrrachium (=Epidamnus) as its capital.
Wilkes, J. J. The Illyrians, 1992,ISBN 0-631-19807-5,Page 210
Athanassakis, A.N. (1977), "N.G.L. Hammond, Migrations and Invasions in Greece and Adjacent Areas (review)", American Journal of Philology 99: 263–6, JSTOR 293653
Migrations and invasions in Greece and adjacent areas by Nicholas Geoffrey Lemprière Hammond, 1976, ISBN 0-8155-5047-2, page 54: The line of division between Illyricum and the Greek area Epirus nova
A history of the Ostrogoths by Thomas S. Burns,1991,ISBN 0-253-20600-6,page 63
Epirus Vetus: The Archaeology of a Late Antique Province (Duckworth Archaeology) by William Bowden, 2003, ISBN 0-7156-3116-0, 2003, page 196.
6 Πελασγοί, Νικολάου Ελευθεριάδου, Εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1997, πρώτη έκδοση 1931, σ. 271-272.
Annuario Pontificio 2013 (Libreria Editrice Vaticana 2013 ISBN 978-88-209-9070-1), "Sedi titolari", pp. 819-1013 
Η Παννονία είναι αρχαία περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, που οριζόταν βόρεια από τον Δούναβη και βρισκόταν στη θέση της σημερινήςΟυγγαρίας και εν μέρει της Κροατίας, της Σερβίας, της Βοζνίας και Ερζεγοβίνης, της Αυστρίας και της Σλοβακίας. Η περιοχή λέγεται πως έλαβε την ονομασία της από την ιαπετική ρίζα -πεν- που σημαίνει: υγρός και νερό, λόγω των πολλών ποταμών που την διασχίζουν. Ωστόσο δεν αποκλείεται η ονομασία Παννονία να σχετίζεται και με την αρχαία πόλη της Κρήτης Παννόνα ή Φαννόνα που βρίσκεται στο χωριό άγιος Θωμάς. Η ονομασία που της έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες γεωγράφοι ως Παιονία, ίσως να προϋποθέτει και κάποια γλωσσική συσχέτιση με την Παιονία του νότου.
Το Παννονικό φύλο των Βρεύκων που ζούσε στην αρχαία Σιγγιδόνα ( Βελιγράδι) και των Αμαντίνων στα ανατολικά των Βρεύκων (συγγενών των Αμάντων),  κατά τον Στέφανο Βυζάντιον, ήταν το θρακικό φύλο των Αβάντων από την Τροία). Εκτός αυτού πόλεις της Παννονίας ήταν η Ηράκλεια (η σημερινή Τακ της κεντρικής Ουγγαρίας), το Βριγέτιο (η Szőny της Ουγγαρίας), η Σάλα, η Σκαραβαντία (το Σόπρον της βορεοδυτικής Ουγγαρίας), η Κέρτισσα, στο σημερινό Τζάκοβο της Κροατίας).
Σκορδίσκοι
Από μια σύγκριση μεταξύ Αππιανού και Στράβωνα, καθώς και από ένα περιστατικό στη ζωή του Μ. Αλέξανδρου, είναι εμφανές ότι οι Αυταριάτες συνόρευαν στα ανατολικά με τους Αγριάνες και τους Μπεσσούς, στα νότια με τους Μαιδούς και τους Δάρδανες και στις άλλες κατευθύνσεις με τους Αρδιαίους και τους Σκορδίσκους. (Leake, τόμ. ΙΙΙ, σ.463)
Οι Σκορδίοι που συνορεύουν με τη χώρα των Διβραίων, πιθανόν να κατάγονται από τους Σκορδίσκους, τους προερχόμενους από τους Γαλάτες (55, Τίτος Λίβιος, βιβλ.XL, κεφ.57,58 ) (Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σ.66).
10 Βρεύκοι: Ένα από τα έθνη που κατοικούσαν στην Παννονίαν (Γεωγραφικά Στράβωνος, Libri XVII, p.483,Amstelaedami, J. Woltlers, M. DCCVII.).
11 Μάριος, ΛΔ και Σερτώριος, Ε.
12 Περισσότερα για την Ιλλυρία και τους λεγομένους Ιλλυριούς, στο θέμα που θα αναλύσουμε προσεχώς: «Έλληνες Αρβανίτες και Αλβανοί Σκιπετάροι». 
13 Johann Erich Thunmann or Johannes or Hans (August 23, 1746 — December 17, 1778) was a linguist, historian and theologian born in Thoresund (Södermanland) in Sweden. He studied at Strängnäs and Uppsala then left Sweden to study at Greifswald. Thunmann was professor of philosophy at the University of Halle.  Thunmann was one of the most important early authors writing about the language and origin of Albanians. The first serious attempts to present scientific explanation of the origin of Albanians began with Thunmann. He believed that the history and language of Albanians, besides Aromanians, were the least known European people in the West.
Thunmann was the first scholar to disseminate the theory about the autochthonous Albanians and to present the Illyrian theory of the origin of Albanians. Thunmann researched the origin of the term "Skipatar", the term Albanians use as their ethnic name. In 1774 Thunmann republished a three-language (Albanian, Greek and Aromanian) lexicon Theodor Kavalioti first published in 1770, and later added a Latin translation. Thunmann believed in Illyro-Thracian unity. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου