Τρίτη 7 Μαΐου 2024

OI ΤΕΛΕΥΤΑΙEΣ ΙΑΧΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣ  ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ- «ΔΕΣΜΩΤΕΣ» ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ  ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΚΦΥΛΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ.

[OUR LAST RALLYING CRIES TO AWAKE THE FREE-PRISONERS OF THE SYSTEM AND AGAINST THOSE OF CAINITE BIOLOGICAL RACE, ENEMIES OF THE HUMANITY].

ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΕΣ ΚΑΡΤΕΡΙΚΩΣ AΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ.

(WAITING PATIENTLY THE CONSCIENCES’ AWAKENING)

Η Μόνη Αληθινή Γαλάζια Πατρίδα !!! Η Ρωμαίϊκη/Ελληνική Αυτοκρατορία !!! Η Ρωμανία μας!!!

«6 Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραὴλ ὁ ρυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός..» ΗΣΑΪΑΣ: 44/6).

«3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν…» (ΙΩΑΝΝΗΣ: 17/3).

«..ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. 9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. 10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην..(ΓΑΛΑΤΕΣ:  1/8-10).

«Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἀπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ Πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾿ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι.».[Σωκράτης (Πλάτωνος Κρίτων, 51α, 51β)].

«…Χρωστάμε σ’ όσους ήλθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί!». (Κωστής Παλαμάς, 1925)

«Μια φορά εβαπτίσθημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της Πατρίδος μας» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης).

«…Κατεβαίνω πολεμιστής είς το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων πού είναι φυτευμένες είς ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση είς την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.» [Ιωάννης Καποδίστριας, σε συνομιλία με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, λίγο μετά τον ερχομό του στην Ελλάδα (Γ. Τερτσέτης, «Τα Απόλογα του Καποδίστρια») ].

Μέρος 12ον

Δ΄ IΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (ΑΠΟ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΧΡΙ TON 7oν/8ον ΑΙΩΝΑ Μ.Χ.)   

3. Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ  ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΘΕΣΗ (ΔΥΣΗ) ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ.1

α. Πότε, πως και γιατί μεταφέρθηκε η πρωτεύσα των Ρωμαίων στην Ανατολή.

Όταν ο Kωνσταντίνος απέμεινε μονοκράτορας, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη (324 μ.Χ.). Η μεταφορά ενός κράτους διοικητικώς, γλωσσικώς και νομοθετικώς Ρωμαϊκού (4ος αι.) σε μια περιοχή που βρισκόταν κάτω από την Ελληνιστική πολιτισμική κυριαρχία, αποτελούσε τον προάγγελο της αλλαγής ολόκληρης της υποστάσεώς του.

Επισημαίνεται ότι, οι Πελασγοί/Προέλληνες ήσαν οι πρώτοι προϊστορικοί οικιστές της νυν Ιταλικής Χερσοννήσου, η Λατινική γλώσσα των Ρωμαίων της ιστορικής περιόδου είναι Ελληνόρριζη και το Ρωμαϊκόν δίκαιον έχει Ελληνική πατρότητα [Βλέπε Μέρος 4ον, παρ. 9. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (ΑΡΧΑΙΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥΣ-ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ)].

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος μετέβη προσωπικά στο μέρος αυτό και ρύθμισε τα όρια της μελλοντικής πόλεως. Μετά ταύτα, διάλεξε τελικά την παρούσα θέση της Κωνσταντινουπόλεως.

Το 325 είχε αρχίσει η κατασκευή των βασικών κτιρίων. Εργάτες και υλικά για την οικοδόμηση συγκεντρώθηκαν από παντού, ενώ πολλά ειδωλολατρικά μνημεία της Ρώμης, των Αθηνών, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου και της Αντιόχειας, χρησιμοποιήθηκαν για την διακόσμηση της πόλεως. 40.000 Γότθοι στρατιώτες, οι λεγόμενοι «foederati», έλαβαν μέρος στην κατασκευή των νέων κτιρίων. Πολλές εμπορικές και οικονομικές διευκολύνσεις δόθηκαν στους κατοίκους της νέας πρωτεύουσας, έτσι ώστε να ελκυστούν εκεί πολλοί άνθρωποι. Την άνοιξη του 330 μ.Χ. οι εργασίες είχαν τόσο πολύ προχωρήσει, ώστε ο Κωνσταντίνος μπόρεσε να εγκαινιάσει επίσημα την νέα πρωτεύουσα.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Μαΐου του 330, και οι σχετικές εορτές κράτησαν 40 ημέρες.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος µετέφερεν όχι μόνον την πρωτεύουσαν, άλλα ολόκληρη την παλαιά πόλιν. Μετώκησαν εις την Νέαν Ρώµην όχι μόνον ο αυτοκράτωρ αλλά και οι ύπατοι,  οι περισσότεροι συγκλητικοί, οι  µορφωµένοι,  οι αρχηγοί γενικώς του στρατού,  ολόκληρος σχεδόν η τάξις των πατρικίων, και µέγα µέρος του πληθυσµού.

β. Κυριώτεροι λόγοι μεταφοράς της πρωτευούσης στην Ανατολή.          

Η μεταφορά της πρωτεύουσας και η επιλογή της Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν τυχαία. Υπαγορεύτηκε κυρίως από τους εξής λόγους:

1/. Γεωστρατηγικοί

Η Κωνσταντινούπολη χτισμένη στο σταυροδρόμι δύο ηπείρων, της Ασίας και της Ευρώπης, δύο θαλασσών, του Ευξείνου πόντου και της Μεσογείου, ένωνε από κάθε πλευρά (γεωγραφικώς, οικονομικώς, πολιτικώς, πολιτιστικώς και όχι μόνον την τότε γνωστή Οικουμένη, την Δύση με την Ανατολή, τον Βορρά με τον Νότο, το παρελθόν με το μέλλον) [Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός την ονομάζει «σύνδεσμο μεταξύ Δύσης και Ανατολής»].

2/. Γεωπολιτικοί

Οι κάτοικοι της Ανατολής ήσαν ενωμένοι. Τους ένωνε ο Ελληνικός πολιτισμός, η Ελληνική γλώσσα και η νέα θρησκευτική ταυτότητα (Χριστιανισμός).

Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη: Μια νέα πρωτεύουσα, η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε σημείο συναντήσεως από Ευρώπη – Ασία- Εύξεινο Πόντο - Αιγαίο – Μεσόγειο.  Επίσης, λόγω θέσεως, διευκολύνονταν οι σχεδιασμοί για την άσκηση στρατιωτικής πολιτικής.

Η νέα πρωτεύουσα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η Αγαπημένη δύο θαλασσών (Ασία/ Μαύρη θάλασσα-Μεσόγειος Θάλασσα ).

3/. Εμπορικοί

Ήταν σταυροδρόμι μεγάλων εμπορικών δρόμων [θαλάσσιων και χερσαίων( Εγνατία οδός)], που ένωναν την Ανατολή με την Δύση. Την Ευρώπη με την Ασία και την Αφρική. Από την Πόλη ξεκινούσαν μεγάλης σημασίας στρατιωτικοί και εμπορικοί δρόμοι, θαλάσσιοι και χερσαίοι.

4/. Οικονομικοί

Υπήρξε κέντρο διακινήσεως και μεταφοράς ανθρώπων και κάθε είδους ανθρώπινων δημιουργημάτων, υλικών και πνευματικών αγαθών. Η Κωνσταντινούπολη παρήγε και τροφοδοτούσε με δικά της προϊόντα τον υπόλοιπο κόσμο. Επιπλέον δεχόταν, αφομοίωνε και κατανάλωνε τα ξένα δημιουργήματα/προϊόντα που την κατέκλυζαν.

Η Ανατολή παρείχε ισχυρή οικονομία, ένα πληθυσμό με ακμαίο, δραστήριο και εμπορικό πνεύμα, με πρωταγωνιστές και κυρίαρχους στο εμπόριο, τους Έλληνες. Η Κωνσταντινούπολη/Νέα Ρώμη ευρίσκετο κοντά στις επαρχίες που τροφοδοτούσαν με πρώτες ύλες. Με την οχύρωση, τα κτίρια, τις αγορές, τον πλούτο της, την μεγάλη κίνηση και το μεγάλο πληθυσμό, η Νέα πρωτεύουσα φάνταζε επιβλητική

5/. Θρησκευτικοί

Η στροφή του Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό συνδυάστηκε με την απομάκρυνσή του από μια πόλη που είχε γίνει επίκεντρο ειδωλολατρίας, την παλαιά Ρώμη. Οι Χριστιανοί -σ' αυτούς στηρίχτηκε πολιτικώς ο Κωνσταντίνος Α'- ήταν πολυπληθέστεροι (τότε) στην Ανατολή.

Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο κέντρο με πραγματικά οικουμενικό –πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, αλλά με δικλείδα ασφαλείας, την Ορθόδοξη Πίστη.

γ. Η ονομασία, η αίγλη της νέας πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολη - Νέα Ρώμη) και ο ιστορικός ρόλος της.

1/. Ήδη εξ αρχής, δηλαδή επί Κωνσταντίνου, υπήρχε μια ρητορική περί Νέας Ρώμης σχετικά με την νεοϊδρυθείσα Κωνσταντινούπολη. Ο ιστορικός Σωκράτης, που γράφει κατά το α΄μισό του 5ου αιώνα, την συνέχεια της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσεβίου, μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος κατοχύρωσε διά νόμου το όνομα «Νέα Ρώμη», για την πόλη του.2

Άλλες ονομασίες που αποδόθηκαν στην Νέα Ρώμη, εκτός από το «Κωνσταντινούπολις», είναι «Βασιλεύουσα», «Βασιλίς των πόλεων», «Μεγαλόπολις» και «Επτάλοφος», ενώ αναφορά γίνεται και στο όνομα «Ανθούσα» [Florentia].3  Μέχρι και το 1923 η ονομασία της διετηρήθη ως Κωνσταντινούπολη4 [επίσημα με το όνομα Konstantiniyye].

Κατά την περίοδο των Σελτζούκων, καθώς και κατά την πρώϊμη οθωμανική περίοδο, η ονομασία Ιστάνμπουλ, χρησιμοποιήθηκε μαζί με τις παραλλαγές Ιστινμπόλ [Istinbol] ή Ιστανμπόλ [Istanbol]. Η προφορά της ονομασίας ως Εις την πόλη [Istinboli], πιστοποιείται σύμφωνα με πηγές από τα τέλη του 14ου αιώνος. Το ελαφρά παραλλαγμένο όνομα Ισλαμπόλ [Islam-bol], που μεταφράζεται ως «εκεί που το Ισλάμ αφθονεί», φέρεται να δόθηκε στην πόλη από τον Μωάμεθ Β΄ και συναντάται σε έγγραφα του 15ου αιώνος, καθώς και σε φιρμάνι του 1760/1, σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί επίσημο όνομα της πόλεως, που τελικά ΔΕΝ εφαρμόστηκε!!!5

Η ονομασία Κωνσταντινούπολη [οθωμανικά قسطنطينيه, Konstantiniyye] βρισκόταν σε παράλληλη χρήση, κατά την διάρκεια της Οθωμανικής δουλείας, κυρίως σε επίσημα οθωμανικά έγγραφα, λογοτεχνικά έργα, αλλά και νομισματικές κοπές. Ήταν σε χρήση περισσότερο σε κύκλους λογίων, ενώ στην καθημερινή επικοινωνία κυριαρχούσαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας Ιστανμπούλ.

Έναν αιώνα αργότερα, ο Σωζομενός, μας πληροφορεί ότι η ονομασία «Νέα Ρώμη» χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει το πρωτείο του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως έναντι των άλλων επισκόπων πλην εκείνου της Ρώμης, αποτελεί μια παλαιά παράδοση και τονίζει την ύπαρξη ρωμαϊκών θεσμών στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να αιτιολογήσει την εδραίωση της παραδόσεως αυτής.6

2/. Ήδη από τον 3ον αιώνα, η παλαιά Ρώμη είχε πάψει να είναι η αποκλειστική έδρα του αυτοκράτορα, ποτέ όμως μέχρι τον Κωνσταντίνο, δεν είχε μεταφερθεί σε άλλη πόλη της αυτοκρατορίας. Εξάλλου, η πίστη στην αιωνιότητα της Ρώμης και της κυριαρχίας της, κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους, ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με το αίτημα για ενότητα σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό.

Η παλαιά Ρώμη όμως παρέμενε η «βασιλίς» πόλη, όσο κι αν η Κωνσταντινούπολη μπορεί να είναι η πόλη του αυτοκράτορα.7

Σε έναν από τους λόγους του προς τον Κωστάντιο, που εκφωνήθηκε μάλιστα στην παλαιά Ρώμη (357), ο ρήτορας Θεμίστιος λέει για την Κωνσταντινούπολη ότι «συμμετέχει στο όνομα και στο πεπρωμένο της Ρώμης».

Ωστόσο, η Κωνσταντινούπολη μετά την ίδρυσή της ήταν, όπως και η παλαιά Ρώμη, βασιλεύουσα πόλη, και από κοινού συνόψιζαν τον ενιαίο Ελληνικόν/Ελληνοποιημένον Ρωμαϊκόν/ Ρωμαίϊκον κόσμο.8

Μέσα σε έξι χρόνια, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και τον Μάϊο του 330, έγιναν τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας. Επίσημη γλώσσα της Κωνσταντινουπόλεως αρχικώς ήταν η ελληνόρριζη  λατινική, αν και στην συντριπτική πλειοψηφία του, ο πληθυσμός μιλούσε ήδη ελληνικά.

Με κέντρο πιά την Νέα Ρώμη, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα διανύσει μία θαυμαστή ιστορική διαδρομή ολόκληρης χιλιετηρίδας. Στην πολιτισμική της ταυτότητα πρωτεύει το χριστιανικό στοιχείο, και μάλιστα η εμμονή και πιστότητα στην ορθόδοξη πρωτοχριστιανική παράδοση. Με άξονες τον ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΒΙΟΝ και την Ελληνιστικήν ιστορικήν πορείαν της, η Ρωμαϊκή/Ρωμαίϊκη Αυτοκρατορία θα αναχωνεύσει οργανικώς ό,τι δημιουργικό υπήρξε στην αρχαία Ρωμαϊκή παράδοση, και παράλληλα την ελληνική φιλοσοφία, παιδεία, τα γράμματα και την τέχνη.

Μετά τον 6ον αιώνα, η Ρωμαίϊκη/Ελληνική Αυτοκρατορία θα είναι και επίσημα Ελληνόφωνη, και μετά τον 10ον αιώνα θα υιοθετήσει και τους όρους Έλλην/Έλληνες και Ελληνικός, απηλλαγμένους από το ειδωλολατρικόν άγος, φορτισμένους πιά με πλήρες ιστορικό περιεχόμενο, για να αντιπαρατάξει την δική της πολιτισμική/Ελληνογενή ταυτότητα στον νέο πολιτισμό που γεννιέται στην κατακτημένη από βαρβαρικά φύλα και φυλές, Δύση.

3/. Από τον 2ον π.Χ. ως τον 19ον μ.Χ. αιώνα, η γεωγραφική περιοχή όπου άνθισαν οι αρχαίες ελληνίδες πόλεις, γνώρισε διαδοχικά δεκαεπτά (17) επιδρομές βαρβαρικών φύλων και φυλών. Από τις παραδουνάβιες περιοχές ως την Κρήτη, και από την νότια Ιταλία ως τα βάθη της Μ. Ασίας και τον Πόντο, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί δοκιμάστηκαν σκληρά επί αιώνες από αυτά τα αλλεπάλληλα κύματα των κατακτήσεων, που σήμαιναν, κάθε φορά, και κάποιες επιμειξίες με τους γηγενείς Έλληνες.

Έτσι, οποιοσδήποτε ισχυρισμός για φυλετική ομοιογένεια και «καθαρότητα αίματος» κάποιων από τους νεωτέρους Έλληνες, κυρίως νεοπαγανιστές και αρχαιολάτρες «ου κατ’επίγνωση», για την Ελληνική Αυτοκρατορία μας, αποτελεί ανιστόρητο ευσεβή πόθο ή  ρομαντική αυθαιρεσία.

Όμως, το ιστορικό παράδοξο είναι πως ενώ έχουμε αρκετές φυλετικές επιμειξίες στην χιλιετή ιστορία της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, το εκπληκτικόν στοιχείον είναι όχι μόνον η επιβίωση  του Ελληνισμού ως Εθνικής-πολιτιστικής Ιδέας και των Ελλήνων ως ιστορικού Έθνους πανάρχαιας φυλής, αλλά η κυριαρχία του Ελληνισμού, κυρίως δια της πνευματικής Ελληνοποιήσεως αλλογενών αλλά και αλλοδόξων πολιτών που εδέχοντο τα νάματα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστεως.

Και τούτο διότι, η Ρωμηοσύνη απέτρεπε δημιουργία συνθηκών Εθνοφυλετισμού που θα εδίχαζαν τους πολίτες της Αυτοκρατορίας. Αυτή είναι και η βαθύτερη πολιτικο-πνευματική σημασία του όρου-ονόματος Ρωμαίος/Ρωμηός, που με την ποιητική του γλώσσα διαπίστωνε ο στρατηγός Μακρυγιάννης στον 19ον αιώνα, γνωστός υπέρμαχος της Ρωμηοσύνης πολλάκις αναφερόμενος στους όρους Ρωμηός και Ρωμέϊκο (Ρωμέγικο), με την έννοιαν του Έλληνος και του Ελληνισμού/Ελληνικού Έθνους, αντιστοίχως:

«ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλιόθεν καὶ ὡς τώρα, ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε τοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά».

Αυτή η «μαγιά» των ελληνίδων πόλεων και αργότερα των κοινοτήτων, μέσα από τις κατακτήσεις και επιμειξίες, έσωζε τελικά την ελληνική ιδιαιτερότητα: Την γλώσσα, την νοοτροπία, την ελληνική νοηματοδοτήση του κόσμου και της ζωής. Και όλα αυτά, ενωμένα στην Ορθοδοξία, στην εκκλησιαστική Ορθόδοξη Πίστη.

Τέλος, όσον αφορά στον ρόλον που διεδραμάτισε η   μεταφορά της Ρώμης, ο γερμανός συγγραφέας και  ιστορικός Ferdinand Gregorovius (1821-1891), μας δίδει την απάντηση, γράφοντας ότι:

«….δια της κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως διεσώθη η περαιτέρω ύπαρξις του ελληνικού έθνους. Πράγματι, άνευ της Κωνσταντινουπόλεως η Ελλάς και η Πελοπόννησος ήθελον κατακτηθή και οικισθή υπό ξένων βαρβάρων εθνών.».9

δ.  Ετυμολογία-προέλευση του ονόματος Νέα Ρώμη.

-Η λ. Ρωμαίος δηλώνει τον ισχυρό, τον ανώτερο αλλά και τον θεϊκό κατά το πνεύμα, διότι ουσιαστικώς μόνον ο θεός είναι αληθώς ισχυρός και ανώτερος. Προέρχεται από το ελληνικό ρ. ρώννυμι ή ρωννύω (Ενδυναμώνω, ενισχύω/θέμα ρω-).

Παράγωγα κύρια ονόματα

Ρώμη=Ισχύς, Δύναμη

Ρωμύλος (ο φερόμενος ως ιδρυτής της Ρώμης)= Ρωμαλέος, ισχυρός.

Ρωμαίος=Ωραίος, εύρωστος (Ρωμαίος και Ιουλιέττα).

Ρώμις=Ο ανδρείος, ο ισχυρός (κύριο όνομα).

Ρούμ-Ιλί=Η χώρα των Ρωμαίων/Ισχυρών.

Με το όνομα ρούμ/ρωμ καλούσαν οι τούρκοι κατακτητές τους Έλληνες, διότι έτσι τους εγνώρισαν. Αντιστοιχούσε με το Ρωμαίος ή Ρωμηός/Ρωμιός.

-  Η ίδια η λέξη "Ρώμη" είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ και σημαίνει "Δύναμη"(βλ.     ρωμαλέος=δυνατός).

Παραδόξως για τους αγνοούντας, αλλά ευλόγως για τους γνωρίζοντες, οι ρίζες Ρουμ και Ρωμ,  απαντώνται και στην Παλαιά Διαθήκη. Από τις ρίζες αυτές παράγονται λέξεις και ρήματα με την ίδια σημασία των ελληνικών Ρωμαίος, Ρώμη, ρώννυμι…Συγκεκριμένα:10

Room: elation (έξαρση)-Height( ύψος, κυρ. και μτφ)

Room: altitude(υψόμετρο, ύψος), extol (εκθειάζω)

Rowm: elevation (ανύψωση, ανωτερότης, έξαρση)

Ruwm: elation(έξαρση), haughtiness (υπεροψία).

Μερικά παραδείγματα:

«Οι δε υιοί Ισραήλ επορεύοντο εν χειρί υψηλή..» (ΕΞΟΔΟΣ: 14/8).

«…ους υμείς κληρονομείτε αυτούς επί των ορέων των υψηλών..» (ΔΕΥΤ: 12/2).

- Το όνομα Νέα Ρώμη καταδηλώνει το θέλημα του Θεού να χρισθούν οι Έλληνες ως πρωτότοκοι του Νέου Ισραήλ της Χάριτος [Ρώμη=Ισχύς, Δύναμις. Ιsrael= Sarah+ el or ayil-- Sarah = Προεξέχω, έχω ισχύν (όπως ένας πρίγκηπας)--el=Θεός, ισχυρός -- ayil= δύναμη]. Στην κυριολεξία Ισραήλ= Θα κυβερνήσει σαν Θεός.11

Κατ’ ακολουθίαν Ισραηλίτης= Εκείνος που ανήκει στο εκλεκτόν γένος του Θεού, στον λαό του Θεού, το βασίλειον ιεράτευμα (Α΄ΠΕΤΡΟΥ: 2/9-10).

4. Ο ΠΡΩΤΟ-ΡΩΜΑΪΚΟΣ/-ΡΩΜΑΙΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (325/330-641).

α. Είναι η εποχή του ραγδαίου εξελληνισμού του κράτους της Νέας Ρώμης. Τα έργα της Ρωμαϊκής γραμματείας, δηλαδή των συγγραφέων που έδρασαν στο Ανατολικό τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους, εγράφησαν, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, στην ελληνική γλώσσα και φανερώνουν εντονώτατη επίδραση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η κυριαρχία των κλασικών προτύπων είναι αισθητή, τόσο στην μορφή όσο και στην γλώσσα των έργων της περιόδου αυτής.

Στην ποίηση των χριστιανών λείπουν οι «εμπνεύσεις» από την μυθολογία, ενώ το θέατρο παρακμάζει. Μερικοί από τους ποιητές, ακολουθούν τα αρχαία μέτρα (Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Συνέσιος Πτολεμαΐδας, Γεώργιος Πισίδης), ενώ άλλοι νεωτερίζουν, όπως οι λεγόμενοι υμνογράφοι, σπουδαιότερος από τους οποίους ήταν ο Ρωμανός ο Μελωδός.

Στην ιστορία, οι Ρωμαίοι/Ρωμηοί, μιμούνται τους αρχαίους και γράφουν σε γλώσσα αρχαΐζουσα (Προκόπιος, Αγαθίας, Μένανδρος, Θεοφύλακτος ο Σιμοκάττης).

Παράλληλα εμφανίζονται οι «χρονογράφοι», που δεν έγραψαν μόνο για τα σύγχρονα γεγονότα, αλλά και για την ιστορία όλων των λαών από την γένεση του κόσμου ως την εποχή τους. Αντιπροσωπευτικός είναι ο Ιωάννης Μαλάλας.

Η εκκλησιαστική φιλολογία συνεχίζει την πατερική φιλολογία των πρώτων χριστιανικών αιώνων και τώρα έχει πρόσθετο αντικείμενο, τις δογματικές έριδες του 4ου και 5ου αιώνος.

Στην κυρίως φιλολογική επιστήμη, η δραστηριότητα των Ρωμαίων/ Ρωμηών περιορίστηκε σε επιτομές και υπομνηματισμό παλιότερων γραμματικών έργων, καθώς και σε απανθίσματα σχετικών σχολίων, σε εισαγωγές και στην συγγραφή ή διασκευή λεξικών, από τα οποία το σπουδαιότερο είναι του Ησύχιου από την Αλεξάνδρεια (5ος π.Χ. αιώνας).

Ιδρύεται το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, πού λεγόταν επίσης πανεπιστήμιο σπουδών της αίθουσας του ανακτόρου της Μαγναύρας και  αναγνωρίστηκε ως πανεπιστήμιο το 848, έστω και εάν τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη δεν το αναγνώρισαν ποτέ ως πανεπιστήμιο !!!

Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική αρχικά επικρατεί στην ανοικοδόμηση των ναών ο ρυθμός της «βασιλικής» (Άγιος Δημήτριος, ναός Αχειροποιήτου στην Θεσσαλονίκη), εμφανίζεται όμως και νέος ρυθμός, ο «βυζαντινός» (Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως).

 


Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε την μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.

β. Κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404, η πρώτη Αγιά Σοφιά πυρπολείται και θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β΄. Τα εγκαίνια θα γίνουν στις 10 Οκτωβρίου του 415, όμως ο ναός θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά την Στάση του Νίκα. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α' αποφασίζει να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή, στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στην Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπούς ναού, θα μπουν στις 23 Φεβρουαρίου του 532, με σχέδια που εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος Τραλλιανός και Ισίδωρο ο Μιλήσιος.

Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου, δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες. Το κόστος παραμένει ακόμη στο πλαί­σιο της εικασίας. Μία κατά δύναμη λεπτομερής εκτίμηση της δαπάνης, έγινε στην εποχή του Έλληνα ιστο­ρικού, καθηγητή Παπαρρηγόπουλου. Υπελόγισε την αξία της γης και το κόστος των υλικών, της εργασίας, της διακοσμήσεως και των εκκλησιαστικών σκευών, σε περίπου 324 εκατομμύρια ελληνικές δραχμές ή περί­που 64 εκατομμύρια δολλάρια [της εποχής του]. Να σημειωθεί ότι, η κοινή εκτίμηση για το κόστος του ναού του Αγίου Πέτρου είναι 240 εκατομμύρια φράγκα, ή λιγότερο από 48 εκατομμύρια δολλάρια.

Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα, αναφωνεί: «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».

Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.

Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαϊου του 1453. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί, με την επανάσταση του ντονμέ κρυπτο-ιουδαίου, Κεμάλ Ατατούρκ, μετατράπηκε σε μουσείο και επί του Νέο-γενιτσάρου Ερντογάν, απογόνου του εθελουσίως εξισλαμισθέντος Ρωμηού Μίμη Μπακάτογλου, από την Ποταμιά του Πόντου, μετετράπη και πάλιν σε τζαμί.

5. Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΤΑΛΜΟΥΔΙΣΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΤΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ [THE GREAT CONSPIRACY OF THE TALMUDIST JEWS ΑΝD THEIR OCCULT ALLIES, AGAINST ANCIENT HELLENISM AND CHRISTIANITY].

α.  Η Συνωμοσία κατά των αρχαίων Ελλήνων και των Χριστιανών

1/. Τους τέσσαρες (4) πρώτους αιώνες μετά την Σταύρωση-Ανάσταση-Ανάληψη του Κυρίου, οι αρχισυνωμότες Ταλμουδιστές Ιουδαίοι της Αλεξανδρείας (των οποίων οι βιολογικοί απόγονοι αργότερον αυτοπροσδιορίσθησαν ως Ιουδαίοι/Jews),  με συμμάχους όλες τις τότε αντιχριστιανικές δυνάμεις (Αιγύπτιοι αποκρυφιστές ιερείς, Ρωμαίοι/Λατίνοι παγανιστές, Έλληνες φευδοφιλόσοφοι-αποκρυφιστές, αλλοεθνείς γνωστικοί, και κάθε είδους «νεοφιλόσοφοι», επώνυμοι και ανώνυμοι) συνωμότησαν και διέπραξαν ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά εγκλήματα της Παγκόσμιας Ιστορίας, που συνίστατο στα εξής:

Πλαστογράφηση-Παραποίηση-Ετεροχρονισμός του περιεχομένου όλων των διαθέσιμων αρχαίων κλασσικών κειμένων.

Κακουργία επί των χειρογράφων της Παλαιάς Διαθήκης (κυρίως στα αρχαία Εβραϊκά κείμενα, του Εσδραίου Κανόνος). Με βάση τα διεφθαρμένα-αλλοιωμένα κείμενα συνεγράφη πολύ αργότερον το Μασοριτικό, κείμενο, έργο καθαρώς των Καϊνιτών ταλμουδιστών, το οποίον σήμερον χρησιμοποιείται από όλες αιρετικές θρησκείες, αυτοπροσδιοριζόμενες ως «χριστιανικές» (Παπισμός, Αγγλικανισμός, Προτεσταντισμός με τις αμέτρητες παραφυάδες του, κλπ).

Συγγραφή αυθαιρέτων κειμένων με δοκησίσοφες οντολογικές ερμηνείες και κοσμογονικές θεωρήσεις, των αντίστοιχων κειμένων που διελαμβάνοντο στην Π.Δ.

Συρραφή μύθων ή αποκρυφιστικών δοξασιών αναφερομένων δήθεν στην μυθολογία και την προϊστορία των λαών.

Σφετερισμός ονομάτων αρχαίων συγγραφέων και καταγραφή έργων συγγραφέντων δήθεν από «ανωνύμους» συγγραφείς.

Αποσιώπηση σημαντικών ιστορικών-πολιτικών-θρησκευτικών πληροφοριών και γεγονότων της αρχαιότητος που ανέτρεπαν/ανατρέπουν τα περιλαμβανόμενα στα συμβατικά βιβλία του Συστήματος και όσα έχουν πληροφορηθεί οι Έλληνες τουλάχιστον τους τελευταίους αιώνες.

Αυθαίρετος ετεροχρονισμός αρχαίων ιστορικών-φιλοσοφικών και θρησκευτικών έργων.

Συγγραφή «αποκρύφων» κειμένων, που αφορούσαν σε επιστολές και βιβλία της Αγίας Γραφής (Π.Δ.-Κ.Δ.).

Ίδρυση Χριστιανικών αιρέσεων και αποκρυφιστικών Εταιρειών.

Κατασυκοφάντηση και βλασφημίες κατά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού και της Χριστιανικής διδασκαλίας Του.

Χαρακτηριστικώτερες περιπτώσεις πλαστογραφίας και απάτης είναι τα λεγόμενα «Ορφικά», τα Πυθαγόρεια δόγματα και τα Πυθαγόρεια έπη.

Σήμερα τα πνευματικά προϊόντα-δηλητήρια εκείνων των διεστραμμένων συνωμοτών, όπως διαμορφώθηκαν, αναμορφώθηκαν και εξωραΐστηκαν από «ειδικούς» ανθρώπους του Συστήματος, στο διάβα των αιώνων που πέρασαν, «κοσμούν» κατά χιλιάδες τόμους τις βιβλιοθήκες Δήμων, Σχολείων, Πανεπιστημίων, κρατικών/ιδιωτικών Ιδρυμάτων και πωλούνται στα βιβλιοπωλεία όλου του κόσμου.

Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ανθρώπων αγνοεί το μέγιστο αυτό πνευματικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητος και πολύ περισσότερο την ταυτότητα των αρχιεγκληματιών-οργανωτών και εκτελεστών που καλύπτονται όπισθεν αυτού.

2/. Τακτικοί και στρατηγικοί στόχοι των Συνωμοτών

α/. Οι συνωμότες προέβησαν σε όλες τις προαναφερθείσες εγκληματικές ενέργειες,  σε μία απέλπιδα προσπάθεια:

-Να εξομοιώσουν το περιεχόμενο των αρχαίων κειμένων με τα δόγματα και τα ηθικά διδάγματα της Νέας Χριστιανικής διδασκαλίας, με κύριο στόχο να αποπροσανατολίσουν τους ασπαζομένους την νέα πίστη από την αλήθεια, τόσον για τις αρχαίες ειδωλολατρικές θρησκείες όσον και για τα δόγματα της Νέας Χριστιανικής διδασκαλίας.

Οι συνωμότες εθεώρησαν ότι έτσι θα διεκδικούσαν την αρχαιότητα και την πατρότητα της χριστιανικής πίστεως, αντιμαχόμενοι τους Αποστόλους και Πατέρες του Χριστιανισμού, κατηγορώντας μεταξύ των άλλων, τους Χριστιανούς ως…αντιγραφείς των δογμάτων της παλιάς θρησκείας. Ουσιαστικώς επιδιώκοντας την καταστροφή ή την αφομοίωση του Χριστιανισμού, μέσα από μία μορφή ενός ειδωλολατρικού συγκρητισμού.

«Αι διάφοραι φιλοσοφικαί σχολαί συνεννοήθησαν μεταξύ των ίνα προασπίσωσι την εκπνέουσα θρησκείαν των Εθνικών κατά της εισβολής των Χριστιανικών δογμάτων. Εγένετο τότε ένα είδος συνθήκης μεταξύ του ιερατείου και της φιλοσοφίας…».12

«Κατά την διάρκειαν της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι Μυστηριακές Θρησκείες, οι φιλόσοφοι, οι γνωστικοί και άλλοι, προσπάθησαν να αφομοιώσουν τον Χριστιανισμό μέσα στο συγκρητισμό τους, αλλά απέτυχαν».13

-Nα διχάσουν τους Χριστιανούς και να συκοφαντήσουν την διδασκαλία του «καλπάζοντος» τότε Χριστιανισμού.

-Να προβάλλουν τα παγανιστικά στοιχεία της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Έτσι παρουσίασαν «Βίους Φιλοσόφων» και επικόλλησαν ως όνομα του συγγραφέως, το: Διογένης ο Λαέρτιος.

Ποιος ήταν όμως ο Διογένης ο Λαέρτιος;

«Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραμένει για μας ένα αίνιγμα. Για την ζωή του, την καταγωγή του, την μόρφωσή του, το σύνολο του έργου του, την προσωπικότητά του ακόμη και για το όνομά του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε. Ούτε οι Γερμανοί σοφοί που τόσο τον μελέτησαν, ούτε οι Γάλλοι, παλαιοί και σύγχρονοι, δεν δίνουν για τον συγγραφέα αυτόν, ούτε καν πιθανές πληροφορίες…

Οι αρχαίοι συγγραφείς, ιστορικοί ή φιλόσοφοι, παραμένουν επίσης άφωνοι εν προκειμένω… όλοι τους καταλήγουν : «Η ζωή του Διογένους Λαερτίου είναι εντελώς άγνωστη»…Ακόμη πιο δύσκολο είναι να εξακριβώσουμε σε ποια εποχή έζησε ο συγγραφεύς…Από τις αναφορές του στον Πλούταρχο, τον Σέξτο τον Εμπειρικό και την γνώμη του Στεφάνου του Βυζαντίου τοποθετούμε, προσωρινά την ζωή του Λαερτίου μεταξύ 200 και 500 μ.Χ., υιοθετούντες ως πιθανή χρονολογία την αρχή του 3ου αιώνος…».14

«Έλλην ερρανιστής ακμάσας πιθανώς την Δ΄ μ.Χ. εκατονταετηρίδα. Είναι από τα πλέον ακαθόριστα πρόσωπα της Ελληνικής γραμματολογίας, αφού και αυτό το όνομά του αμφισβητείται». (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ.9ος, σ.380).

«το έργον του Διογένους Λαερτίου είναι εράνισμα οπωσούν άτακτον και ουχί πάντοτε ακριβές ως προς τα καθέκαστα και την κριτικήν…Το σύγγραμμα τούτο εγράφη δια σοφήν τινά Ρωμαίαν, Αρίαν καλουμένη και μέρος αυτού κρίνεται ως μη γνήσιον…».15

Οι τελευταίες κριτικές εργασίες επί του συγγράμματος, δεν επιτρέπουν ακόμη να αποφανθώμεν, εάν το βιβλίον, όπως παρουσιάζεται το συνέταξε ο Λαέρτιος, χρησιμοποιών εξ άλλου πηγές πολύ διαφορετικών εποχών, ή είναι ένα συνοθύλευμα που εσχηματίσθη με μεταγενέστερες προσθήκες, ή ακόμη είναι αντιγραφή που έκαμε ο Λαέρτιος….

Παρά ταύτα, δυστυχώς, τα συγγράμματα του Διογένους Λαερτίου, (ακαθορίστου προσώπου της Ελληνικής γραμματολογίας, με έργο άτακτον, συνοθύλευμα, εν πολλοίς ανακριβές και μη γνήσιον, αμφισβητουμένου ονόματος και αγνώστων βιογραφικών στοιχείων), που άρχισαν να εκδίδονται μόλις το 1533 (Βενετία) χρησιμοποιούνται σήμερα από πολλούς ερευνητές, ως αυθεντικές ιστορικές πηγές, ακόμη και για τους αρχαίους φιλοσόφους!!!

β/. Μερικοί μεταγενέστεροι ιστορικοί και παγανιστές, διέπραξαν ένα ακόμη μεγαλύτερο επιστημονικό έγκλημα. Γνωρίζοντες ήδη το περιεχόμενο της Παλαιάς Διαθήκης, συνέγραψαν την Ελληνική μυθολογία επικαλούμενοι γνωστές ή φανταστικές πηγές. Για να προσδώσουν αξιοπιστία στα έργα τους, κατονόμασαν ως συγγραφέα κάποιον Απολλόδωρο, όνομα κοινό στους αρχαίους Έλληνες.

Αρχικώς ενομίσθη ότι ο συγγραφέας ήταν ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος (180-110 π.Χ.), αναφερόμενος ως ιστορικός και μυθογράφος που έζησε στην Αλεξάνδρεια, αλλά εκδιώχθηκε από τον Πτολεμαίο τον Φύσκωνα (182-116 π.Χ.).16

Η «Βιβλιοθήκη» του Απολλοδώρου είναι το μοναδικό μυθογραφικό εγχειρίδιο που επέζησε με γραπτή μορφή και αναφέρεται στις παραμυθολογίες των αρχαίων προγόνων μας. Το έργο έχει γραφεί  τον 1ον  μ.Χ. αιώνα αλλά απεδόθη στον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, από τους συνωμότες παγανιστές-αντιχριστιανούς της εποχής εκείνης, για να του προσδώσουν κύρος αρχαιότητος και επιστημονικότητος.17

Η κριτική ιστορία και η επιστήμη απέκλεισαν ως συγγραφέα της «Βιβλιοθήκης» τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο. Ταυτοχρόνως μας τονίζουν την άγνωστη ταυτότητα τού ή τών συγγραφέων και συνεπώς την αναξιοπιστία του περιεχομένου των βιβλίων που αναφέρονται σ’ αυτήν.

«Εις τον Απολλόδωρον τον Αθηναίον αποδίδεται επίσης και το μικρότερον έργον «Βιβλιοθήκη», τούτο όμως φαίνεται ότι εγράφη εις μεταγενεστέρους χρόνους» (Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 3ος,1970, σ.163).

              Όμως, ακόμη και αν θεωρηθεί η Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου ως «μία αστίλβωτη σύνοψη των Ελληνικών μύθων, των ηρωϊκών θρύλων και παραδόσεων της Ελληνικής αρχαιότητος…»,18 από το Α΄ Βιβλίον διαφαίνεται η προσπάθεια των συνωμοτών να παρουσιάσουν την δημιουργία του Σύμπαντος ως προϊστορική παράδοση των αρχαίων Ελλήνων (Ελληνική Θεογονία) παλαιοτέρα της Βίβλου Γενέσεως (της Π.Δ.). 

«…Η Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου προσπαθεί να ανασκευάσει τις αντιφατικές ιστορίες των (αρχαίων)  ποιητών και να παράσχη μία ενιαία εκδοχή της αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας». (Robin Hard, The Routledge Handbook of greek mythology, 1/2004).

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί σήμερα αναφέρονται στην βιβλιοθήκη του ψευτο-Απολλοδώρου.  

Συνεχίζεται







1 α. Οσάκις θα αναφερόμαστε στους όρους Βυζάντιον, Βυζαντινός/ Βυζαντινοί, Βυζαντινός πολιτισμός, κλπ και Βαλκάνια, Βαλκανική χερσόνησος, θα το πράττουμε κατ’ οικονομίαν, αφού οι παραπάνω όροι είναι τεχνητοί, εμβόλιμοι και ιστορικώς αβάσιμοι.

Ειδικώς για τους όρους «Βαλκάνια» και «Βαλκανική», σημειώνουμε τα εξής:

Ο Αίμος είναι οροσειρά στα βορειανατολικά της Ελληνικής χερσονήσου, από την οποία ονομάστηκε Χερσόνησος του Αίμου. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνος, στα διεθνή έγγραφα (επίσημες αλληλογραφίες, περιεχόμενο διμερών ή διεθνών συνθηκών, στρατιωτικά έγγραφα, κλπ) η περιοχή των σημερινών Βαλκανίων, ανεφέρετο ως «Χερσόνησος του Αίμου».

Οι Συστημικοί ανθέλληνες και οι Ιουδαιοταλμουδιστές Νεότουρκοι, την ονόμασαν Βαλκανική χερσόνησο και  Μπαλκάν και έκτοτε παραδόξως, επικράτησε διεθνώς η ανιστόρητη αυτή ονομασία.

β. Η ονομασία Βαλκάνια [από την τουρκική λέξη «μπαλκάν» την οποίαν οι αναλφάβητοι συστημικοί ερμηνεύουν δήθεν ως (balkan = όρος, ή υψηλή δασώδης οροσειρά)], είναι αποτέλεσμα κλοπής/μετονομασίας της μυθολογικής ονομασίας του όρους Αίμος.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Αίμος οφείλει το όνομα του στο άφθονο αίμα του τιτάνα Τυφώνα, τον οποίον εχύθη επί της οροσειράς, μετά το πλήγμα που κατέφερε ο Δίας όταν εξαπέλυσε κεραυνό εναντίον του (ΣΣ: Αίμος ήταν και το μυθικό όνομα ενός βασιλιά της Θράκης).  Οι συστημικοί διαστροφείς της ιστορίας, εφηύραν την αντίστοιχη τουρκική λέξη Μπαλκάν που προέρχεται από την σύνθεση, δύο τουρκικών λέξεων Μπαλ (πολύς, άφθονος)+ Καν (Αίμα) = Άφθονο Αίμα.      

2 Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Ι.16, Migne, J.P. (ed.), Patrologia Graeca, στήλ. 116C.

3 Gilles, Pierre [Petrus Gyllius]. The antiquities of Constantinople [De topographia Constantinopoleos] (μτφρ. John Ball), London: 1729

4 Zeynep Çelik. The Remaking of Istanbul: Portrait of an Ottoman City in the Nineteenth Century. University of California Press, 1986. «…the Turks, whose documents and coin frequently referred to the capital as "Konstantiniye" until the twentieth century …» σελ.12--- Names of İstanbul. Δημοκρατία της Τουρκίας, Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «…in official correspondence and on coins the Turkish transcription of 'Konstantinoupolis', 'Konstantiniye' was used. Although the use of the name 'Konstantiniye' was prohibited...during the republican period.»---From Konstantiniyye to Istanbul. Photographs of the Anatolian Shore of the Bosphorus from the mid XIXth Century to XX Century, Date of Publication: 2012, ISBN 9789759123963. Pera Museum

5 "Istanbul", The Encyclopedia of Islam, Vol. IV, E.J. Brill, Leiden: 1997, σ. 224

6 Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία VII.9.3, Migne, J.P. (ed.), Patrologia Graeca 67, στήλ. 1436C.

7 Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της, 330-451 (Αθήνα 2000), σελ. 60 και υποσημ. 20-23 για τις πηγές. Πρβ. Alföldi, A., “On the Foundation of Constantinople: a few notes”, Journal of Roman Studies 37 (1947), σελ. 12.

8 Θεμίστιος, Πρεσβευτικός υπέρ Κωνσταντινουπόλεως ρηθείς εν Ρώμη, 42 a-b, Downey, G. – Norman, A.F. (eds), Themistii Orationes I (Leipzig 1965), III, σελ. 58: « κοινωνοῦσα τῆς τύχης καὶ τοῦ ὀνόματος […] συνάδουσι μὲν αἱ βασιλίδες, ἐξάρχει δὲ κορυφαῖος, ἐπευφημεῖ δὲ ἅπασα γή τε καὶ θάλασσα».

9 «Ιστορία των Αθηνών», Gregorovius, τ. 1, σ. 89.

10 Strong’s Exhaustive Concordance of the Bible,Hebrew and Chaldee Dictionary,1978,33η  έκδοση.

11 Exhaustive Concordance of the Bible, Hebrew and Chaldee Dictionary, James Strong,S.T.D.,LL.D. 37th ed. 1978, p. 11,12,53,121.

12 Μυστήρια και μυστικές Εταιρείες, Χαριλάου Π. Καλαϊσάκη, Κωνσταντινούπολις, 1910, Επανέκδοση «ΔΙΟΝΥΣΟΣ», Αθήναι,  σ.86.

13 Οι Αρχαίες Αυτοκρατορίες της Νέας Εποχής, Paul De Parrie, Mary Pride, εκδ. Στερέωμα, σ.20

14 Διογένους Λαερτίου, βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμισάντων, Εκδ. Πάπυρος, 1965, Εισαγωγή, σ.5-8.

15 Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξ. Ραγκαβή, τ. 1ος, σ.239.

16 Christian Habicht, Hellinistic Athens and her Philosophers, σ.270-Σημειώσεις από διαλέξεις του David Magie στο Πανεπιστήμιο Princeton, πρόγραμμα «Ιστορία, Αρχαιολογία και αρχαίες θρησκείες», 1988, σ.9.

17 Μυριόβιβλον ή Βιβλιοθήκη, κεφ. ΡΞ-ΣΚΒ, εκδ. Μερετάκη, το Βυζάντιον, Θεσσαλονίκη, 2001, σ.199-201.

18 Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου, τ.Α΄, εκδ. αφων Τολίδη, εισαγωγή, σ.12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου