Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ (ΣΚΙΠΕΡΙΑ) ΚΑΙ ΤΟΥΣ «ΑΛΒΑΝΟΥΣ»/ΣΚΙΠΕΤΑΡΟΥΣ
                                                           Α λαστόρων προτεκτοράτον των ΗΠΑ.1
                                                           Λ ευκή Χώρα2
                                                           Β ατικανού και Αυστρο-Ουγγαρίας έκτρωμα.
                                                           Α ρπακτή γη, Ελληνικής κυριότητος.3
                                                           Ν εοελληνικής Ιστορίας πλαστογραφία.
                                                            Ι λλυρικής ιστορίας σφετεριστής.
                                                           Α ντρον Ανήμερων Σκιπετάρων.4
Καρικατούρα αναπαριστώντας την Αλβανία με το επίσημο όνομά της ΣΚΙΠΕΡΙΑ (SHQIPERIA), σε κατάσταση… άμυνας απέναντι στους γείτονές της. Το Μαυροβούνιο παρουσιάζεται υπό την μορφή πιθήκου, η Ελλάδα ως λεοπάρδαλη και η Σερβία ως φίδι. Το Σκιπετάρικο  κείμενο γράφει: «Φύγετε μακριά μου! Αιμοβόρα πλάσματα!»

ΜΕΡΟΣ 2ον

1. ΑΛΒΑΝΙΑ: ΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΙΚΟΝ ΤΕΧΝΗΤΟΝ ΚΡΑΤΟΣ
α. Η αρχική ιδέα κατασκευής «Αλβανικού» κράτους
Η ΑΛΒΑΝΙΑ είναι ένα τεχνητόν κράτος, ανύπαρκτης ιστορικώς, εθνικής ταυτότητος, που προετοίμαζε το ΣΥΣΤΗΜΑ προς κατασκευήν, τουλάχιστον από τον 19ον αιώνα, και τελικώς το κατεσκεύασε στις αρχές του 20ου αιώνος (1913), κατόπιν επιμόνων και συντονισμένων προσπαθειών, κυρίως, της Φραγκοπαπικής Ιταλίας και της Ιλλουμινατοκρατούμενης Αυστρο-ουγγαρίας.
Το κράτος της Αλβανίας δημιουργήθηκε τελικώς, δια του πρωτοκόλλου της Πρεσβευτικής Διασκέψεως του Λονδίνου (29 Ιουλίου 1913).5
Συνέπεια εκείνης της συνθήκης ήταν, ο ακρωτηριασμός της Ενιαίας Ελληνικής Ηπείρου και η κατασκευή ενός κράτους, με λαόν στερούμενον παντελώς ενότητος και Εθνικής συνειδήσεως. Την διαπίστωση της ελλείψεως εθνικής συνειδήσεως και εθνικής ενότητος, είχε κάνει επιγραμματικώτατα ο πρωθυπουργός της Σερβίας Πάσιτς, προς την εφημερίδα «Χρόνος» των Παρισίων, δηλώνοντας την κρίσιμη εκείνη περίοδον, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η δημιουργία αυτονόμου Αλβανίας, θα αποτελούσε την εγκατάστασιν μονίμου πηγής διασαλεύσεως της ειρήνης, δεδομένου ότι καμμία ενότης υπάρχει μεταξύ των Αλβανικών φυλών….Δικό τους κράτος οι αλβανοί δεν δύνανται να οργανώσουν. Αι φυλαί πρωτόγονες, η μία εχθρεύεται την άλλην. Εάν εγένετο η Αλβανία αυτόνομος θα μετεβάλλετο εις την εστίαν ταραχών και ραδιουργιών…»6
Αφού οι «Αλβανοί» ούτε μπορούσαν ούτε εδικαιούντο ιστορικώς να οργανώσουν δικό τους κράτος, βασικώς λόγω πανσπερμίας ληστρικών φατριών που ελυμαίνοντο την περιοχήν, ανυπαρξίας ενιαίας εθνικής συνειδήσεως, το έργο αυτό, όπως και στην περίπτωση της Τουρκίας, ανέλαβαν οι δυνάμεις του Ιουδαιοταλμουδικού Συστήματος.
Οι αποκαλούμενες Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης, απεφάσισαν να κατασκευάσουν και οργανώσουν ένα δικό τους υποτελές κράτος-προτεκτοράτον, στο οποίον έδωσαν το όνομα «Αλβανία»,7 «δωρίζοντας» κυριολεκτικώς ένα μεγάλο τμήμα της Ενιαίας Ηπείρου [το Νότιον του κατασκευασθέντος/Βόρειος Ήπειρος (περίπου το 60% της Ενιαίας Ηπείρου)], που ανήκε ιστορικώς, γεωγραφικώς, εθνολογικώς και αρχαιολογικώς στους Έλληνες, δι’ αυθαιρέτου και βιαίας αποσπάσεως και παραλλήλων απειλών, σε περίπτωση που αντιδρούσε εντόνως και δυναμικώς, η Ελλάς αν και νικήτρια των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913..
Οι πρωτόγονες συνιστώσες του νεοπαγούς κράτους, ορεσίβιες ληστρικές φυλές, εδέχθησαν το όνομα Αλβανία/Αλβανοί δυστρόπως και αναγκαστικώς, αφού τους επεβλήθη από τις μεγάλες δυνάμεις. Αντ’ αυτού όμως, διετήρησαν το γενικό, ανεθνικό, αγνώστου εθνικής προελεύσεως, Σκιπερία για το κράτος, και Σκιπετάροι για τους ίδιους, που ισχύει στα επίσημα εσωτερικά έγγραφά τους μέχρι σήμερα και όχι Αλβανία και «Αλβανοί», όπως ισχύει και είναι γνωστοί διεθνώς..
Η ιδέα και το σχέδιον για την κατασκευή και επιβολή των όρων Αλβανία και Αλβανοί, έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ρώμη, όσον και αν φαίνεται παράξενον ή παράλογον, για τους εξής κυρίως, λόγους:
1ον/. Όταν οι Ρωμαίοι ισχυροποίησαν το κράτος τους στην Ιταλία και άρχισαν να επεκτείνονται, ένοιωσαν την ανάγκη να υπενθυμίσουν σε όλους, κάποιο ένδοξο παρελθόν τους, ανάλογο με την ισχύ και δόξα της Ρώμης (Το Ρωμαϊκόν IMPERIUM). Έτσι επεζήτησαν να έχουν κάποια ένδοξη καταγωγή έστω και τεχνητή. Αυτό το ένδοξο παρελθόν, ανέλαβε να υλοποιήσει ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος (70 π.Χ.-19 π.Χ.)..Επί εποχής Αυγούστου, επελέγη από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα και τους αριστοκράτες της Ρώμης να δημιουργήσει ένα «τεχνητόν έπος».
Ο Βιργίλιος λόγω των Ελληνικών σπουδών του, είχε προϊστορία στην μίμηση Ελλήνων ποιητών τους οποίους και εθαύμαζε. Είχε μιμηθεί, γράφοντας στο κτήμα του στα λατινικά τις «Εκλογές» (Βουκολική ποίηση), έχοντας ως υπόδειγμα τα «Βουκολικά» του Έλληνα ποιητή Θεοκρίτου. Το ίδιο έπραξε και με τα «Γεωργικά», μιμούμενος πάλιν τον Θεόκριτον.
Έτσι μιμούμενος τον Όμηρο, αντλώντας στοιχεία και αντιγράφοντας (πλαστογραφώντας) περιγραφές από τους Έλληνες τραγικούς και ποιητές, όπως ο αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής από την Ιμέρα της Σικελίας Στησίχορος, έγραψε το «έπος» του Αινεία (Αινειάδα), το οποίον διεδόθη ως «Εθνικόν έπος» για την κοσμοκράτειρα Ρώμη.8
Υπεστήριξε την άποψη ότι ο Αινείας μετά την Τροίαν, επήγε στην Ιταλίαν και έγινε γενάρχης των Ρωμαίων. Μάλιστα ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του γράφει ότι το γένος των «Ιουλίων» της Ρώμης, ισχυριζόταν ότι έλκει την καταγωγήν του από τον «Ίουλον» ή Ασκάνιον, γιο του Αινεία.
Στην Αινειάδα λοιπόν, κάνει λόγον  για δήθεν εποποιΐα του Αινεία, τις περιπλανήσεις του και την τελική εγκατάστασή του στην Ιταλία, στο Λάτιον, (ειδικώτερα στην Άλβα-Λόγγα), όπου ίδρυσε την Ρώμη και τον θεωρεί, ως εκ τούτου, γενάρχη των Ρωμαίων..
2ον/. Η Αινειάδα από τότε μπήκε στην ζωή των Ρωμαίων, με αποτέλεσμα η λατινική λέξη «ALBA LONGA», δηλαδή «Μακρά πόλη» ή «Λευκή Μακρά πόλη», να δημιουργήσει και άλλες λέξεις παράγωγες, όπως το «Αλβανόν όρος» ή «Αλβανίας λόφοι» (ALBANUM MONS)9  «Αλβανίς λίμνη» (ALBANA LACUS).
Οι Ρωμαίοι λόγω της Αινειάδος και της πόλεως   «ALBA LONGA», ονόμασαν μία οχυρή πόλη του Λατίου, το «Τούσκλον»,  «Ιταλική Αλβανία» (ΑΛΒΑΝΙΑ ΙΤΑΛΙΣ). Αλλά την κυριώτερη πληροφορία μας δίνει ο Δίων ο Κάσσιος (69,15) ο οποίος γράφει: «Οι κάτοικοι της Άλβας Λόγγας (ALBA LONGA), απεκαλούντο από τους Ρωμαίους «ALBANI», δηλαδή «Αλβανοί»..
3ον/.  Με το πέρασμα των αιώνων, συνδυάζοντες τα παραπάνω με την περίπτωση, όπως είχε γράψει ο Βιργίλιος αναληθώς στο ποίημά του, δηλαδή ότι κατά την διάρκειαν των περιπλανήσεών του ο Αινείας, πριν φθάσει στην Άλμπα Λόγγα του Λατίου, είχε διέλθει από την Ελληνικήν Ήπειρον, όπου προσπάθησε να εγκατασταθεί, ιδρύσας εκεί αποικία, οι Ρωμαίοι εθεώρουν ότι είχαν ήδη συναισθηματικούς δεσμούς και αποκτήσει δικαιώματα, επί των εδαφών της Ενιαίας Ηπείρου…
Έτσι με τα μυθεύματα του αντιγραφέα και πλαστογράφου των Ελληνικών επών, Βιργιλίου, οι Ρωμαίοι ιστορικοποίησαν «προϊστορικά» δικαιώματα επί των εδαφών της αρχαίας Ηπείρου, χωρίς όμως να τα διεκδικήσουν επισήμως, εκείνη την περίοδον… Πιθανώτατα αυτός ήταν ο λόγος που έκανε τον Πτολεμαίον αργότερα,  να απεικονίσει σε χάρτη του το λεγόμενον «Αλβανόν όρος» - Αλβανόπολις, εάν βεβαίως αποκλείσομεν την περίπτωση μεταγενέστερης λαθροχειρίας ή εσφαλμένης αντιγραφής. [Λεπτομέρειες στο κεφ. 5. ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ/ ΑΛΒΑΝΙΤΕΣ/ΑΛΒΑΝΟΙ, παρ. «Η καταγραφή της Αλβανοπόλεως σε χωρίον του Πτολεμαίου»].
Οι Ρωμαίοι λοιπόν, άρχισαν να συνδέονται συναισθηματικά και όχι μόνον, με την Ελληνικήν Ήπειρον, και να θεωρούν ότι είχαν κάποιον δεσμόν  αλλά και «υποχρεώσεις» στις απέναντι από τις ιταλικές ακτές,  περιοχές της Ηπείρου.
Έτσι άρχισε αυτή η ιστορία με τους όρους Αλβανία και Αλβανοί, η οποία από ένα «φανταστικό ποίημα» προς δόξαν της αρχαίας Ρώμης, μετετράπη αργότερα, σε προσπάθεια αφελληνισμού της Ηπείρου από τους αρχαίους Ρωμαίους, στην συνέχεια, από τους φανατικούς παπικούς και άλλους εχθρούς του Ελληνισμού..
Μετά την οριστικοποίηση του σχίσματος Ανατολής και Δύσεως (1054), την σκυτάλη για την διάδοση του μύθου περί Ιταλικής «Αλβανίας» και Ιταλών «Αλβανών», παρέλαβε το Φραγκοκρατούμενον Βατικανόν. Έτσι, επισημοποιήθηκε ο ακήρυκτος πόλεμος από τους Φραγκοπαπικούς Λατίνους, μέσω της παπικής εκκλησίας, οι οποίοι έβλεπαν να δύει το μεγαλείον της παλαιάς Ρώμης, εναντίον των Ρωμηών/Ελλήνων της Ανατολής και της Νέας Ρώμης.
Με άλλα λόγια, τους αρχαίους Ρωμαίους διαδέχθηκε το Βατικανό, το οποίον προσπάθησε παντοιοτρόπως να πλήξει τον Ελληνισμό, προβάλλοντας τον ισχυρισμόν ότι, η Ήπειρος και όχι μόνον, ανήκε στην σφαίρα επιρροής της παλαιάς Ρώμης καθ’όσον η παλαιά Ρώμη διατηρούσε τα πρωτεία…
4ον/. Όταν το Βατικανόν αντελήφθη ότι ΔΕΝ μπορούσε να αφελληνίσει τους κατοίκους της Ηπείρου (της σημερινής Αλβανίας), χρησιμοποίησε αρχικώς τους Βουλγάρους οι οποίοι ήσαν γνωστοί για τις βαρβαρότητες σε βάρος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Επέτυχε στέλνοντας στην αυλή του Βουλγάρου Βασιλέως Ιωάννου Ασσάν, να πείσει τους Φράγκους και Βουλγάρους να επιτεθούν κατά της Ηπείρου, κάτι το οποίον έγινε τον 13ον αιώνα, με εισβολή Φράγκων-Βουλγάρων στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου την οποίαν ερήμωσαν, λεηλάτησαν, κι’ έσφαξαν πολλούς από τους κατοίκους της.
Παραλλήλως, ωθούσε τους Ενετούς να καταλάβουν την Ήπειρον κα να εγκαταστήσουν εκεί παπικό κράτος. Το 1271 ανέθεσε στον ιταλικό οίκο της Ανδεγαυαΐας να κατακτήσει μέρος της Ελληνικής Ιλλυρίας (Βορείου Ηπείρου). Οι Ανδεγαυοί, φανατικοί παπικοί, εισέβαλαν στην κεντρική και Νότια Ήπειρο και ίδρυσαν το «Βασίλειον της Αλβανίας» και όχι «Βασίλειον της Ηπείρου». Το έπραξαν για να εκλατινίσουν τον Ελληνισμό της Ηπείρου και να δημιουργήσουν γεωπολιτικό και ιστορικό έρεισμα, για την επεκτατική πολιτική του Βατικανού και γενικώτερα της Φραγκοπαπικής Ιταλίας, στην περιοχή.
Είναι η πρώτη ιστορική καταγραφή περί Αλβανίας, βεβαίως χωρίς εθνολογικό, αρχαιολογικό ή άλλο ιστορικό έρεισμα και το σπουδαιότερο χωρίς το όνομα «Αλβανοί», να έχει σχέση με την ονομασία/παρουσία κατοίκων με αντίστοιχο όνομα, πολύ περισσότερον με τους σημερινούς «Αλβανούς»/ Σκιπετάρους.
Το 1318 έστειλε τους φανατικούς παπικούς Καταλανούς, που επέπεσαν σαν θύελλα κατά του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αλλά και πάλι δεν κατάφερε να εξαφανίσει τον Ελληνισμόν.
5ον/. Η καθιέρωση των όρων Αλβανία-Αλβανοί και η αποφυγή των όρων Ελλάς-Έλληνες ή Ήπειρος/Ηπειρώτες, ήταν η μόνιμη επιδίωξη αρχικώς των ηγετών των Φράγκων παπών του Βατικανού και αργότερον της φραγκοπαπικής Ιταλίας. 
Η παπική Ιταλία ΟΥΔΕΠΟΤΕ σταμάτησε να έχει βλέψεις  πάνω στην σημερινή Αλβανία. 
Το εφαλτήριον για την επίτευξη αυτού του στόχου, ήταν η κατασκευή ενός ελεγχόμενου από το Βατικανό ή γενικώτερον της παπικής Ιταλίας, Αλβανικού κράτους, ώστε στην συνέχεια να αιτιολογήσουν τα περί ιστορικής παρουσίας «Αλβανών» και μετά ταύτα, να το προσαρτήσουν στην Ιταλική επικράτεια, όπως επεδίωξαν κατά την περίοδον της κυριαρχίας του Ιταλικού Φασισμού.
β. Η ίδρυση του κράτους της Αλβανίας
Όταν τα ορθόδοξα χριστιανικά κράτη (Ελλάς, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο) το 1912, κήρυξαν τον πόλεμο ενατίον της Τουρκίας και η κατάρρευση της Τουρκίας εθεωρείτο βεβαία, οι δύο μεγάλες δυνάμεις (Ιταλία και Αυστρο-ουγγαρία) άρχισαν να ανησυχούν. Από κοινού, απαίτησαν από μεν την Ελλάδα να μην καταλάβει τον Αυλώνα, η δε Σερβία να εκκενώσει το Δυρράχιο που είχε ήδη καταλάβει και το Μαυροβούνιο να μην καταλάβει την Σκόδρα.
Προφανώς η Ιταλία και Αυστρο-ουγγαρία, ΔΕΝ ήθελαν να δημιουργηθούν τετελεσμένα και μάλιστα από τρία ορθόδοξα κράτη-νικητές του Βαλκανικού πολέμου, τα οποία θα έθεταν εμπόδια, ίσως ανυπέρβλητα, στις στρατηγικές τους επιδιώξεις στο τμήμα αυτό της Χερσονήσου του Αίμου (Βαλκανικής). 
Παραλλήλως χρηματοδότησαν τον μουσουλμάνο «τουρκαλβανό» Ισμαήλ Κεμάλ Μπέη Βλιώρα και τον έκαναν όργανό τους, αφού τον περιστοίχισαν με κακοποιούς και ένοπλους τυχοδιώκτες. Όταν έκριναν ότι είχε φθάσει η κατάλληλη στιγμή, τον έβαλαν να κηρύξει την ανεξαρτησία της Αλβανίας.
Η Αλβανία/Shqiperia «ανεξαρτητοποιήθηκε» από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην ελληνική πόλη του Αυλώνα (σημερινή Vlora), την 28η Νοεμβρίου του 1912 από τον Ισμαήλ Κεμάλ Βλιώρα, σε μία φαινομενική μειοψηφική πληθυσμιακά ''Εθνοσυνέλευση'' παρωδία. Η ''Shqipria'' "αναγνωρίστηκε" αμέσως από τις διεθνείς Συνθήκες του Λονδίνου και του Βουκουρεστίου (30 Μαΐου του 1913 και 10 Αυγούστου του 1913 αντιστοίχως).
Στο μεσοδιάστημα Μαΐου-Αυγούστου, οι δύο δυνάμεις (Ιταλία και Αυστρο-ουγγαρία), άρχισαν τα διπλωματικά παιγνίδια τους με τις άλλες δυνάμεις και να πιέζουν να «δώσουν χάριν της ελευθερίας του βασανισμένου «αλβανικού» λαού, και να αναγνωρίσουν την αυτονομίαν του. Το πέτυχαν με την δημιουργία της Αλβανίας, κατά την πρεσβευτικήν διάσκεψη του Λονδίνου (29 Ιουλίου 1913).
Είχε προηγηθεί η «ανίερη» αποστολή εξαλβανισμού των αγράμματων, άξεστων και ημιάγριων Σκιπετάρων, κατοίκων της Ηπείρου από τον κατ’ εξοχήν «απόστολον» του Αλβανισμού, τον εγκάθετον του Συστήματος, γερμανο-ιουδαίον καθηγητή γλωσσολογίας, Gustav Weigand (1860 – 1930)10
Ο  Weigand βλέποντας τον Ελληνισμόν των χριστιανών κατοίκων και τον φιλελληνισμόν των μουσουλμάνων να διαχέεται ζωηρώς και εμφανώς:
-Δασκάλευε τους κατοίκους πως ένας «Αλβανός» πρέπει  να σκέπτεται την Αλβανία και να κάνει τα παιδιά του γνήσιους Αλβανούς, πως αντί για Ελληνικά σχολεία χρειάζονται Αλβανικά και Αλβανοί παπάδες και αλβανική λειτουργία, κοντολογίς για να είναι αντάξιοι των πατεράδων τους, έπρεπε να γίνουν αλβανίζοντες και αλβανόφρονες.
Οι Ηπειρώτες όμως ανθίσταντο σθεναρώς και του απαντούσαν ότι ήσαν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, του βασιλιά Πύρρου, ισχυριζόμενοι ότι οι «Αλβανοί»/ Σκιπετάροι ήσαν αγριάνθρωποι, ουδεμίαν σχέση ιστορική ή εθνολογικήν, έχοντες με αυτούς!
-Προσυλήτιζε στον παπισμόν μόνον τους ορθόδοξους Χριστιανούς, χωρίς να ενοχλεί τους παπικούς Λατινόφρονες Μιρδίτες τους οποίους περιέργως δεν ενοχλούσαν σχεδόν ποτέ ούτε και οι Οθωμανοί !!!
-Αγωνιζόταν με πάθος για να εμφυσήσει τον Αλβανισμόν στους (Α-Σ) (Σκιπεταρόφωνους/ «Αλβανόφωνους»), στους δίγλωσσους Έλληνες Αρβανίτες και λοιπούς Βορειοηπειρώτες, αλλά παράλληλα πλησίαζε και  τους βλαχόφωνους Βορειοηπειρώτες, τους Αρβανιτόβλαχους, προς μύηση στον Ρουμανισμόν.
Για το έργο του αυτό, ο Weigand αμείφθηκε πλουσιοπάροχα τόσον από το Βατικανό και τους Αγγλικανούς, όσον και από τις Ρουμανικές κυβερνήσεις, όπως αναγράφεται ακόμη και στα Ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες Diaconovich, Minerva, Predescu και επιμαρτυρείται σε επίσημα έγγραφα.
Τα διαδραματισθέντα σ’εκείνη την διάσκεψητου Λονδίνου (29 Ιουλίου 1913), μεταξύ των αντιπροσώπων των έξη (6) Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας, Ρωσίας και Αυστρουγγαρίας) και μετά ταύτην, αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν τα όσα είπαμε περί των αιτίων κατασκευής της Αλβανίας ως κρατους, με λαόν χωρίς εθνική συνείδηση.
Η πράξη εκείνη καθώριζε ότι η χώρα (Αλβανία) θ’αποτελέσει αυτόνομη ηγεμονία, κυρίαρχον και κληρονομικήν, υπό την εγγύηση των Δυνάμεων (δηλαδή υποτελές κρατίδιον), αποκλειομένου οιουδήποτε δεσμού επικυριαρχίας μετά της Τουρκίας.
Και ποίος εξελέγη ως πρώτος ηγεμών;
Ο Συνταγματάρχης της Γερμανικής Αυτοκρατορικής φρουράς, Γουλιέλμος Zu Wied (6 Febr. 1914).11
Royal Arms of William
Prince William and his wife Princess Sophie arriving in Durrës on 7 March 1914

Tαυτοχρόνως εθεσπίσθη η ουδετεροποίηση της Αλβανικής Ηγεμονίας και η ουδετερότης της ετέθη επίσης υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεν καθορίστηκαν όρια του νέου κράτους, του έργου τούτου ανατεθέντος σε Διεθνή Επιτροπή..
γ.  Συμβάντα στο παρασκήνιον της Διασκέψεως του Λονδίνου
Κατά τις συζητήσεις, οι γνώμες των αντιπροσώπων της Ιταλίας και της Αυστρίας ήσαν σύμφωνοι, επεκράτησαν επί των άλλων χωρών, αναγνωρισθέντος του ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος των δύο τούτων δυνάμεων.
Ποιο ήταν το ιδιαίτερον ενδιαφέρον;
Σε γενομένη πρόταση να παραχωρηθεί η ελληνικώτατη πόλη του Αυλώνος στην Ελλάδα, οι Ιταλοί αντιπρόσωποι αρνήθηκαν κάθε συζήτηση και χαρακτήρισαν την Βόρειον Ήπειρον Νότιον Αλβανίαν!!!! Εδήλωσαν προκλητικώς, ότι η τελευταία υποχώρησή τους θα ήταν να επεκταθεί τουλάχιστον το νότιον τμήμα της Αλβανίας, προς τις ακτές μέχρι της Φτελιάς, περιλαμβανομένου κατ’αυτόν τον τρόπον υπό τον έλεγχον της Αλβανίας και του στενού της Κερκύρας!
Επικαλέσθηκαν μάλιστα και την γνώμη του….Ναπολέοντος, ότι ο κατέχων την Κέρκυρα, θα μπορούσε να απειλήσει την Αδριατικήν. Η Ελλάς επρότεινε το ζήτημα να λυθεί δια των εθνολογικών αναγνωρίσεων των κατοίκων των διαφιλονικούμενων περιοχών, αλλά η Ιταλία ΔΕΝ δέχθηκε ούτε συζήτηση επί της ελληνικής προτάσεως..
Επέμειναν να περιληφθεί η παράκτιος ήπειρος στην Αλβανίαν..Η απόφαση της διεθνούς επιτροπής περί των νοτίων συνόρων εξεδόθη την 11ην Αυγούστου (Η Χιμάρα, το Δέλβινον, το Αργυρόκαστρον, η Πρεμετή, το Λεσκοβίκι, η Ερσέκα και η Κορυτσά παραχωρούνται στην Αλβανίαν), παρά το γεγονός ότι κατά την διάρκειαν αμφοτέρων των παγκοσμίων πολέμων, συζητήθηκε εκ νέου ο διαμελισμός ή περιορισμός των ορίων της Αλβανίας, όπως είχαν καθορισθεί από τις «ειδικές επιτροπές», το 1913.
Η Ελληνική Βόρειος Ήπειρος, υφαρπαγείσα βιαίως από τις αγκάλες της μητρός πατρίδος Ελλάδος, από τις τότε δύο λεγόμενες Μεγάλες δυνάμεις (Ιταλίας και Αυστρο-ουγγαρίας), με την ανοχήν ή χλιαρά αντίδραση των υπολοίπων, «δωρίζεται» τελικώς, στην Αλβανία!!!
δ. Χάρτες με τα προτεινόμενα όρια του νεοσύστατου Αλβανικού κράτους, πριν από την οριστικοποίησή τους
Proposed borders for the new Albanian State in 1912–1913.12
 Map of the proposed Albanian state by the provisional government of Principality of Albania, compared to proposal of the Balkan League together with French and Russia and the fixed borders by the Ambassadors and Boundary Commission.
Proposed Boundaries of Albania, 1912–4. Source: based on Balkan Map 13, United States Commission to Negotiate Peace, 1919, Department of State, Record Group
The Partition of Albania (Copëtimi i Shqipërisë) is a term used for the partition of the Albanian state, which proclaimed its independence on 28 November 1912. The delineation of the newly established Principality of Albania under the terms of the London Conference of 1912-1913 (29 July 1913) and the Ambassadors of the six Great Powers of that time (Great Britain, France, Germany, Austria-Hungary, Russia and Italy) left non-Albanian populations on the side of the Albanian state. 
After the establishment of the Albanian state, there were plans to further partition Albania during World War I13 However, Albania was not partitioned and maintained its “independent” existence.14 Additional plans of partition were negotiated during and after World War II.15
ε. Οι τέσσαρες(4) προταθείσες  λύσεις του «Αλβανικού Ζητήματος»
Τόση ήταν η βεβαιότης των συμμάχων ότι το πολιτικόν, αγνώστου προελεύσεως, φυλετικό συνονθύλευμα της Σκιπερίας/Αλβανίας, ήταν ασύμβατο με την γνωστή ελληνική εθνότητα των Βορειοηπειρωτών (του Βορείου τμήματος της Ενιαίας Ελληνικής Ηπείρου), ώστε κατά τις διαπραγματεύσεις (Πρωτόκολλον Λονδίνου, 29 Ιουλίου 1913), οι μεγάλες δυνάμεις, πρωτοστατούντων φανατικώς, της Ιταλίας και Αυστρο-ουγγαρίας, αρνήθηκαν διαρρήδην την συζήτηση για επίλυση του προβλήματος, με βάση την εθνολογική σύνθεση των πληθυσμών. Παρά ταύτα, επροτάθησαν 4 δυνατές λύσεις του ζητήματος.
1η/ Η Αλβανία να διανεμηθεί μεταξύ Ιταλίας και Αυστροουγγαρίας.
2η/ Η «συγκατοχή» της Αλβανίας από τις δύο δυνάμεις.
3η/ Η διανομή των εδαφών μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας. Η λογικωτέρα των πραγμάτων λύση, συμφώνως προς την αρχήν των υπαρχουσών τότε, Εθνοτήτων.
4η/ Δημιουργία «ανεξαρτήτου Αλβανικού κράτους». Μία λύση αντίθετη προς την λογική, την αρχή των εθνοτήτων και της διεθνή πραγματικότητα.
Τελικώς οι Ευρωπαίοι Ιλλουμινάτοι μετά από έντονες πιέσεις της Αυστροουγγαρίας, επίμονες φιλοαλβανικές προτάσεις της Ιταλίας, με τις …ευλογίες του Πάπα, και τέλος με την συναίνεση των Άγγλων προτεσταντών (Αγγλικανών), κατέληξαν στην 4η λύση..
Στην πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου, ολοκληρώθηκε το έγκλημα κατά του Ελληνισμού που είχαν αρχίσει να επεξεργάζονται προχριστιανικώς ο αρχαιορωμαϊκός Ιμπεριαλισμός, και μερικούς αιώνες πριν το 1913, ο ιταλικός Νέο-ιμπεριαλισμός, στα υπόγεια του Βατικανού. Με την κατασκευήν του τεχνητού κράτους της Αλβανίας, καθιέρωσαν τους άνευ ταυτότητος «Αλβανούς»/Σκιπετάρους (Α-Σ) ως  λαόν, και  άρχισαν να επιβάλλουν διεθνώς, παρά πάσαν ιστορικήν, γεωγραφικήν και εθνολογικήν αλήθειαν, τους όρους: Αλβανία, Αλβανοί, Αλβανικόν Έθνος
Την 28η εκάστου Νοεμβρίου ''εορτάζεται'' από τους απανταχού Σκιπετάρους η ''εθνική'' τους εορτή. Το 1912 συνετέθη και ο ''αλβανικός'' "εθνικός" ύμνος από τον ελληνοτραφή σχολικώς, Αλεξάντερ Σταύρι Ντρενόβα, από το χωριό Ντρενόβα κοντά στην Κορυτσά ή αλλιώς Ασντρένι (11 Απριλίου 1872-1947).
                                                                *
Οι (Α-Σ) από τον 15ον αι. περίπου, αυτοπροσδιορίζονται ως ορεσίβειοι, οπλοφόροι (Σκιπετάροι). Πολύ αργότερον εδέχθησαν παρά την θέλησή τους, το όνομα Αλβανοί καθ’ όσον τους επεβλήθη από τους Συμμάχους, όταν οι τελευταίοι απεφάσισαν την ίδρυση κράτους με την ονομασία Αλβανία (1913).
Το ότι δεν υπήρχε Αλβανική εθνική συνείδηση στην περιοχήν, αποδεικνύεται και από την πληθώραν των διαμαρτυριών όχι μόνον των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ενιαίας Ηπείρου, αλλά και των Μουσουλμάνων, μόλις εκυκλφόρησε η φήμη ότι θα συμπεριελαμβάνοντο στο υπό ίδρυση νέο κράτος της Αλβανίας.
Ιδού τι εδήλωσεν ο Τουρκαλβανός μουφτής Κορυτσάς όταν το 1913,  διεδίδετο ότι η περιφέρεια αυτή, θα προσηρτάτο  στην Αλβανίαν και ότι αυτή (η προσάρτηση) ήταν η επιθυμία των κατοίκων:
«Πρόκειται περί του μεγαλυτέρου ψεύδους. Οι Τουρκαλβανοί της Κορυτσάς, ουδέποτε εξέφρασαν αυτήν την επιθυμίαν…»16
Οι κάτοικοι της περιοχής όπου σήμερα ονομάζεται Αλβανία (πλην των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου), εδέχθησαν το όνομα Αλβανοί που τους επέβαλαν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις (1913), διότι:
1/. Δεν αποτελούσαν λαόν με ενιαίαν εθνική συνείδηση ώστε να διεκδικήσουν όνομα προσδιορίζον την εθνική τους ταυτότητα. Δεν είχαν εθνική ταυτότητα. Έπρεπε λοιπόν να τους συνδέσουν με υπαρκτούς ιστορικώς όρους, εθνικώς και γεωγραφικώς. Οι όροι αυτοί ήσαν: Αλβανοί /Αρβανίτες – Αλβανία /Αρβανιτία, όπως ακριβώς έκαναν αργότερα με τους Σκοπιανούς!17
  2/. Η απόφαση εκείνη των Μεγάλων Δυνάμεων (κυρίως της Παπικής Ιταλίας, η οποία ανέκαθεν είχε βλέψεις στην περιοχή), αλλά και της τότε κραταιάς Αυτρο-ουγγαρίας, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μίας σκληρής ηγετικής ομάδας (φανατικών ανθελλήνων Παπικών, εξισλαμισμένων Φυλάρχων και ληστάρχων Σκιπετάρων), τα οποία συνίσταντο στην διατήρηση των «κεκτημένων» (προϊόντων ληστείας όλων των όψιμων Αλβανοφρόνων, καθώς και της «προστασίας» που τους παρείχαν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του Βατικανού).
3/. Οι Σκιπετάροι φύλαρχοι επείσθησαν πως εάν δεν εδέχοντο την προταθείσα λύση (δημιουργία Αλβανικού κράτους), ΔΕΝ υπήρχε περίπτωση να συγκροτήσουν ποτέ δικό τους κράτος και να αποκτήσουν ανεξαρτησία από τους Έλληνες και τους Σέρβους.
4/. Απαίτησαν και διετήρησαν στα επίσημα εσωτερικά έγγραφά τους τον αυτοπροσδιορισμό τους ως λαού και ως νεοσύστατου κράτους (Σκιπερία – Σκιπετάροι). Αυτό το γενικόν και ουχί εθνικόν όνομα θεωρούσαν σημαντικότερο από το πως θα τους αποκαλούσαν διεθνώς οι άλλοι.
Είχε απόλυτο δίκαιον λοιπόν, ο Βασίλης Ραφαηλίδης που χαρακτήριζε την Αλβανίαν ως τεχνητόν κράτος-δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων.18
Το Schkipetar (ορεσίβιος) κατά παρετυμολογίαν, είναι ταυτόσημο με το Αλβανός (εκ της ρίζας Αλπ –Αλφ –Αλβ) καθ’ όσον και το «Αλβανός» έχει σχέση με το ορεινός, υψηλός.19
Συνεπώς, στις μελέτες τους οι αντικειμενικοί ιστορικοί και ερευνητές, ώφειλαν και οφείλουν να διαχωρίζουν τους σημερινούς Αλβανούς, από τους Έλληνες Αρβανίτες και να ονομάζουν τους πρώτους, «Αλβανούς»– Σκιπετάρους (Α-Σ). Έτσι θα τους αποκαλούμεν και εμείς από τούδε και στο εξής.
Συνεχίζεται







1 Αλάστωρ<άλαστος>-ορος (ο και σπν. η)=Ασεβής, κακούργος, φονεύς και μιαίνων όσους τον πλησιάσουν, αποτρόπαιος (Λεξ. Σκ. Βυζαντίου, σ. 43).
2 Η ετυμολογία της λέξεως Αλβανία προέρχεται από την ρίζα Αλβ-ή Αλπ-. Ονομάζεται  Λευκή Χώρα, με καθαρώς γεωγραφική σημασία, από το χρώμα της χιόνος που μονίμως σχεδόν σκεπάζει τις λίαν ορεινές περιοχές ή το χρώμα του ηλίου που συχνότατα βλέπουν οι κατοικούντες σε λίαν ορεινές περιοχές (Το λευκό είναι το συνηθέστατο ένδυμα και παραδοσιακή στολή των χωρικών της Αλβανίας). Περισσότερα στην ανάλυση του κεφ. Αλβανία και «Αλβανοί» /Σκιπετάροι.
3 Αρπακτός,ή,όν = Ο παρθείς (αποκτηθείς) με αρπαγήν, κλοπιμαίος.
4 Ανήμερος (ο,η)=  Άγριος, απάνθρωπος.
5 Μεταξύ των αντιπροσώπων των έξη Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας, Ρωσίας και Αυστρουγγαρίας).
6 Σπύρου Στούπη, Ηπειρώτες και Αλβανοί, σ. 103.
7 Ο όρος Αλβανία, επινοηθείς από τους Ιταλούς «πεφωτισμένους» και το ιερατείο του Βατικανού, εχρησιμοποιείτο απ’ όλους μέχρι το συνέδριο του Βερολίνου (1878), προς ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΌ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΌ και αφορούσε στις περιοχές της σημερινής Κεντρικής και Βόρειας Αλβανίας. Βλέπε συμπληρωματικώς, στην υποσημείωση 2 καθώς και στο οικείον κεφάλαιον Αλβανία και «Αλβανοί»/Σκιπετάροι.…   
8 Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι, ο Βιργίλιος άντλησε υλικό από πολλές πηγές και κυρίως από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ότι μιμήθηκε τον Όμηρο, αναφορικά με την δομή, το ύφος αλλά και την παρουσίαση ολόκληρων επεισοδίων (νεκρικοί αγώνες στο Βιβλίο V, επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο στο Βιβλίο VI, περιγραφή της ασπίδας στο Βιβλίο VIII). Τα έξι πρώτα βιβλία (οι περιπλανήσεις του Αινεία) έχουν ως πρότυπο την Οδύσσεια και τα άλλη έξι (πολεμικά επεισόδια για την κατάκτηση της Ιταλίας) την Ιλιάδα. Επίσης άντλησε στοιχεία και από τα Αργοναυτικά του Απολλωνίου του Ρόδιου, τους Έλληνες τραγικούς και άλλους, όπως ο Έλληνας ποιητής Στησίχορος (632/631 π.Χ – 555 π.Χ.).
9 Alban Hills: southeast of Rome were known as Albanus Mons to the Romans, and Lago Albano in the Alban Hills was called Albanus Lacus.
11 On 7 February 1914, William let the Great Powers know that he would accept the throne. On 21 February 1914 a delegation of Albanian notables led by Essad Pasha Toptani and Arbëreshë ones (headed by Luigi Baffa and Vincenzo Baffa Trasci), made a formal request, which he accepted thereby becoming By the grace of the powers the Prince (Mbret) of Albania. One month after accepting the throne on 7 March, he arrived in his provisional capital of Durrës and started to organise his government, appointing Turhan Pasha Përmeti to form the first Albanian cabinet.
This first cabinet was dominated by aristocrats (Prince Essad Pasha Toptani defence and foreign affairs, Prince George Adamidi bey Frachery finances, prince Aziz Pasha Vrioni agriculture).
12 Published in Ernest Christian Helmreich: The Diplomacy of the Balkan Wars, 1912–1913 (Cambridge: Harvard University Press, 1938)
13 Staar, Richard F. (1984). Communist regimes in Eastern Europe (4. ed., 3. print. ed.). Stanford, Calif.: Hoover Inst. Press, Stanford Univ. p. 3.
14 "U.S.-ALBANIAN RELATIONS AND ALBANIA'S PROGRESS TOWARD EU AND NATO" (PDF). CENTER FOR STRATEGIC AND INTERNATIONAL STUDIES. 4 February 2012.
15 Fischer, Bernd J. (1999). Albania at war : 1939-1945. London: Hurst. p. 15.
16 Charles Vellay (1876-1953), Hellas and Unredeemed Hellenism: The Policy of Victory in the East and Its Results, σελ. 40-41, διαμαρτυρία μουφτή Ιωαννίνων, σ.54, προκρίτων μουσουλμάνων Δελβίνου, σ. 223-224, μουσουλμάνων Κολώνιας και διαφόρων άλλων, στις Μεγάλες δυνάμεις.
17 Περισσότερα περί ανύπαρκτης αλβανικής ταυτότητος στο κεφάλαιον: «Το όνομα «Αλβανοί» ως εθνωνύμιον των Σκιπετάρων, δεικνύει Εθνότητα, φυλετικότητα ή κάτι άλλο»; (6ζ)
18 «Το Αλβανικό κράτος είναι κράτος «τεχνητό» που το δημιούργησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις…» (Βασίλης Ραφαηλίδης, Οι λαοί των Βαλκανίων, εκδ. 21ου αιώνα, Αθήναι, 1994, σελ. 178)
19 Λεπτομέρειες στο οικείον κεφάλαιον: Αλβανία και «Αλβανοί»/Σκιπετάροι.

2 σχόλια:

  1. O Ελευθέριος Βενιζέλος στις 30/12/1918 διατύπωσε τις ελληνικές διεκδικήσεις. Αυτές αφορούσαν στα εδάφη νοτίως μιας νοητής γραμμής που ξεκινούσε από την Αδριατική, 25 περίπου χλμ. βορείως της Χιμάρας, περνούσε βορείως της Πρεμετής, αφήνοντας τα τμήματα των καζάδων Τεπελενίου και Πρεμετής βορείως του ποταμού Αωού (Vjosë) στην Αλβανία, και συνέχιζε προς βορρά στη Μοσχόπολη (Voskopojë) και τη Μεγάλη Πρέσπα, περιλαμβάνοντας και την Κορυτσά - μια περιοχή κατοικούμενη τότε από 128.000 Έλληνες και 95.000 Αλβανούς, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή που είχε πραγματοποιηθεί από τις οθωμανικές αρχές στην περιοχή το 1908. Από τους Χριστιανούς όμως, μόνο 30.000 με 47.000 είχαν τα ελληνικά ως μητρική τους γλώσσα. (Wolfgang Stoppel, 'Minderheitenschutz im östlichen Europa', Universität Köln, 2001, σελ. 8)

    «Η (ελληνική) απαίτηση στη νότια Αλβανία (Ήπειρος) στηρίζεται απόλυτα στον ισχυρισμό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού είναι Έλληνες. Οι Έλληνες αριθμούν 120.000 και οι Αλβανοί 80.000. Αλλά ποιοί είναι οι ‘Έλληνες’; Τουλάχιστον τα 5/6 από αυτούς [περίπου το 80%] - αν όχι περισσότεροι - είναι Αλβανοί Χριστιανοί του ορθόδοξου δόγματος, Αλβανοί στην καταγωγή και στη γλώσσα, οι οποίοι επειδή αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, θεωρούνται Έλληνες υπό την έννοια ότι έχουν αφομοιωθεί από την ελληνική κουλτούρα.» (“The Nineteenth Century and After XIX-XX a Monthly Review”, founded by James Knowles, Vol. LXXXVI, July-December 1919, page 645.)

    Το ίδιο διατυπώνει και ο Βρετανός περιηγητής και συγγραφέας Edmund Spencer στο βιβλίο του ‘Travels in European Turkey, in 1850, through Bosnia, Servia, Bulgaria, Macedonia, Thrace, Albania, and Epirus, with a visit to Greece and the Ionian Isles’ (εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1851) στο μέρος εκείνο του βιβλίου που ονομάζει ‘A journey from Ohrid to Janina’, όπου θεωρεί ότι μεγάλο μέρος των Ελλήνων και των ελληνόφωνων του νότου της Αλβανίας, ήταν στην πραγματικότητα Αλβανοί χριστιανοί ορθόδοξοι, οι οποίοι επηρεάστηκαν - γλωσσικά και πολιτισμικά - από την ελληνορθόδοξη εκκλησία και την ελληνική κουλτούρα.

    Το ίδιο αναφέρει η εγκυκλοπέδια Britannica το 1910, ότι δηλαδή υπήρχε ένας πληθυσμός Ελλήνων στην Ήπειρο, που όμως δεν ήταν γνήσιοι Έλληνες (υπονοώντας ότι ήταν πληθυσμός που είχε αφομοιωθεί από τους Έλληνες και ήταν πλέον ελληνόφωνοι): «Υπάρχει ένας αξιόλογος πληθυσμός ελληνόφωνων στην Ήπειρο, οι οποίοι ωστόσο, πρέπει να διαχωριστούν από τους γνήσιους Έλληνες των Ιωαννίνων, της Πρέβεζας και των πιο νότιων περιοχών. Αυτοί μπορούν να υπολογιστούν γύρω στις 100.000.» (Encyclopedia Britannica, section on Albania, 1910, p. 483)

    Ο Βαρώνος John Cam Hobhouse Broughton, αναφερόμενος όχι μόνο στην Ήπειρο, μας λέει για τους ‘Έλληνες’ που είναι Αλβανοί, Βλάχοι ή Βούλγαροι στην καταγωγή, που στην πραγματικότητα δεν είναι ελληνικής καταγωγής αλλά μέλη της Ελληνο-ορθόδοξης Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούνται συνήθως και αυτοί ως ‘Έλληνες’ ή ‘Ρωμαίοι’ (Ρωμιοί). (John Cam Hobhouse, A Journey Through Albania and Other Provinces of Turkey in Europe and Asia to Constantinople, during the years 1809 and 1810, (James Cawthorn, London 1813), Vol. II, p. 58)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. «Τελικά μία συνθήκη στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1881, με την οποία η οριοθέτηση μιας (συνοριακής) μεθορίου λιγότερο ευνοϊκής για την Ελλάδα, ανατέθηκε σε μία διεθνή επιτροπή…Η Ελλάδα δεν εγκατέλειψε την πρόθεση της να εισβάλει στη νότια Αλβανία μέχρι που μία ναυτική διαμαρτυρία και αποκλεισμός των ακτών της διενεργήθηκε απ’ τις Μεγάλες Δυνάμεις…Έκτοτε η Ελλάδα πραγματοποίησε κάθε πιθανό βήμα ώστε να αποσπάσει τη νότια Αλβανία απ’ την Τουρκία με μία βαθμιαία διείσδυση και εξελληνισμό του πληθυσμού.» (Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912, Princeton, N.J. : Princeton University Press, 1967, p. 57)

      Ας δούμε την καταγραφή πληθυσμού που πραγματοποιήθηκε από το II Γραφείο του Ελληνικού Επιτελείου το 1913 και δημοσιεύτηκε το 1919. Ενώ ο πληθυσμός της νότιας Αλβανίας (Βόρειας Ηπείρου) κατηγοριοποιείται σε Ελληνες και Αλβανούς, διαπιστώνεται ότι ως ελληνικά έχουν χαρακτηριστεί όλα τα χριστιανικά χωριά ανεξαρτήτως του εάν οι κάτοικοι τους είναι Έλληνες ή Αλβανοί, ανεξαρτήτως αν η μητρική τους γλώσσα είναι ελληνικά ή αλβανικά.

      Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η διεθνής επιτροπή συνόρων που συστήθηκε το 1913 για να εξετάσει τη χάραξη των συνόρων της Αλβανίας με την Ελλάδα, είχε να αντιμετωπίσει αστεία τεχνάσματα που δημιουργούσαν οι Έλληνες (προσπαθώντας να δείξουν ότι διάφορες περιοχές της Αλβανίας κατοικούνταν από Έλληνες), όπως αυτό που διηγείται ο λοχαγός Leveson Gower: «Η επιτροπή φτάνει το βράδυ σε κάποιο χωριό. Τους πλησιάζει ένας άντρας που μιλάει ελληνικά και ακούν τον ήχο από το χτύπημα μιας καμπάνας. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να βασιστούν σε ένα τόσο 'αδιάψευστο' στοιχείο;...όχι μόνο δεν υπάρχουν Έλληνες στο χωριό αλλά δεν υπάρχει ούτε καν εκκλησία εκεί. Οι Έλληνες έχουν στήσει αυτοσχέδιο καμπαναριό πάνω σ’ένα δέντρο και χτυπάνε την καμπάνα δυνατά για να ξεγελάσουν τους αντιπροσώπους της Ευρώπης.» (Richard Crampton, "The Hollow Detente, Anglo-German Relations in the Balkans 1911-14", London, 1979, p. 128)

      Διαγραφή