Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ - ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ / ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ - ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ / ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ-ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ/ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ  ΑΓΑΠΗ
«Ἀγάπη πού δέν ἔχει στοιχεῖα σωτηρίας
εἶναι πλάνη τοῦ διαβόλου»
Γέρων Ἐφραίμ ἐν Ἀριζόνᾳ


ΜΕΡΟΣ 26ο
ΙΓ. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ1
1. ΑΛΗΘΙΝΗ/ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ είναι:
α. Η διδαχθείσα από τον αυθεντικό εκφραστή της, τον Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν.  Αυτή η ΑΓΑΠΗ του Θεού, η Ευαγγελική Αγάπη, είναι κάτι το κορυφαίο, το ασύλληπτο για τον κοινό ανθρώπινο ΝΟΥ.  Κάτι το απίστευτο για εκείνον που σκέπτεται ορθολογιστικώς.  Η αγάπη του Θεού είναι ένας μεγάλος μαγνήτης που τραβά όλους τους ανθρώπους σ’ Αυτόν! Όταν η ψυχή του ανθρώπου νοιώσει το άγγιγμα αυτής της Αγάπης, δεν μπορεί παρά να συνθηκολογήσει με αυτήν.
β. Το εθελούσιο άνοιγμα της καρδιάς κάθε ανθρώπου στην Θεϊκή Αγάπη, για να μπορέσει ο άνθρωπος περπατώντας επί τής ΟΔΟΥ του Κυρίου, να δεχθεί το Άγιο Πνεύμα, να βρει την διέξοδο από τον Κόσμο και να ανυψωθεί στην διάσταση της Χάριτος τού Θεού, της Δυνάμεώς του, της Αφθονίας και του Κάλλους Του.
γ. Η μόνιμη εστίαση της σκέψεώς μας στον Iησού Χριστό. Αυτού του είδους η σκέψη εξαφανίζει ο,τιδήποτε δεν είναι από Αυτόν. Όταν δεχθούμε τον Χριστό, μέσα στην καρδιά μας, τότε δεχόμαστε τα δώρα του Δημιουργού Θεού που αγαπά. Τότε συνδεόμαστε μαζί Του. Όταν στρέψουμε τα μάτια της ψυχής μας επάνω Του, τότε όχι μόνο οι ψευτιές του κόσμου χάνουν την αξία τους, αλλά την θέση τους παίρνουν τα αιώνια πράγματα του Θεού.
δ. Η διαρκής αποστολή του Χριστιανού εις τον κόσμο, εκδηλούμενη με την καθημερινή Χριστοκεντρική συμπεριφορά του, το φωτισμένο παράδειγμά του, την Ελληνορθόδοξη ορθοπραξία που  «Δεν είναι ζηλότυπη, δεν καυχάται, δεν είναι υπερήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δεν ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν λογαριάζει το κακό, δεν χαίρει για το κακό αλλά συγχαίρει εις την αλήθεια ... » (Α΄ ΚΟΡΙΝΘ:13/4-7).
Για να γίνει αντιληπτή αυτή η Αγάπη από τον άνθρωπο, πρέπει να κυριαρχεί σε σημείο όπου τίποτα άλλο να μην υπάρχει, εκτός από Αυτήν.
ε. Η αιτία τής από τον Θεό Δημιουργίας της Ζωής, του ανθρώπου, του γνωστού σύμπαντος και των αγνώστων σ’ εμάς ατελευτήτων συμπάντων. Είναι το κίνητρο του Τριαδικού Θεού μας, για την αναγέννηση και την Σωτηρία μας.
«Ούτος εστίν ο λίθος ο εξουθενηθείς υφ’ υμών  των οικοδομούντων, ο γενόμενος εις κεφαλήν γωνίας, και ουκ εστίν εν άλλω ουδενί η σωτηρία ουδέ γαρ όνομα  εστίν έτερον υπό τον ουρανόν (Πλην του Ιησού Χριστού κανένα άλλο όνομα δεν έχει δοθεί από τον Θεόν, δια του οποίου ωρίσθη δια θείας βουλής η σωτηρία των ανθρώπων)....». [ΠΡΑΞΕΙΣ:4/11-12].
στ. Η ανιδιοτελής φροντίδα και συμπάθεια προς τους απελπισμένους, αδυνάτους και αληθώς πάσχοντες αδελφούς της Εκκλησίας του Χριστού. Ο σεβασμός της ιδιαιτερότητος των ξένων και αλλοθρήσκων που διαβιούν στην Πολιτεία των Χριστιανών και τηρούν τους Νόμους της Πολιτείας (η δε Πολιτεία τηρεί τους Νόμους του Θεού).
Η αγάπη προς τους πλανεμένους αδελφούς, εκφράζεται με τον επανευαγγελισμό τους, με την διάδοση σε αυτούς της ανόθευτης πίστεώς μας, με την ορθόδοξη μαρτυρία μας, λόγοις και πράξεσι. Όχι με Ιουδαιοπαπικές δοξασίες, εθελοθρησκευτικές δαιμονοκίνητες «σωτηριο-λογίες», ανόητες ορθολογιστικές ερμηνείες της Αγίας Γραφής, μεταπατερικές θεολογίστικες δοκησισοφίες, ή αγαπολογίες-βαττολογίες, χωρίς μέτρο και φειδώ.
ζ. Η συνεχής ομολογία της Ορθοδόξου πίστεως και η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, με τα ακατανίκητα όπλα της ιστορικής Αληθείας, του Θείου Λόγου της Αγίας Γραφής και των θεόπνευστων Πατερικών μαρτυριών.
η. Η ειλικρινής συγχώρεση των αδίκων αδελφών και διαρκής προσευχή για την από τον Θεό συγχώρεσή τους και φώτισή τους, ώστε να επανέλθουν στην οδό της Αλήθειας.
θ.  «Αγγέλων σύμβιος, αποστόλων σύγχορος, Εκκλησίας σύνδεσμος».
2. Η αληθινή αγάπη του χριστιανού είναι:
-Κάτι ιδιαίτερο, ένα υπερφυσικό ρεύμα το οποίον έρχεται εκ των ουρανίων αψίδων κάτω εδώ εις την μαύρην γη.  Η αγάπη αυτή αρχίζει από την θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί τον νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ό άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια, «ακηδία», οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διανοίας, με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
-Συνυφασμένη με πνεύμα ταπεινώσεως, θυσίας και προσφοράς. Αυτός, που αγαπά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θυσιάζει τις επιθυμίες του και την ανάπαυσή του χάριν αυτού, που αγαπά. Η αγάπη, που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, συνδέεται με πνεύμα εγωϊσμού, αλαζονείας και ματαιοδοξίας και αυτός, που έχει τέτοια «αγάπη», αντί να θυσιάζεται για τον άλλο, ζητά συνεχώς να θυσιάζεται ο άλλος γι’ αυτόν.
3. Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος
Παράδεισος είναι ή αγάπη του Θεού. Μέσα σ' αυτήν υπάρχει ή τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ' αυτόν τον παράδεισο ό μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, ανεφώνησε:
«αυτά πού μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι’ ούτε πού τα 'βαλε ό λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ό Θεός για κείνους πού τον αγαπούν» (Α΄ ΚΟΡ:2/9).
Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκαν ό Αδάμ και η Εύα, με την απατηλή συμβουλή του διαβόλου.
4. Η αληθινή αγάπη προς τον Θεόν:
-Είναι ο Θείος έρωτας που σε κάνει να τα δώσεις όλα και την ζωή σου ακόμη, για τον Κύριον.
-Έρχεται μέσα μας, από την συνομιλία μαζί Του.
-Δεν αποκλείει τους άλλους. Όταν αγαπάμε σωστά έναν άνθρωπο, αγαπάμε και όλους τους άλλους.
5. Η αγάπη είναι καρπός της αρετής. Αλλά και η αγάπη, με την σειρά της, γεννάει την αρετή, τουτέστιν την έμμονον προς το αγαθόν, στροφή της βουλήσεως του ανθρώπου, προς επιτέλεση αγαθών πράξεων, όχι κατά την ανθρώπινη κρίση, αλλά κατά τους νόμους του Τριαδικού Θεού.
6. Οι άθεοι, αντιχριστιανοί, αλλόδοξοι, αιρετικοί, ορθοδοξίζοντες, νεοπαγανιστές και όσοι άνθρωποι εμπίπτουν σε συναφείς με τις παραπάνω κατηγορίες, δηλαδή δεν έχουν πίστη προς τον Τριαδικό Θεό της Ορθοδοξίας, έστω και αν υποστηρίζουν ότι έχουν μεταξύ τους αγάπη ή ότι αγαπούν τους συνανθρώπους τους, αγνοούν την αληθινή Αγάπη και δεν πρόκειται ποτέ να νοιώσουν το άγγιγμά της, εάν δεν μετανοήσουν ειλικρινώς.
ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ, είναι ξένοι προς την καθαρήν αγάπην γιατί είναι απομεμακρυσμένοι από τον Αληθινό Θεό. Και όχι μόνον αυτό. Είναι ενσυνείδητοι και ορκισμένοι πολέμιοι της Αγάπης του Χριστού, τουτέστιν εχθροί του ίδιου του Χριστού.
7. Υπάρχουν όμως και ασυνείδητοι-παρασυρμένοι πολέμιοι του Χριστού. Στην κατηγορία αυτή, εμπίπτουν  οι ανόητοι και ακατήχητοι ορθοδοξίζοντες χριστιανοί, οι οποίοι  καίτοι ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί, ακουσίως μετατρέπονται σε πολεμίους του Χριστού. Πως συμβαίνει κάτι τέτοιο;
Έστω και αν ισχυρίζονται ότι αγαπούν, εφ’ όσον δεν αγάπησαν τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, με τον τρόπον που Εκείνος εδίδαξε και περιλαμβάνεται στην Αγία Γραφή, η αγάπη τους είναι φαρισαϊκή, ψεύτικη, απατηλή.
«Πρέπει πολύ να προσέξουν και όσοι παρασύρονται από τα υποκριτικά χαμόγελα και τας δολίας προσφοράς αιρετικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, Παπικών, ουνιτικών, Προτεσταντικών, Χιλιαστικών κλπ. ή άλλων δήθεν φιλανθρωπικών σωματείων από τα οποία όμως λείπει ο Χριστός, όπως ο Μασωνισμός, ο Ροταριανισμός κλπ..... Ίσως απορρήσει ο αναγνώστης και θεωρήσει τα γραφόμενα ως έλλειψιν αγάπης και μισαλλοδοξίαν. Και όμως δεν έχει δίκαιον. Διότι λησμονεί από που πηγάζει, εμπνέεται και ζωοποιείται η Χριστιανική αγάπη......».2
8. Σήμερα, ευρισκόμενοι στην περίοδον του λυκαυγούς της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας, αγνώστου όμως διαρκείας μέχρι την Παρουσίαν Του, είναι ανάγκη ο χριστιανός να μάθει να πολεμά, να αγωνίζεται εναντίον των εχθρών του.
Ο Χριστιανός δεν πρέπει να θεωρεί ως εχθρούς, τους ανθρώπους που είναι γύρω του αλλά τις πράξεις τους. Πραγματικοί εχθροὶ του χριστιανού, τους οποίους καλείται να πολεμά εν παντί τόπω και χρόνω, είναι ο διάβολος, ο κόσμος με το αμαρτωλό φρόνημά του και ο εαυτός του με τις αδυναμίες και τα πάθη του.
9. Δεν υπάρχει αληθινή Αγάπη, χωρίς την μοναδικήν Αλήθειαν που είναι ο Ιησούς Χριστός. Δεν υπάρχει αληθινός Χριστός, εκτός της Μοναδικής Εκκλησίας Του, της Ορθοδοξίας, της οποίας είναι κεφαλή και ακρογωνιαίος λίθος!!!
Αγάπη κι’ Αλήθεια δεν μπορούν να σταθούν αυθύπαρκτες. Κοινή πηγή τους ο Χριστός, που λέει: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».  (ΙΩΑΝ:14/ 6).
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηριστικά θα πει: «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».  (Α΄ΙΩΑΝ:4/16).
10. Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια και αυτή είναι το πρόσωπο του Χριστού. «Διάλογος της αγάπης» άνευ του διαλόγου της αληθείας, είναι αφύσικος και ψευδής.
Αλήθεια κι’ Αγάπη είναι οι δύο όψεις του ίδιου πολύτιμου νομίσματος, δεν είναι απλές αρετές, αλλά μυστήριο, που φανερώνει το πρόσωπο του Θεού, αδύνατο να κατανοηθεί πλήρως από την ανθρώπινη πνευματική πενία.
Ο χωρισμός της αγάπης από την αλήθεια είναι σημείο ελλείψεως πίστεως, απουσίας πνευματικής θεανθρωπίνης ισορροπίας και ορθοφροσύνης,
11. Η αγάπη του Θεού δεν είναι κενή αισθηματολογία και πλαγγών (ΣΣ: Κούκλα, κήρινον κόσμημα), γεμάτη με άχυρα όπως η «αγάπη» των απατεώνων-αγαπολόγων Οικουμενιστών. Η αγάπη του Θεού  «είναι τελειότης συνειδητή, λογική και πολυόμματος, κινουμένη δια των νεύρων της θείας δικαιοσύνης. Εντεύθεν και συναμφότεραι αύται ιδιότητες βαδίζουν αχώριστοι εν τω βίω του Χριστού, όστις αν και ήτο ως τα πολλά αμνός, εγίνωσκεν όμως και πότε να καθίσταται ως σκύμνος λέοντος, όταν κατά της αμαρτίας αντηγωνίζετο».3
12.  Οι άνθρωποι αγαπούν για τις εξής πέντε(5) αιτίες, ο ένας τον άλλον:4
-  Για τον Θεό, όπως ο ενάρετος τους αγαπάει όλους και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω και εάν ο ίδιος δεν έγινε ακόμη ενάρετος.
-Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους και αντιστρόφως.
-Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει.
-Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπάει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα.
-Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο γιατί του ικανοποιεί την γαστριμαργία ή την σαρκική του επιθυμία.
Από αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέπαινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς.
13. Δυστυχώς στις ημέρες μας εξέλιπεν η αγάπη, υπερτονίσθηκε ο σαρκικός έρωτας, υποτιμήθηκε η αξία τού  γάμου… και εισήλθε εις την κοινωνία ο διχασμός και η σχιζοφρένια. Αν ο άνθρωπος σήμερα ζει στην εξαθλίωση είναι διότι έχασε την προοπτική του προς την ενότητα και δημιουργεί σχέσεις οι οποίες διαιωνίζουν την διάσπαση, διότι ή αποφεύγουν τον γάμο, ή και αν τούτο συμβεί ζουν μακριά από τον Θεό, δίχως πνευματική ζωή, και εκτός Εκκλησίας, διότι το  «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» υλοποιείται μόνον, εφ’ όσον αμφότεροι οι σύζυγοι:
-Πιστεύουν ενσυνειδήτως στον Ένα και Μοναδικό Θεό, τον Τριαδικό Θεό της Ορθοδοξίας.
-Θεωρήσουν τον εκκλησιαστικό γάμο τους ΕΥΛΟΓΙΑ αιώνιου δεσμού από τον αληθινό Θεό και όχι ως ένα σύμφωνο απλής συμβιώσεως,  μία εμπορική συμφωνία ή κοινωνική εκδήλωση επιδείξεως πλούτου, αλαζονείας και ματαιοδοξίας.
-Συνειδητοποιήσουν ότι η Θεϊκή Ευλογία δίδεται μόνον εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όχι από δημάρχους, αντιδημάρχους, ληξιάρχους….  
Ο Θεός είναι ατελείωτος, η πορεία προς τον Θεό είναι ατελείωτη, διότι ο Θεός είναι αιώνιος, είναι ένας αιώνιος έρωτας...
Ο άνθρωπος επίσης είναι ατελείωτος, έτσι και ο έρωτάς του είναι ατελείωτος, διότι η πορεία του είναι προς τον ουρανό, η φράση «στα μάτια σου αγάπη μου βλέπω τον ουρανό» δεν είναι τυχαία, κατά το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση ο άνθρωπος λαχταράει και προσβλέπει εις το τέλειο, και αιώνιο πού είναι ο Θεός και δημιουργός του.
14. Ο πόλεμος επιθετικός (απελευθερωτικός και όχι κατακτητικός) ή αμυντικός, εφ’ όσον είναι δίκαιος, επιτρέπεται από τον Θεόν, με την βασικήν και μοναδικήν προϋπόθεση, να έχει εγκριθεί και ευλογηθεί από τον Κύριον.
Ακόμη και εκείνους τους κατακτητικούς πολέμους που δεν ευλογεί, όταν προέρχονται από εωσφοριστές/μισανθρωπιστές, Συστημικούς Νεοεποχήτες /Ιουδαιοταλμουδιστές μεγαλο- τραπεζίτες/ ιμπεριαλιστές / τρομοκράτες Ισλαμιστές, κλπ., επιτρέπει κατά την Θείαν πρόνοιάν Του.
Τίποτε δεν γίνεται χωρίς την έγκριση του Μεγάλου Θεού, του Μοναδικού Αρχιτέκτονος του Σύμπαντος και των Συμπάντων των ατελευτήτων, του Τριαδικού Θεού Δημιουργού/Κτίστου των πάντων ορατών και αοράτων. Ακόμη και οι μισανθρώπινες και καταστροφικές για την ανθρωπότητα, ενέργειες του Διαβόλου.
Χωρίς την άδειαν του Κυρίου, Του Ιησού Χριστού, ο τέως Εωσφόρος, νυν δε Σατανάς ή Διάβολος, δεν δύναται να πράξει ΟΥΔΕΝ…
15. Όταν αναφερόμαστε σε χωρία της Αγίας Γραφής όπου καταγράφεται χρήση βίας από τον Κύριον ή εντολή χρήσεως βίας σε ανθρώπους, εννοούμεν πάντοτε την Απόδοση της Δικαιοσύνης του Κυρίου, διότι η Αγάπη του Κυρίου έχει δύο όψεις:
Το έλεος και την φιλανθρωπία από την μίαν όψιν και την δικαιοσύνην από την άλλην.
16. Ο Θεός αποκαλύπτεται εις τον πόλεμον, του οποίου ποιητικόν αίτιον είναι η εξεστραμμένη ανθρωπίνη φύσις, όχι υπό την έννοιαν ότι Αυτός δημιουργεί τον πόλεμον, αλλ’ υπό την έννοιαν ότι Αυτός, του πολέμου δημιουργουμένου υπό των ημετέρων παθών, τον επωφελείται και τον υποβάλλει εις εξυπηρέτησιν των αιωνίων βουλών Του, καθ’ όν τρόπον τα ορμητικώς καταπίπτοντα ύδατα, ο σοφός μηχανικός μεταποιεί εις κινητηρίους των εργοστασίων του ή φωτιστικάς δυνάμεις.
17. Σήμερα τους πολέμους προκαλούν οι Αντίχριστοι, ετερόδοξοι αιρετικοί και αλλόδοξοι. Έτσι, ο κάθε πόλεμος είναι συνέπεια της δικής μας πνευματικής αποστασίας· δεν είναι δοσμένος από τον Θεό. Ο Θεός επιτρέπει, αλλά δεν δημιουργεί τους πολέμους. Γι᾿ αυτό και ο πόλεμος ονομάζεται «αναγκαίο κακό», υπό την έννοια του αναπόφευκτου  και ως συνέπεια της ανομίας των ανθρώπων, όταν δεν προηγείται μετάνοια.
Ωστόσο, κάθε πόλεμος λειτουργεί παιδαγωγικώς. Μας κάνει να προσευχόμαστε περισσότερο, να μετανιώνουμε αληθινά, να εκκλησιαζόμαστε εθελουσίως και ενσυνειδήτως. Έτσι λοιπόν απευθυνόμαστε και εμείς στην Παναγία μας λέγοντας:
«Σέ γάρ σκέπην καί προστάτιν καί βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντες σοι». Και εκείνη, βρίσκεται πάντα με το μέρος του αδικημένου, του μετανοημένου, και μας συμπαραστέκεται σέ κάθε δίκαιο πόλεμο.
18. Η ιστορία με όλα τα επίσημα γεγονότα της, είναι η ετυμηγορία του Θεού επί του ανθρωπίνου γένους. Έτσι και ο πόλεμος είναι εξαγγελία της τοιαύτης θείας ετυμηγορίας, ενώ η ήττα, η αιχμαλωσία και το τέλος ενός λαού, είναι το έκλαμπρον του Θεού βούλευμα, το διακηρύσσον τον λαόν τούτον, άνομον και ανάξιον δια το παρόν, αντιθέτως πράττοντα προς τις βουλές του Κυρίου και αξίζοντα άρα να τιμωρηθεί προσωρινώς, μέχρις ότου μετανοήσει ή να διαγραφεί από του βιβλίου των ζώντων…
19. Η αρχαία Εκκλησία δεν αποδοκιμάζει ούτε τον πόλεμον, ούτε την στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Τούτο, αποδεικνύεται περιτράνως και από τις Λειτουργίες αλλά και τους ύμνους της. Η Αγία Γραφή ομιλεί για την στρατιωτική υπηρεσία, ευθέως και ανεπιφυλάκτως.
-Ο Χριστιανός έχει την ευλογία και από το Ευαγγέλιο και από όλη την Εκκλησία να λαμβάνει μέρος κατ᾿ οικονομίαν, σε πολέμους, όταν αυτοί είναι αμυντικοί, προς υπεράσπιση της πατρίδος του και απελευθερωτικοί (προς απελευθέρωση υποδούλων αδελφών).
-Από την μια γνωρίζουμε πως ο Χριστιανός δεν έχει μια συγκεκριμένη γήινη πατρίδα, αφού ελπίζει στην σίγουρη πατρίδα του Παραδείσου, από την άλλη βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό να υπερεκχειλίζει από πατριωτικό πόνο για την Ιερουσαλήμ όταν λέει «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ που σκοτώνεις τους προφήτες... πολλές φορές θέλησα να συγκεντρώσω τα παιδιά σου όπως η όρνιθα τα κλωσόπουλά της κάτω από τα φτερά της και δεν θελήσατε».
 Σίγουρα βέβαια όταν λέει Ιερουσαλήμ εννοεί κυρίως την Εκκλησία, αλλά δεν μπορούμε να παραθεωρήσουμε και την κυριολεκτική της σημασία ως πατρίδα του Χριστού. Επομένως ο Κύριος μας διδάσκει να πονάμε και να αγαπάμε την πατρίδα μας, απαντώντας σε ερώτηση των Φαρισαίων «τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι».
-Μην ξεχνάμε επίσης και τους κατ᾿ εξοχήν αγίους στρατιωτικούς-πρότυπα, όπως ο άγιος Γεώργιος, άγιος Μηνάς και άγιος Δημήτριος και τόσοι άλλοι.
Αυτό σημαίνει, υπακοή στην πατρίδα όταν μας καλεί στην εκτέλεση των στρατιωτικών μας υποχρεώσεων.
20. Το θέμα των λεγομένων «θεολογικών διαλόγων» ή «διαλόγων της αγάπης» και της συμπροσευχής με αιρετικούς, απασχολεί διαχρονικά την Εκκλησία. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο από πνευματικής απόψεως το θέμα της επικοινωνίας με αιρετικούς στα πλαίσια της προσευχής και της Θείας Λατρείας. Γι’ αυτό και οι σχετικοί απαγορευτικοί κανόνες, καλύπτουν χρονικά ολόκληρη την περίοδο που συντασσόταν το Κανονικό Δίκαιό της.
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όμως, μας δίδει το δικαίωμα να πιστεύουμε βασίμως ότι αυτοί οι κατ’ ευφημισμόν «διάλογοι αγάπης» όχι μόνον είναι «διάλογοι απάτης» μιας συμμορίας ανομούντων και βλασφήμων αιρετικών, αλλοδόξων και ορθοδοξιζόντων, αλλά και μία αγαπολογική θεατρική παράσταση υποκρύπτουσα την κατά πολλούς και όχι αβασίμως, συμπεφωνημένη μυστικώς, ένωση ΟΛΩΝ των θρησκευτικών δογμάτων, δοξασιών, σεκτών, κλπ., υπό την ηγεσίαν του αρχιαιρεσιάρχου Πάπα. 
21. Οι αληθώς ορθόδοξοι Χριστιανοί αντί να σιωπούν, πρέπει να υπενθυμίζουν με πραγματική αγάπη προς κάθε εχέφρονα και άδολο αιρετικό, ετερόδοξο και ομόδοξο αλλά και να αποδεικνύουν με Πατερικά και Αγιογραφικά κείμενα, ότι:
α. Οι αιρέσεις υπήρξαν πάντοτε ο μεγαλύτερος εχθρός στην ζωή της Εκκλησίας, το πιο επικίνδυνο όπλο του διαβόλου, του προαιωνίου αντιδίκου και αντιπάλου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
β. Όλες οι συνάξεις των λεγομένων «Χριστιανικών ομολογιών», πλην της Ορθοδόξου τοιαύτης, δεν συνιστούν Εκκλησίες, αλλά αιρετικές παρασυναγωγές.
Τέτοιες παρασυναγωγές είναι των Μονοφυσιτών, Παπικών, Παλαιοκαθολικών, Αγγλικανών και των άλλων Προτεσταντικών παραφυάδων.
γ. Η αίρεση δεν είναι ένα απλό πρόβλημα προς συζήτηση, αλλά διαστροφή της Αληθείας.
δ. Ο Θεολογικός Διάλογος με τους Παπικούς, χωρίς μάλιστα την οριστική και αμετάκλητη καταδίκη της Ουνίας, είναι ανωφελής και επιζήμιος, συνιστά υποκρισία και απάτη.
22. Ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. (Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης).
Οι Ορθόδοξοι, έχουμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους.
Οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί,· έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν απο­στολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Α­ποστόλων και των Πατέρων. Για τον λόγο αυτό, τον εκά­στοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά καί αιρετικόν άποκαλούμεν».
23. Σε όσους αφρόνως και ανερυθριάστως, διδάσκουν καινοφανείς θεωρίες, σε όσους συμπροσεύχονται με καταδικασμένους αιρετικούς παρά τις αντιδράσεις του πληρώματος της Εκκλησίας και τις απαγορεύσεις των Ιερών Κανόνων,
Σε όσους συμμετέχουν σε διαχριστιανικούς ή διαθρησκειακούς διαλόγους «προς αναζήτηση της αληθείας και της ενότητος»,
Σε όσους «ένεκα της αγάπης», αποδίδουν εκκλησιαστικότητα και προσφέρουν άλλοθι σε αιρετικές και σχισματικές ομάδες, τούς λέμε:
Είσθε αποστάτες της Ορθοδόξου πίστεως! Αποχωρήστε τώρα, διαφορετικά μας δίδετε το δικαίωμα να θεωρούμε ότι, εκουσίως ου κατ’ επίγνωση ή κατ’ εντολήν άνωθεν, συμμετέχετε στην σχεδιασθείσα προδοσίαν, παραδόσεως της Ελληνορθοδοξίας στις αρπάγες του Ιουδαιο-ταλμουδιστοκρατούμενου Βατικανού.
24. Σε όσους αδιαφορούν για την θεολογία, επιμένοντας στις κατ’ ευφημισμόν φιλανθρωπία, ειρήνη και αγάπη,
Σε όσους εμμένουν να τεκμηριώνουν τις αιρετικές δοξασίες τους σε αντιθεολογικές «πομφόλυγες» «μεταπατερικών» ακαδημαϊκών, θεολόγων, ιεραρχών και άλλων συγχρόνων «γκουρού και κορυφών της θεολογίας»,
Σε όσους αποδομούν την παράδοσή μας, καίτοι δεν ανήκουν σε συστημικούς κύκλους ή δεν έχουν δεχθεί εντολές έσωθεν ή έξωθεν, τούς λέμε:
Ο διάλογος έπρεπε να έχει ΜΟΝΟ ένα σκοπό. Να βοηθήσει την ετερόδοξη, αιρετική ή σχισματική «εκκλησία», να καταλάβει το λάθος της. Γιατί μόνο τότε μπορεί, υπάρχει πιθανότητα, να επανέλθει στην Ορθοδοξία και στην σωτηρία (αφού η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία), όχι μόνο ένα άτομο, αλλά ένα σύνολο, μια ολόκληρη «Εκκλησία».
Επειδή όμως, «μετά μίαν, δευτέραν και πολλές νουθεσίες…» διαρκείας πολλών δεκαετιών, δεν επετεύχθη τίποτε μέχρι τώρα, μέσω τέτοιων διαλόγων, τους απευθύνουμε τους παρακάτω λόγους χριστιανικής Αγάπης:
Παραιτηθείτε, αποχωρήστε αμέσως, διαφορετικά γίνεσθε συνένοχοι στο σχεδιαζόμενο έγκλημα κατά της Ορθοδοξίας. Εμείς, η Εκκλησία του Χριστού, παραμένουμε εδραίοι και τεθεμελιωμένοι στην άπαξ παραδοθείσα Πίστη, την διδασκαλία των αγίων Πατέρων και τις αποφάσεις των Συνόδων. Η Παράδοσή μας είναι η Ορθοδοξία μας.
25. Εάν συνεχισθούν οι κατακλυσμιαίες ροές των λαθρομεταναστών και λιποτακτών από τις εμπόλεμες ζώνες της χώρας τους στην πατρίδα μας, με την απαράδεκτη δικαιολογία του ανθρωπισμού, της αγαπολογίας-αγάπης-απάτης και της διεθνούς αλληλεγγύης προς τους λαθρομετανάστες, λιποτάκτες, πράκτορες του Συστήματος, τους κατ’ ευφημισμόν «πρόσφυγες και μετανάστες»,  εκτιμάται ότι, σε λίγα χρόνια, σε κάποιες μεγάλες Ευρωπαικές χώρες η πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος οι μουσουλμάνοι θα είναι περισσότεροι από τους χριστιανούς.
Το πραγματικό όμως πρόβλημα δεν είναι ότι οι χριστιανοί θα είναι λιγότεροι, αφού σήμερα συνολικώς ο πληθυσμός του μουσουλμανικού κόσμου είναι μεγαλύτερος από  τον χριστιανικόν.
Το πρόβλημα του ορατού Ισλαμικού κινδύνου, το οποίον διαφαίνεται ότι δημιουργείται, έχει ως βασικούς υπευθύνους, τόσον τους λεγομένους «χριστιανούς» της Δύσεως (με αφανή πρωτεργάτη και πρωτοστάτη τον Πάπα), όσον και τους «ορθοδόξους» χριστιανούς της Ανατολής.
Τους μεν πρώτους, λόγω του προ αιώνων  απογαλακτισμού τους από την μητέρα Ορθόδοξον Εκκλησίαν και συγχρωτισμού τους με τον Ιουδαιοταλμουδισμόν (την μήτρα πάσης αιρέσεως και όχι μόνον), τους δε δεύτερους λόγω της αποστασίας τους από την Ορθοδοξίαν και της προσκολλήσεώς τους στον μητροκτόνον Οικουμενισμόν (τον ενεργούντα κατά της μητρός Ορθόδοξης Εκκλησίας).
Αμφοτέρους, διότι επεδίωξαν, συνηγόρησαν, ανέχθηκαν δια λόγων, πράξεων και παραλείψεων, την εμφάνιση, δημιουργία και διασπορά της ισλαμικής πλημμυρίδος στην Ευρώπη, αποδειχθέντες ως οι μεγαλύτεροι ξενιστές-εχθροί του Χριστιανισμού..
26.  Πόσον ευτυχείς θα ήσαν όλοι οι άνθρωποι, αν ευρίσκετο τούτο το ουράνιον μύρον της Χριστιανικής Αγάπης, μέσα εις τις καρδιές τους! Δεν θα ήτο πλέον εις τον κόσμον ο ένας πλούσιος και ο άλλος πένης· δεν θα ήτο πλέον ο ένας γυμνός και ο άλλος με χρυσά φορέματα ενδεδυμένος, δεν θα έβλεπες πλέον τον ένα να πεινά και τον άλλον να έχη την τράπεζάν του πάντοτε  γεμάτην.
Η αγάπη  που θα είχαμεν μέσα εις τις καρδιές μας, δεν θα υπέφερε τόσην αδικίαν και ανισότητα· δεν θα μας άφινε να βλέπωμεν τους αδελφούς μας εις κατάστασιν  κατωτέραν από την ιδικήν  μας.
27. Εάν η αγάπη  του Αληθινού Θεού κατοικούσε  μέσα εις την  καρδίαν μας, που πλέον έριδες και μάχες; Που να εύρης πλέον τον φθόνον και το μίσος; Που ν’ ακούσης αδικίαν και καταδυναστείαν;  Ουδέ δόλος, ουδέ υπόκρισις, ουδέ ψεύδος, ουδέ απάτη  ήθελε  φαίνεται  ποτέ  εις τον κόσμον. Η συκοφαντία, η κατάκρισις,  η αρπαγή, η πλεονεξία, η αδικία, ο φθόνος, θα έφευγαν τόσον μακράν από τον κόσμον, όσον μακράν  είναι το στερέωμα του ουρανού από της γης, και τα καταχθόνια.  Δεν θα ήτο πλέον « έχω » και « έχεις »· ιδικόν μου και ιδικόν σου.
Όλα τα αγαθά της γης κοινά θα ήταν εις όλους· όλοι θα τα απολάμβαναν με ειρήνην όλοι θα τα εχαίροντο με ησυχίαν, χωρίς καν φόβον. Φθονερός δεν θα υπήρχε. Ποίος να τα φθονήσει; Επίβουλος δεν θα ευρίσκετο. Ποίος να τα επιβουλεύσει; Ένας παράδεισος θα ήταν ο κόσμος· ένας ουρανός θα εγίνετο η γη· οι άνθρωποι θα καθίσταντο  άγγελοι  επίγειοι.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Είναι απίστευτο, πως τελικά ο Διάβολος καταφέρνει τόσο εύκολα και τόσα περίτεχνα να διαστρέφει την Αλήθεια και την πραγματικότητα, ακόμη και στα πιο βέβαια και αυτονόητα πράγματα της Πίστεώς μας.
Είναι απορίας άξιον, πως μπορεί να υπάρχουν ευσεβείς πιστοί και μάλιστα κληρικοί και μοναχοί, οι οποίοι να μην μπορούν να κατανοήσουν μία από τις πρώτες και θεμελιώδεις αρχές της Πίστεώς μας, που είναι η Χριστιανική Αγάπη και την συγχέουν ή την ταυτίζουν με την ανθρώπινη και ακόμη χειρότερα με εκείνη των Αγαπολόγων-απατεώνων Οικουμενιστών της νέας Εποχής… 
Ας μη ματαιοπονούν λοιπόν οι άνθρωποι στον κόσμο των αισθήσεων ή της επεκτάσεως των αισθήσεων, μέσω της επιστήμης και των ανθρώπινων εφευρέσεων. Γιατί πλανημένοι και συγχυσμένοι όπως είναι από τις βιαιότητες, ακρότητες, δυστυχίες, αδικίες, ανομίες, πορνείες και σαρκικές απολαύσεις της ζωής, έχουν χάσει τον δρόμο τους. Ακολουθούν πορεία προς το σκότος, την Άβυσσο, τον Όλεθρο.
Γι’ αυτό ήλθε ο Χριστός, για να είναι ο Φάρος ώστε ακολουθώντας το Φως Του, ο άνθρωπος, να μπορέσει να βρει τον Ουράνιο Πατέρα Του, να λουσθεί με τις άκτιστες ενέργειές Του και να Τον υπηρετεί αιώνια.
Όποιος έχει Ευαγγελικήν Αγάπην έχει μεγάλη δύναμη, είναι Ισχυρός, κραταιός.
(1)«Και οι αγαπώντες τον Κύριον ως έξοδος Ηλίου εν δυνάμει αυτού» (ΚΡΙΤΕΣ:5/31).
(2)«Αγαπήσω σε Κύριε, η Ισχύς μου» (ΨΑΛΜΟΙ:17/1 & 83/5).
Η απεριόριστη αγάπη του Θεού ξέρει να «μας κυνηγά και να μας αιχμαλωτίζει», όχι σε δίκτυα βίας και καταναγκασμού όπως κάνουν οι Οικουμενιστές-αγαπολόγοι, αλλά σε περιβάλλον ελευθερίας κεντρίζοντάς μας το φιλότιμο, ενισχύοντας την φωνή της συνειδήσεώς μας, χαρίζοντας βιώματα άγια και μοναδικά. Το πόσο δεχόμαστε το άγγιγμα αυτής της ανεπανάληπτης αγάπης του Θεού, αναδεικνύει και τι είδους άνθρωποι είμαστε τελικά…
Αυτό είναι και το νόημα της Ευαγγελικής περικοπής του Μεγάλου  Δείπνου «…και είπεν ο Κύριος προς τον δούλον, έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθεί ο οίκος μου…»(ΛΟΥΚ: 14/16-24 κι ΜΑΤΘ: 22/14).5
Οι συστημικοί αγαπολόγοι-βαττολόγοι, εχθροί και πολέμιοι της Ορθοδόξου πίστεως, δεν αντιλαμβάνονται ότι η Δύναμη δεν προέρχεται από τον άνθρωπο, αλλά από τον Θεόν. Το θανάσιμο λάθος τους, προερχόμενο από πλάνη ή απόκρυφη πίστη, είναι ότι αυτοθεοποιούνται, αυτοδοξάζονται και αυτοϊκανοποιούνται.
Έτσι δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να κατανοήσουν ότι η σύνδεση του Ουράνιου και του Επίγειου είναι φυσικά ανθρώπινη υπόθεση (λόγω του αυτοεξούσιου), αλλά γίνεται με θεία επενέργεια, θεία δωρεά. Μέσα στην Θεϊκή Αγάπη υπάρχει τέτοια ΔΥΝΑΜΗ που είναι πέραν από ό,τιδήποτε μπορεί να εφεύρει ο άνθρωπος, πέραν από τις δυνατότητες του σαρκικού ανθρώπου να κατανοήσει.
Η Ευαγγελική/Χριστιανική αγάπη,6 λοιπόν μας κάνει άμεμπτους, γιατί εμποδίζει την πλεονεξία, την λαγνεία, την σαρκολατρεία, τον φθόνον, την εξουσιομανία, την χρηματοθηρία, την αδικία, την προδοσία, και άλλα πάθη, να κυριέψουν την ψυχή, σε αντίθεση με την ανθρώπινη, νεοεποχήτικη/ψεύτικη, η εμφάνιση και ανάπτυξη της οποίας διευκολύνεται και αναπτύσσεται και εμφανίζεται,7 με την αμέριστη οικονομική βοήθεια και πολιτική προστασία της πολιτικής συνιστώσας του ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, της κοινοβουλευτικής Ψευτο-δημοκρατίας ή βουλευτοκρατίας.
Αυτή η Ευαγγελική αγάπη χαρίζει στους ανθρώπους μεγάλη δύναμη. Δεν υπάρχει κάστρο τόσο γερό, άτρωτο και άπαρτο από τους εχθρούς. Τέτοια δύναμη αποκτά ένα σύνολο ανθρώπων (λαός) αγαπημένων και σφιχτοδεμένων με τον καρπό της χριστιανικής αγάπης, τουτέστιν, την κοινωνική ειρήνη-ομόνοια, την πολιτική ανεξαρτησία και την Εθνική συνοχή.
Τότε όλες οι διαβολικές επιθέσεις του Συστήματος, μέσω πανούργων μεθόδων όπως: Ο ανθρωπισμός, η διεθνής Αλληλεγγύη, η ξενολαγνεία (ως αντίδοτον της δήθεν ξενοφοβίας), ο αντιρατσισμός ( ως αντίδοτον του δήθεν ρατσισμού), οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), η ψευδώνυμος Δημοκρατία (Κοινοβουλευτική Δημοκρατία),κ.α. μπορούν να αντιμετωπισθούν, γιατί, αντιμετωπίζοντάς τες οι πολίτες ενωμένοι, ως λαός, γίνονται αήττητοι, και εξουδετερώνουν τα τεχνάσματα του Εωσφορικού Συστήματος.
Τότε κρατεί ο λαός, γίνεται κραταιός, τουτέστιν έχει δύναμη, είναι κυρίαρχος. Τότε υπάρχει αληθινή Δημο-κρατία!
Σε όσους ταυτίζονται με τους Αγαπολόγους-απατεώνες της Νέας Εποχής, δηλαδή αγαπούν περισσότερο τους ανθρώπους και επιθυμούν να είναι αρεστοί σε αυτούς και όχι στον Θεό,
Σε όσους καυχώνται ότι «ως φύλακες, έχουσι γνώσιν» αλλά σε συνέδρια, ημερίδες, συνεντεύξεις λένε τόσα, για να ικανοποιήσουν την αυταρέσκειά τους και τα ώτα του αιρετικού ακροατηρίου τους,
Σε όσους εκθειάζουν το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και τους διαχριστιανικούς διαλόγους, κάνοντας κοπτοραπτική στα δόγματα της ορθοδόξου Πίστεως,
Σε όσους διώκουν τους αγωνιστές και ομολογητές της Πίστεώς μας για να διατηρήσουν τα οφφίκιά τους, τα εγκόλπιά τους, τις προσωπικές καλές σχέσεις και το κεφάλι τους ήσυχο, αφήνοντας ανενόχλητο και ανεμπόδιστο τον Πονηρό να σκανδαλίζει,
Σε όσους ζήλεψαν την δόξα, το αξίωμα και την καριέρα του προδότου της πίστεως Βησσαρίωνος, ήτοι όσους προτιμούν το παπικό πάλλιο από το ορθόδοξο πετραχήλι,
Σε όσους «ορθοδόξους» λαϊκούς αμφισβητούν την Μοναδικότητα, την Αγιότητα, την Καθολικότητα και Αποστολικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Σε όσους «ορθοδόξους» κληρικούς και αρχιερείς συμμετέχουν στις εωσφορικές συνάξεις των Αγαπολόγων της νέας Εποχής, τους λέμε για μία ακόμη φορά:
Αποχωρήστε τώρα από τους διαλόγους της Αγάπης-Απάτης ή αποβάλλετε τα τιμημένα ράσα που φοράτε,  γιατί αναξίως τα φέρετε. Παύσατε να παριστάνετε τους θεολόγους-ιεροκήρυκες. Αμφότεροι (κληρικοί-ιεροκήρυκες), μολύνετε με την παρουσία σας τους ναούς όπου λειτουργείτε και τους χώρους που επισκέπτεσθε ή κηρύττετε, υποτίθεται, τον Λόγον του Κυρίου!
Τέλος, σε όσους επισκόπους, κληρικούς, ηγουμένους, μοναχούς και λαϊκούς, που παρά την αντίθεσή τους στα τεκταινόμενα, δεν αντιδρούν, δεν ομιλούν, δεν ενημερώνουν τον πιστόν λαόν, δεν καταδικάζουν τα ανομήματα των λαϊκών και ρασοφόρων που συμμετέχουν στις αγαπολογικές συνάξεις των ετεροδόξων και αλλοδόξων, για να ποιμάνουν και καθοδηγήσουν τον ευλαβή λαό, αλλά επιμένουν να σιωπούν, τούς λέμε:
Μιλήστε τώρα! Αξιοποιήσατε τους άμβωνες των Εκκλησιών που έχουν πιάσει «κόρα» από την αχρηστία. Παύσατε να χρησιμοποιείτε τα πνευματικά κέντρα και τους ραδιο-τηλεοπτικούς σταθμούς με θεματολογία που προκαλεί σύγχυση, αδιαφορία, μόνιμη αδολεσχία-ακατηχησία, ροπή προς ευσεβισμόν, προτεσταντισμόν και εθελοθρησκεία!
Ο λαός προσβλέπει σε σας και περιμένει από σας να ομολογήσετε την Αλήθεια, να καταδικάσετε την Ανομίαν και Αποστασίαν των Οικουμενιστών και να κατονομάσετε τους προδότες της Πίστεως.
Τώρα που η πίστη μας κινδυνεύει, τώρα που η Ορθοδοξία μας βάλλεται εκ των έσω, τώρα που οι περισσότεροι σιγούν, εσείς, επιτέλους, μιλήστε…Είναι η ώρα της κηρύξεως του ιερού αγώνος κατά των ορατών εχθρών της πίστεως.
Προσοχή !!! Πολλά ψεύτικα Ευαγγελικά κηρύγματα ομιλούν για ένα Πατέρα που αγαπά και συγχωρεί όλους και στην συνέχεια παρουσιάζεται ευχαριστημένος για τους μετανοημένους. Λάθος! Ψεύδος! Ο Θεός συγχωρεί τους  ειλικρινώς και εκ καρδίας μετανοούντας, τους εν αγνότητι πίστεως επιστρέφοντας εις το ποίμνιον και όχι τους Φαρισαίους, τους υποκριτές και τους Ιησουίτες (ΡΩΜΑΙΟΥΣ:11/22)
Δεν αναγνωρίζει ο άνθρωπος ότι ο αληθινός Θεός:
-Είναι ο ίδιος που εδημιούργησε το ΣΥΜΠΑΝ και κατέστρεψε την ανθρωπότητα με τον κατακλυσμόν; (ΓΕΝΕΣΙΣ:7/21).
-Είναι ο ίδιος που σκόρπισε τον παλαιό Ισραήλ εδώ και 2000 χρόνια περίπου σαν δικαία τιμωρία των ανομιών και πορνειών του;
-Είναι ο Ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, Αυτός που σταυρώθηκε και αναστήθηκε για την Σωτηρία τόσον του παλαιού όσον και του Νέου Ισραήλ, κι’ όχι μόνον;
Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός, είναι ο «Φορέας» της ΜΙΑΣ και ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, της ΘΕΪΚΗΣ, της ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ, Της αναλλοίωτης, ανεξάντλητης, τέλειας, άνευ ορίων, μηδέποτε εκπιπτούσης που μεταμορφώνει και απολυτρώνει τον άνθρωπο! Της ΑΓΑΠΗΣ, του μεγαλύτερου Χαρίσματος που δίδει ο Θεός, από τα τρία που μένουν εις τους αιώνας των αιώνων (ΠΙΣΤΙΣ - ΕΛΠΙΣ - ΑΓΑΠΗ, Α΄ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ:13/1-13).


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ








             




1 ΑΚΤΙΝΕΣ: Αποχωρήστε τώρα. Μια πρόταση στους οικουμενιστές. aktines.blogspot.com/2016/9/blog-post_954.html, Γεώργιος Μηλιώτης, Εκπαιδευτικός.

2 Χριστιανισμός και ανθρωπισμός, Νικ. Βασιλειάδης, 1992, σ.464-465.
3 Χριστιανισμός και Πόλεμος, Πρωτοπρεσβυτέρου Κων. Καλλινίου, 1963, σ.18.
4 Φωνή των Πατέρων, τ. 22, Η ΑΓΑΠΗ, Οσίου Μαξίμου Ομολογητού, Ιερά μονή Παρακλήτου, Ωροπός Αττικής, 2014.
5 Τι νόημα έχει στην συνάφεια του κειμένου αυτό το ανάγκασον; Πως συνδέεται το «ανάγκασον» με το «μέγα δείπνον» του Κυρίου αφού ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανέναν και αφήνει τον άνθρωπον στην απόλυτη ελευθερία της θελήσεώς του;
«Είναι προφανές ότι το «ανάγκασον» εδώ σημαίνει το να πιέσει ένας και μόνος υπηρέτης (δούλος) όλους εκείνους τους προσκεκλημένους που είτε από αυτοσυνειδησία για την κατάστασή τους, είτε από φυσική συστολή, θα δίσταζαν να ανταποκριθούν στην πρόσκληση. Πως ένας φτωχός, ένας περιθωριοποιημένος, ένας ανάπηρος ή ένας φοβισμένος άνθρωπος να πιστέψει ότι υπάρχει μία πρόσκληση γι’αυτόν, εκεί που ούτε είχε ονειρευθεί ποτέ ότι θα μπορούσε να βρεθεί. Άρα, καλείται ο υπηρέτης εκείνος να πιέσει πείθοντας, ώστε να ξεπερασθει ό φόβος, η δειλία, η έκπληξις και η επιφυλακτικότητα…»
Πηγή: ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 11 Δεκ. 2016, αρ. φύλλου 50 (3315)
6 Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός, είναι ο «Φορέας» της ΜΙΑΣ και ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, της ΘΕΪΚΗΣ, της ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ, Της αναλλοίωτης, ανεξάντλητης, τέλειας, άνευ ορίων, μηδέποτε εκπιπτούσης που μεταμορφώνει και απολυτρώνει τον άνθρωπο! Όχι της κοσμοπολίτικης και Ψευτοανθρωπιστικής/ψευτοδημοκρατικής αγάπης-απάτης, που υποδουλώνει τον άνθρωπο και τον μεταμορφώνει σε θηρίον.
7 Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέει:
'Όπως ο Θεός, καθώς είναι από την φύση του αγαθός και απαθής, αγαπά όλους εξ ίσου, αφού είναι δημιουργήματά του, αλλά δοξάζει τον ενάρετο, που καρπώνεται την βοήθεια Του, κι’ εκείνον που αποτυγχάνει στην πνευματική του προσπάθεια, τον ελεεί, εξ αιτίας της μεγάλης ευσπλαχνίας του, και τον διδάσκει μέσα από δυσκολίες στη ζωή αυτή πως να επιστρέψει, έτσι και ο άνθρωπος, που έχει αγαθό νου κι έχει απομακρυνθεί από τα πάθη, όλους τους ανθρώπους τους αγαπά, τους ενάρετους για την φύση τους (επειδή είναι εικόνες Θεού) και την αγαθή τους πρόθεση, κι εκείνους, που αποτυγχάνουν στην πνευματική τους προσπάθεια, για την φύση τους (επειδή είναι εικόνες Θεού) κι επειδή τους συμπονά γιατί ζουν μέσα στην άγνοια και το σκοτάδι." (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: "Περί Αγάπης λόγος", 25).

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ-ΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ/ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ  ΑΓΑΠΗ
«Ἀγάπη πού δέν ἔχει στοιχεῖα σωτηρίας
εἶναι πλάνη τοῦ διαβόλου»
Γέρων Ἐφραίμ ἐν Ἀριζόνᾳ


ΜΕΡΟΣ 25ο
ΙΒ. Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ-ΑΠΑΤΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ (Συνέχεια 24ου μέρους) 1

      3. Η Αγάπη προς τους ετεροδόξους και αιρετικούς (Συνέχεια 24ου μέρους)2

στ.  Γιατί  «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι»; (συνέχεια 24ου μέρους)
3/. Λόγω της μεγάλης Αγάπης προς τους πιστούς:
α/ Η Εκκλησία, απαγορεύοντας την συμμετοχή σε συμπροσευχές με αιρετικούς, θέλει να προφυλάξει τα μέλη της και μάλιστα τους άδολους, ακατήχητους και ασθενέστερους στην πίστη, από την πλάνη της αιρέσεως.
Ο Άγιος Νεκτάριος, για όσους εύκολα μπορεί να αλλοτριωθούν στην πίστη εξ αιτίας της συναναστροφής τους με αιρετικούς, λέγει χαρακτηριστικά: «η εξωτερική ακοινωνησία διασώζει την εσωτερική αλλοτριότητα».3
Και «εσωτερική αλλοτριότητα» ή πνευματική αλλοτρίωση έχουμε όταν ένας πιστός:
-Αμφισβητήσει ή αρνηθεί την Ευαγγελική Αλήθεια και προσχωρήσει σε εθελοθρησκεία (θρησκευτική δοξασία κατά την δοκησισοφία του) ή δαιμονική πλάνη. Με άλλα λόγια, όταν αλλοιωθεί το ορθόδοξο αισθητήριό του, είτε από αδυναμία / ακαταλληλότητα / ανομία του ποιμένος, είτε από ακατηχησία / εθελοθρησκευτικότητα/ αγνωσία του ιδίου, και πάψει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα,
-Θεωρήσει την Ορθοδοξία και την αίρεση ως ισότιμες θρησκευτικές ατραπούς που οδηγούν στον ίδιο Θεό,
-Ταυτίσει την Ορθόδοξη Πίστη με τα δόγματα και τις δοξασίες / κακοδοξίες των άλλων λεγομένων χριστιανικών ομολογιών, τουτέστιν ότι η Ορθοδοξία και οι άλλες αιρετικές ομολογίες τιμούν και λατρεύουν με τον τρόπον τους, ευαρέστως και ευσεβώς, τον Ιησού Χριστό,
-Πιστεύσει ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν Θεάνθρωπος, δεν ήταν Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, αλλά ένας αγαθός άνθρωπος, ένας Μύστης, που τελειοποιήθηκε και θεώθηκε λόγω των αγαθών πράξεών του και της επιγείου ηθικής στάσεώς του,
-Αμφισβητήσει ή αρνηθεί ότι η Μαρία και μήτηρ του Ιησού, ήταν Παρθένος πριν την σύλληψη, παρθένος όταν συνέλαβε, και παρέμεινε παρθένος μετά  την γέννηση του Ιησού. Δηλαδή όταν υποστηρίζει ότι η Μητέρα του Κυρίου ήταν Χριστοτόκος και δεν ήταν Αειπάρθενος Θεοτόκος,
-Θεωρήσει την «μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία» ως μία από τις πολλές «άλλες χριστιανικές εκκλησίες»,
-Αρνείται την ταυτοπροσωπεία του Ιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης με τον Ιησού Χριστόν της Καινής Διαθήκης.
β/ Πολλές φορές, οι συμπροσευχόμενοι με αιρετικούς Ορθόδοξοι ιεράρχες και λαϊκοί, προβάλλονται από τα ΜΜΕ/το Σύστημα ή μας φαίνεται ότι είναι αξιόλογοι θεολόγοι ή Επίσκοποι, με μεγάλη θεολογική κατάρτιση, και μας δίδουν την εντύπωση ή μας διαβεβαιώνουν οι ίδιοι, ότι είναι «δυνατοί, θερμοί και στερεοί στην πίστη» που κατά τεκμήριο, δεν διατρέχουν τέτοιο κίνδυνο «αλλοτριώσεως».4  
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει ο φόβος της πνευματικής αλλοτριώσεως ή μήπως τότε επιτρέπεται η συμπροσευχή με αιρετικούς ;
ΟΧΙ! ΟΧΙ! ΟΧΙ!,  καθ’ όσον εκτός των άλλων λόγων:
1/ Η συμπεριφορά τους αυτή, είναι βέβαιο ότι θα αμβλύνει στην συνείδηση του ποιμνίου τους «την έννοια της αιρέσεως ως όλως ασυμβιβάστου προς την Αλήθειαν της Εκκλησίας και ως προξένου ψυχικής απωλείας …Εάν οι ποιμένες της Εκκλησίας υιοθετήσουν μίαν συγκριτιστικήν στάσιν έναντι της αιρέσεως, το … ποίμνιον θα απωλέση την ομολογιακήν του ευαισθησίαν και ευκόλως θα υποπέση εις την αίρεσιν».5  
2/ Η αντίθετη με τους Ιερούς Κανόνες συμπεριφορά του ποιμένος  «καν μη τα εκείνων (των αιρετικών) φρονή, αλλά γε πολλοίς σκανδάλου δίδωσιν αφορμήν και υπόνοιαν καθ’ εαυτού»,6 καθώς και «δια το λογίζεσθαι τούτον τοις απίστοις ομόφρονα».7  
Μία τέτοια, εσφαλμένη έστω, εντύπωση ότι ο Επίσκοπος ή ο θεολόγος είναι «τοις απίστοις  ομόφρων», ότι συμφωνεί και ανέχεται την αίρεση ή δεν ορθοτομεί «τον λόγον της αληθείας», γίνεται αφορμή για την «αλλοτριότητα» των πιστών και τότε … «ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται».
Αλλοίμονο στους ποιμένες που με απρόσεκτες, αυθαίρετες, πολύ περισσότερον με άνομες και σκόπιμες ενέργειές τους, σκανδαλίζουν τον πιστόν λαόν και κλονίζουν την εμπιστοσύνη του στην εκκλησιαστική Ιεραρχία!
Όταν μάλιστα οι καταστάσεις οξυνθούν και οι παραβάσεις των Ιερών Κανόνων γίνουν αφορμή για σχίσμα στο σώμα του Χριστού8, τότε ο «δυνατός ορθόδοξος», αλλά απρόσεκτος ή άφρων/άνομος  εκείνος ποιμένας, δεν έχει την αποκλειστική ευθύνη; 
ζ. Αγάπη και Οικουμενισμός9
1/ Γενικά
Από τις αιρέσεις, που εμφανίστηκαν στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας μας, η πιο επικίνδυνη, είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού, όπως την χαρακτήρισε σύγχρονος άγιος της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Και τούτο δεν είναι υπερβολή αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του, ότι στις άλλες κατά καιρούς εμφανισθείσες αιρέσεις ο διάβολος προσπάθησε να διαστρέψει ορισμένα δόγματα ή κανόνες της Εκκλησίας, ενώ τώρα στην περίπτωση του Οικουμενισμού έχουμε κάτι το μοναδικό. Όχι μόνο εμφανίζεται μια σωρία αιρετικών θεωριών, αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, επιχειρείται η ανατροπή συλλήβδην ολοκλήρου της Ιεράς Παραδόσεως:
«Σκοπός του Αντιδίκου εις την εποχήν μας δεν είναι απλώς να νοθεύσει και εξασθενήσει το ‘Πηδάλιον’ της Παγκοσμίου Ολκάδος, αλλά να το αχρηστεύσει και πλήρως να το εξουδετερώσει. Και η προσπάθεια αύτη καθίσταται εξόχως επικίνδυνος εκ της χρησιμοποιουμένης προς επίτευξιν του στόχου αυτού μεθόδου, συνισταμένης εις την επίκλησιν και διαστροφήν του ευγενεστέρου, αγιωτέρου και σημαντικωτέρου περιεχομένου της εν Χριστώ Αποκαλύψεως, ήτοι της αγάπης και της ενότητος, προς συντριβήν της μοναδικής αυθεντικής οδού και μεθόδου πραγματοποιήσεώς των εις τον βίον της Εκκλησίας, της Ιεράς δηλαδή Παραδόσεως και δη του Ιερού Πηδαλίου».10
2/ Πως πρέπει να εκδηλούται η αγάπη των Ορθοδόξων Χριστιανών απέναντι στους Οικουμενιστές;
Οι αληθώς ορθόδοξοι Χριστιανοί όταν διαπιστώνουν ανομίες, αντι-αγιογραφικές βλασφημίες και αντι-Πατερικές αυθαιρεσίες, από τους εξακολουθούντες να συμμετέχουν στους φαρισαϊκούς «διαλόγους αγάπης» και τις συμπροσευχές-συλλειτουργίες με αιρετικούς και αλλοδόξους, υποχρεούνται να υπενθυμίζουν με πραγματική αγάπη, προς κάθε εχέφρονα και άδολο αιρετικό, ετερόδοξο και ομόδοξο οικουμενιστή (ρασοφόρο ή λαϊκό), και να αποδεικνύουν με Πατερικά και Αγιογραφικά κείμενα, ότι:
α/ Οι αιρέσεις υπήρξαν πάντοτε ο μεγαλύτερος εχθρός στην ζωή της Εκκλησίας, το πιο επικίνδυνο όπλο του διαβόλου, του προαιωνίου αντιδίκου και αντιπάλου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Τούτο μαρτυρεί η μακραίων υπερδισχιλιετής ιστορική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διότι δια της αιρέσεως,  ο διάβολος πολεμεί την Εκκλησία εκ των έσω, με δόλο και απάτη, ύπουλα και παραπλανητικά, χρησιμοποιώντας ως όργανά του τους αιρετικούς, οι οποίοι εμφανίζονται ως γνήσιοι ποιμένες, «εν ενδύμασι προβάτων», στην πραγματικότητα όμως είναι «λύκοι άρπαγες»  ( ΜΑΤΘ:7/15).
β/ Οι συνάξεις των ακολουθούντων αιρετικές ομολογίες, δεν είναι Εκκλησίες.
Όλες οι συνάξεις των λεγομένων «Χριστιανικών ομολογιών», πλην της Ορθοδόξου τοιαύτης δεν συνιστούν Εκκλησίες, αλλά αιρετικές παρασυναγωγές. Τέτοιες παρασυναγωγές είναι των Μονοφυσιτών, Παπικών, Παλαιοκαθολικών, Αγγλικανών και των άλλων Προτεσταντικών Παραφυάδων.
Η αντίληψη ότι, «θα πρέπει να αποφεύγεται ο χαρακτηρισμός «αίρεση» (για τους Παπικούς, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και Προτεστάντες), είναι τελείως εσφαλμένη και ξένη προς την Ορθόδοξο πίστη και παράδοση. Είναι επίσης ανιστόρητη και αντι-θεολογική η αιτιολογία της παραπάνω αντιλήψεως, δηλαδή ότι:
«Οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι Παλαιοκαθολικοί, οι  Αγγλικανοί και οι Προτεστάντες, δεν έχουν καταδικασθεί υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας δι’ επισήμου εκκλησιαστικής πράξεως ως αιρετικοί, κατά προφανή εφαρμογήν της αρχής της εκκλησιαστικής οικονομίας, διό και είναι αβάσιμοι οι υπό τινών αποδιδόμενοι εις αυτούς χαρακτηρισμοί ως αιρετικών, αφού μόνον η Εκκλησία δύναται να χαρακτηρίζει δι’ επισήμου εκκλησιαστικής πράξεως τα εκτός των ορίων αυτής υφιστάμενα χριστιανικά σώματα ως αιρετικά ή ως σχισματικά»11
Αντιθέτως, πλήθος Ορθοδόξων Συνόδων έχουν καταδικάσει τον Παπισμό ως αίρεση. Αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένες:
Την Σύνοδο του 879/880 στην Κωνσταντινούπολη, επί Μεγάλου Φωτίου. Η Σύνοδος αυτή, που στην συνείδηση της Εκκλησίας θεωρείται ως η Η΄ Οικουμενική, επειδή σ’ αυτήν συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των Πατριαρχείων καθώς και του Ορθοδόξου Πάπα Ιωάννη Η΄ της Ρώμης (872-882)  και οι αποφάσεις της έγιναν ομόφωνα αποδεκτές, καταδίκασε ως αιρετική την διδασκαλία του Filioque.
«..Ταύτα δε ποιήσασα, και εν τη στ΄ και ζ΄ πράξει αυτής ορθώς και ευσεβώς ορίσασα, ίνα το άγιον Σύμβολον της Πίστεως μένη ακαινοτόμητον, και απαρασάλευτον εις τον αιώνα, και κατ’εκείνου οπού ήθελε τολμήσει να προσθέσει, ή να αφαιρέσει τι επ’αυτού, φρικτά αναθέματα εκφωνήσασα, και τους παρόντας τρεις κανόνας εξέδωκεν……τους οποίους άπασα η καθ’ ημάς αγία Εκκλησία ως γνησίους εδέχθη και δέχεται, καθώς οι επεξηγηταί των ιερών Κανόνων κοινώς άπαντες δηλούσι και βεβαιούσι, και δη και αυτό το Νομικόν του Φωτίου».12
Η σύνοδος του Μ. Φωτίου το 879/880 είναι εκείνη που:
(1) Ακύρωσε την Σύνοδο του Ιγνατίου (869/870),
(2) Αναγνώρισε την Εβδόμη (787), προσθέτοντάς την στις προηγούμενες 6 Συνόδους,
(3) Αποκατάστησε την ενότητα στην ίδια την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και τις Εκκλησίες της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης – ενότητα που είχε διασπαστεί από την αυθαίρετη παρέμβαση των παπών της Ρώμης στην ζωή της Ανατολικής Εκκλησίας, ειδικά μέσω της Συνόδου του Ιγνατίου, και
(4) Κατέγραψε την κανονική και θεολογική βάση για την ένωση της Εκκλησίας στην Ανατολή και την Δύση, μέσω του Όρου της.
Δυστυχώς η διδασκαλία του Filioque. επεκράτησε ως επίσημη διδασκαλία του Παπισμού, από τις αρχές του 11ου αιώνος (1014) μέχρι σήμερα. Η καταδίκη αυτή ισχύει κατ’  επέκτασιν και για τις αιρετικές ομολογίες των Προτεσταντών, επειδή και αυτές αποδέχονται την αιρετική αυτή διδασκαλία.
Ο Παπισμός, αποδεχόμενος εκ των υστέρων, μετά από έναν αιώνα και πλέον, μια αιρετική διδασκαλία, που είχε ήδη καταδικάσει μαζί με τα άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, αυτοαναιρείται και αυτοκαταδικάζεται ως αίρεση. Πέραν τούτου όλες οι επόμενες Ορθόδοξοι Σύνοδοι, όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδοι του 1170, 1341, 1450, 1722, 1838, 1895, απερίφραστα καταδικάζουν τον Παπισμό ως αίρεση.13
Επίσης, εκτός από τον Μέγα Φώτιο, όλοι οι μετά το σχίσμα του 1054 άγιοι, όπως ο άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς κ.α.,14 ομόφωνα καταδικάζουν τον Παπισμό ως αίρεση.
«…μήπως η Ορθόδοξη Εκκλησία έπαψε από το 787 μ.Χ. να αυτοπροσδιορίζεται και να αντιδιαστέλλεται από την πλάνη, το ψέμα και την αίρεση; Η άποψη αυτή δεν οδηγεί σε αυτοαναίρεση της Ορθοδόξης Εκκλησιολογίας; Τι θα συμβεί, αν αυτή η συλλογιστική, ότι, επειδή για τον Παπισμό, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά τον 9ο αιώνα, δεν έχει αποφανθεί κάποια Οικουμενική Σύνοδος, κανένας Ορθόδοξος και μάλιστα υπεύθυνος ποιμένας, δεν έχει το δικαίωμα να τον χαρακτηρίζει ως αίρεση, την επεκτείνουμε και σε άλλες αιρέσεις; Διερωτώμαι για τους Ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά, τους Μορμόνους, τους Πεντηκοστιανούς, τους τηλευαγγελιστές  κ.ο.κ., ποιά Οικουμενική Σύνοδος έχει αποφανθεί; Ή μήπως και αυτοί δεν είναι αιρετικοί»;15
Με βάση τα παραπάνω, οι συνάξεις των Παπικών καθώς και των αποσχισθεισών από τον Παπισμόν προτεσταντικών παραφυάδων, έπαψαν να αποτελούν εκκλησίες, έπαψαν να εκπροσωπούν τοπικώς την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και έκτοτε συνιστούν συναγωγές και παρασυναγωγές αιρετικών.
γ/ Η αίρεση δεν είναι ένα απλό πρόβλημα προς συζήτηση, αλλά διαστροφή της Αληθείας.
Μέσα στην νοοτροπία σκέψεως των Οικουμενιστών, εντάσσεται και η θεώρηση των αιρέσεων όχι ως διαστροφή της αλήθειας, που οδηγεί στην απώλεια, αλλ’ ως δήθεν προβλημάτων προς συζήτηση και επίλυση μέσα σε πνεύμα αγάπης και αλληλεγγύης. Αυτή η θεώρηση απηχεί την αιρετική θεωρία του δογματικού μινιμαλισμού, σύμφωνα με την οποία οι δογματικές πλάνες των αιρετικών σχετικοποιούνται και υποβιβάζονται στο επίπεδο των προβλημάτων, ώστε να παύσουν να αποτελούν φραγμό στην πορεία προς την ποθητή ένωση.
Παρεμφερής και παράλληλη προς την νοοτροπία αυτή, που απηχεί την ίδια αιρετική θεωρία είναι και η θεώρησή τους, ως μία μεγάλη ποικιλία θεολογικών και εκκλησιολογικών παραδόσεων, ως διαφορετικές διατυπώσεις της ιδίας πίστεως, ή ως θεολογούμενα, δηλαδή ως θέματα, για τα οποία δεν έχει αποφανθεί ακόμη επίσημα η Εκκλησία.16
Όμως, η συνείδηση της Εκκλησίας κατενόησε την αίρεση ως το φοβερότερο όλων των κακών, ως την αρρωστημένη εκείνη κατάσταση, που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην απώλεια, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του Αποστόλου Πέτρου: «και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας» ( Β΄ ΠΕΤΡ: 2/ 1).
Στην ίδια γραμμή με τον Απόστολο, κινούνται και όλοι οι Πατέρες. Ο Μέγας Βασίλειος στον Α΄ Κανόνα του παρατηρεί ότι «αιρέσεις (ωνόμασαν οι παλαιοί) τους παντελώς απερρηγμένους και κατ’ αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους».17
Ο άγιος Αθανάσιος στην 39η εορταστική του επιστολή ονομάζει τους αιρετικούς «νεκρούς» πνευματικά, ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον πρώτο του λόγο Περί εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, τους ονομάζει όργανα του διαβόλου, ο οποίος «διά της εκείνων (των αιρετικών) γλώττης τον οικείον κατά της ιεράς Εκκλησίας επαφήκεν ιόν», άλλοι δε Πατέρες αποδίδουν σ’ αυτούς  στα αντιαιρετικά τους συγγράμματα, διαφόρους άλλους χαρακτηρισμούς (ακαθάρτους, αντιπάλους Χριστού, ιεροσύλους και αμαρτωλούς, αντικειμένους τω Χριστώ τουτέστι πολεμίους και αντιχρίστους κ.λ.π.)
δ/  Ο Θεολογικός Διάλογος με τους Παπικούς, χωρίς μάλιστα την οριστική και αμετάκλητη καταδίκη της Ουνίας, είναι ανωφελής και επιζήμιος, συνιστά υποκρισία και απάτη.
Οι ορθοδοξίζοντες οικουμενιστές απαλείφουν στα κείμενά τους και παρασιωπούν στις ομιλίες τους τις ουσιαστικές πλευρές του Οικουμενισμού, που καταδεικνύουν ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς των αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Μικτές Επιτροπές σε θέματα δογματικά, που σε τελική ανάλυση οδήγησαν και οδηγούν σε ανομία και προδοσία της πίστεως.
Τούτο για παράδειγμα συνέβη με όσα οι άθλιοι ψευτο-Ορθόδοξοι υπέγραψαν στο κοινό κείμενο της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου κατά την Ζ΄ Γενική Συνέλευσή της τον Ιούλιο του 1993 στο Balamand του Λιβάνου, όπου ο Παπισμός αναγνωρίζεται ως αδελφή Εκκλησία (!!!) με έγκυρα μυστήρια και αποστολική διαδοχή, προτού ακόμη συζητηθούν οι πάμπολλες αιρετικές διδασκαλίες του.
Παρασιωπά επίσης τις ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις, που έγιναν στο ακανθώδες θέμα της Ουνίας, κατά την παραπάνω Συνέλευση.
Η επιτευχθείσα καταδίκη της Ουνίας στο Freising του Μονάχου το 1990, ανετράπη με τις νεώτερες αποφάσεις στο Balamand, όπου πανηγυρικά αθωώθηκε και επί πλέον οι Ουνίτες απέκτησαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στον διάλογο με εκπροσώπους της.
Νέα εξέτασις του θέματος της Ουνίας κατά την Η΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής το 2000 στην Βαλτιμόρη των ΗΠΑ καταλήγει σε ναυάγιο, χάρη στην πεισματώδη επιμονή των Παπικών να περισώσουν το εκκλησιαστικό σχήμα της Ουνίας και την προσηλυτιστική της δράση. Η συνέχεια των γεγονότων απέδειξε, ότι η Ρώμη κατώρθωσε έντεχνα να ακυρώσει νέα επανεξέταση του θέματος της Ουνίας, αφού γι’ αυτήν πλέον το θέμα είχε λήξει με όσα συνεφωνήθησαν και υπεγράφησαν στο Balamand. Και ενώ θα περίμενε κανείς οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να παραμείνουν πιστές και συνεπείς:
-Με τις αποφάσεις της Γ΄ Πανορθοδόξου Συνόδου, όπου διεκηρύχθη ότι «Ουνία και διάλογος είναι ασυμβίβαστα ταυτοχρόνως»18 και
-Με όσα διεκήρυξαν δια των προκαθημένων των τον Μάρτιο του 1992 στο «Μήνυμά» τους ότι «δεν μπορεί να προχωρήσει ο Θεολογικός Διάλογος με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν δεν επέλθη συμφωνία επί του ζητήματος της Ουνίας»19 και να διακόψουν οριστικά τον διάλογο μετά την αποτυχία της Βαλτιμόρης,
Δυστυχώς, ο διάλογος συνεχίστηκε το 2006 στο Βελιγράδι με άλλη θεματολογία.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποδείχθηκε ασυνεπής και διαψεύσθηκε με όσα εδήλωσε στον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β΄ κατά την επίσκεψή του στο Βατικανό τον Ιούνιο του 1995, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε θα δεχθή το εκκλησιαστικό σχήμα της Ουνίας.
Εκείνο, όμως, που προξενεί πολλή οδύνη και λύπη είναι η ενέργειά του να προσφέρει στον Ουνίτη επίσκοπο των Αθηνών, Δημήτριο Σαλάχα τον Μάϊο του 2008 ένα άγιο Ποτήριο ως συμβολικό δώρο,20 με το οποίο απέδειξε στην πράξη, ότι όχι μόνο αμνηστεύει, αλλά και πανηγυρικά αναγνωρίζει την Ουνία.
Ένα από τα οδυνηρά αποτελέσματα των λεγομένων «διαλόγων της Αγάπης» είναι η λήξη, ουσιαστικώς, του θέματος της Ουνίας με θριαμβευτική νίκη των Παπικών, αφού κατώρθωσαν, αφ’ ενός μεν να συνεχιστεί ο Διάλογος, παρά τις φαρισαϊκές δηλώσεις του Πατριάρχη Βαρθολομαίου το 1995, αφ’ ετέρου δε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η προσηλυτιστική δράση της Ουνίας στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Πέραν τούτου, οι πολιτικές εξελίξεις στην ομόδοξη Σερβία απεκάλυψαν για μια ακόμη φορά ξεκάθαρα το ψεύδος και την υποκρισία του Πάπα. Με λόγια και  διακηρύξεις, ομιλούσε περί αγάπης, ενώ ύπουλα και δόλια ενεθάρρυνε και ενίσχυσε τα γεωπολιτικά σχέδια των μεγάλων δυνάμεων (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, ΗΠΑ), για την συρρίκνωση της Σερβίας και την ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου, του λίκνου της Σερβίας, και συνευδόκησε στους βομβαρδισμούς της Ορθόδοξης Σερβίας το 1999.
Επιβαλλόμενα Συμπεράσματα:
-Οι  κατ’ ευφημισμόν «διάλογοι Αγάπης» είναι ανωφελείς, παραπλανητικοί και επιζήμιοι δια τους πιστούς και την Ορθοδοξία γενικώτερα (βλέπε και ΙΒ3δ1/, μέρος 24ο),
-Οι μέχρι τώρα πράξεις των Παπικών και λοιπών αιρετικών στο διεθνές στερέωμα, σε βάρος της Ορθοδοξίας και των Ορθοδόξων λαών, αποδεικνύουν περίτρανα, τον φαρισαϊσμόν των αιρετικών με πρωταγωνιστές τους Παπικούς, στο θέμα της Αγάπης, και την απάτην του Οικουμενισμού με την συνθηματολογία περί δήθεν, Παγκόσμιας Ειρήνης και αδελφοσύνης (Αγαπολογία).
3/ Υπάρχουν μυστικές συμφωνίες μεταξύ «ορθοδόξων» και αιρετικών;
Όλα τα μέχρι τώρα αναφερθέντα ιστορικά στοιχεία, αρκετά και αξιόπιστα, αποδεικνύουν ότι ο  πολυδιαφημιζόμενος «Διάλογος της Αγάπης», που έχει ήδη μετασχηματισθεί, σε διαθρησκειακό Διάλογο, είναι μια καλοστημένη ΑΠΑΤΗ, για αφελείς, άδολους και ακατήχητους και ένα θέατρο εντυπώσεων, όπου παίζεται το ίδιο έργο για την παγκόσμια αγαπολογία, από καλώς μεταμφιεσμένους θεατρίνους (ρασοφόρους και λαϊκούς) απευθυνομένους εκτός των άλλων, σε άκρατους ορθολογιστές και μωροφιλόδοξους πάσης ηλικίας και ιδεολογίας.
Εάν όμως, υπάρχουν ακόμη άπιστοι και θεωρούν ότι τα παρουσιασθέντα επιχειρήματα, δεν είναι αρκετά και πειστικά ας  ακούσουν και τα χειρότερα:
Οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές της καθ’ ημάς Ανατολής, παρασιωπούν τις μυστικές συμφωνίες Ρώμης-Φαναρίου για την επίτευξη της ενώσεως, παρά τις υπάρχουσες χαοτικές-αγεφύρωτες Δογματικές διαφορές, όπως αυτές απεκαλύφθησαν εκ των υστέρων.
Προς τον σκοπόν αυτόν, έχει εκπονηθεί ένα καλά μελετημένο σχέδιο του Βατικανού, το οποίον σταδιακά εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία με τους Οικουμενιστές του Φαναρίου, μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η τελεία ένωση Ορθοδοξίας και Παπισμού, η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, θα είναι κατά τα πρότυπα των Ουνιτικών Εκκλησιών της Ανατολικής Ευρώπης.
Το σχέδιο αυτό αποκαλύπτουν εκκλησιαστικές προσωπικότητες, που έλαβαν μέρος σε Διαχριστιανικούς Διαλόγους και ασχολήθηκαν εις βάθος με αυτούς. Ένας εξ αυτών, ο μακαριστός καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης παρατηρεί:
«Ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ και οι περί αυτόν Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι εξεπόνησαν εν καλώς μελετηθέν ευρύτατον πρόγραμμα ρωμαιοκεντρικού Οικουμενισμού, σύμφωνον προς την Λατινικήν Εκκλησιολογίαν».21
Έτερος από τους παλαιότερον συμμετασχόντας στους διαχριστιανικούς διαλόγους, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, σημειώνει:
«Εκείνοι (ΣΣ: Οι ψευτο-ορθόδοξοι Λατινόφρονες) εσχεδίασαν και εχάλκευσαν με κρυφές συμφωνίες την ένωση, χωρίς να ενημερώνουν όλα τα μέλη της αντιπροσωπείας, για να μην υπάρχουν αντιδράσεις, όπως δεν ενημερώνεται σήμερα ο πιστός λαός και δεν αντιλαμβάνεται γι’ αυτό, ότι η ένωση γίνεται ήδη σταδιακά, έχει προχωρήσει ουσιαστικά με συμπροσευχές, συλλεί-τουργα και αμοιβαία εκκλησιαστική αναγνώριση, εις τρόπον ώστε το κοινό Ποτήριο, όταν έλθη επισήμως, να αποτελεί απλώς μία επισφράγιση και επικύρωση της γενομένης ήδη ενώσεως».22
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός σε πλήρη συμφωνία με τους παραπάνω παρατηρεί:
«Από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αυτής της πορείας, με τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου (1961 και 1963) και μια σειρά προσωπικών του ενεργειών (όπως η περίφημη συνάντησή του με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα το 1964) και παρά τις αντιδράσεις κυρίως του Αθηνών Χρυσοστόμου Β΄, το καθορισμένο σε συνεργασία με το Βατικανό σχέδιο, προωθήθηκε και επεβλήθη, οδηγώντας στην κατάσταση των ημερών μας».23
Ο μαχητικός ιεράρχης αείμνηστος Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης επισημαίνει: «Η ένωσις, η ψευδοένωσις, έχει αποφασισθή. Έχει αποφασισθή εις μυστικά διαβούλια Ανατολής και Δύσεως, διαβούλια πολιτικής, οικονομικής και θρησκευτικής φύσεως, ων εγκέφαλος ο Πάπας!...Συντελείται εις βάθος και έκταση προδοσία, την οποίαν δεν δυνάμεθα να φαντασθώμεν»!24
Ο Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος επισημαίνει ότι «οι αδελφοί Ρωμαιοκαθολικοί εμμέσως ή αμέσως αφήνουσι να εννοηθεί, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δύναται να ενωθεί μετά της Ρωμαιοκαθολικής δι’ ενός είδους ενώσεως ομοίου ή παραλλήλου προς εκείνο το οποίον υφίσταται μεταξύ αυτής και των εκκλησιαστικών ομάδων των Ουνιτών».25
Εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας τα όσα ο Πατριάρχης Αθηναγόρας απεκάλυψε τον Αύγουστο του 1971: «το ’65 εσηκώσαμεν το σχίσμα, εις την Ρώμην και εδώ, με αντιπροσώπους μας εκεί και αντιπροσώπους εκείθεν εδώ…»,26 αλλά και την πλήρη ευθυγράμμιση των διαδόχων του, Δημητρίου και Βαρθολομαίου, με την γραμμή, που αυτός εχάραξε, συμπεραίνουμε ότι, τουλάχιστον για το Φανάρι, σχίσμα πλέον δεν υφίσταται και η ένωση των Εκκλησιών ήδη έγινε, αλλά δεν είναι ακόμη ‘τελεία’».27
Τελεία ένωση, το βδέλυγμα της Ερημώσεως, θα γίνει όταν θα φθάσουμε πλέον στο κοινό Ποτήριο.
Πρώτο βήμα προς την ένωση αυτή, υπήρξε η άρση των αναθεμάτων μεταξύ Ρώμης και Φαναρίου τον Δεκέμβριο του 1965. Επακολούθησε η πλήρης αμοιβαία εκκλησιαστική αναγνώριση Ορθοδοξίας και Παπισμού ως «Αδελφών Εκκλησιών» το 1993 στο Balamand. Εκείνο τώρα που απομένει είναι η αποδοχή αυτής της συμφωνηθείσης ενώσεως από τον πιστό λαό του Θεού, εφ’ όσον επιλυθεί το ακανθώδες θέμα του Πρωτείου.
Η καθιέρωση του «Διαλόγου της Αγάπης», μιας μακράς δηλαδή περιόδου από το 1965 έως το 1980, που προηγήθηκε του Θεολογικού Διαλόγου, εντάσσεται μέσα στο άριστα μελετημένο σχέδιο που εκπονήθηκε από τους αρχιτέκτονες της ενώσεως, Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ και τον αρχιμασώνο Πατριάρχη Αθηναγόρα, κατά την συνάντησή τους στα Ιεροσόλυμα, τον Δεκέμβριο του 1964.
Ο «Διάλογος της Αγάπης», «αποσκοπούσε στην κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία με την δημιουργία κλίματος καλών σχέσεων και φιλίας. Επινοήθηκε ακόμη η παροχή οικονομικών ενισχύσεων προς τους Ορθοδόξους, με υπερτονισμό της αγάπης και παραμερισμό της σημασίας των δογματικών αληθειών της πίστεως… ώστε να αποδυναμωθεί κάθε διάθεση μαρτυρίας και ομολογίας. Επινοήθηκαν επίσης οι ανταλλαγές επισκέψεων των προκαθημένων Ρώμης και Φαναρίου, οι επιστροφές αγίων λειψάνων από την πλευρά του Βατικανού ως ένδειξη φιλίας προς τους Ορθοδόξους, οι συμπροσευχές και κοινές διακηρύξεις περί ‘αδελφών Εκκλησιών’, για την δημιουργία ψεύτικων εντυπώσεων και τετελεσμένων γεγονότων».28
Μεθοδεύτηκε λοιπόν η έναρξη του θεολογικού διαλόγου, όχι από τα διαιρούντα αλλά από τα ενούντα, κάτι ξένο προς την Ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα καλλιεργήθηκε το πνεύμα της «αμοιβαίας αναγνωρίσεως» για την δημιουργία ψευδαισθήσεων ενότητος και ταυτότητος πίστεως. Το πνεύμα αυτό μόλις διακρίνεται στα πρώτα κείμενα της Μικτής Επιτροπής, για να φανεί πλέον ξεκάθαρα και με κάθε επισημότητα στο κοινό κείμενο της Ζ΄ Συνελεύσεως του Balamand.
Με το κείμενο αυτό, Παπικοί και «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές, κάνοντας ένα θεαματικό άλμα και παρακάμπτοντας πλήθος αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού, φθάνουν ξαφνικά στο σημείο να αναγνωρίσουν αλλήλους ως πλήρεις και αληθείς «αδελφές Εκκλησίες», με έγκυρα μυστήρια, με ταυτότητα πίστεως, με αποστολική διαδοχή και διά τούτο «από κοινού υπευθύνους διά την τήρησιν της Εκκλησίας του Θεού εν τη πιστότητι προς την θείαν οικονομίαν, ιδιαίτατα ως προς την ενότητα» (παράγρ. 13 και 14), πράγμα που συνιστά πραγματική προδοσία της Ορθοδόξου πίστεως.29
Τι προκύπτει από τα προαναφερθέντα;
Εκτός από την απίστευτη ανομία, τον φαρισαϊσμό και την απάτη των Ορθοδοξιζόντων οικουμενιστών ιεραρχών, οι οποίοι με την θέλησή τους ή λόγω πάσης φύσεως εκβιασμών που πιθανόν να υφίστανται, συμμετέχουν στους φαρισαϊκούς διαλόγους τής κατ’ ευφημισμόν αγάπης, καθίστανται συνυπεύθυνοι για ένα μεγαλύτερο έγκλημα:
Οι ορθόδοξοι οικουμενιστές ιεράρχες, δρώντες εν κρυπτώ και εν αγνοία των πιστών Ορθοδόξων, εκτός και πέραν των επισήμων θεολογικών διαλόγων, απεργάζονται Όχι την ένωση που επεκαλούντο και συνεχίζουν να επικαλούνται, αλλά την πλήρη υποταγήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αρχιαιρεσιάρχη του Βατικανού, τον Πάπα!!!
Όλοι αυτοί οι ψευτο-ορθόδοξοι οικουμενιστές, που εργάστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες και όσοι εξακολουθούν να  εργάζονται σήμερα για την επίτευξη του ανίερου στρατηγικού στόχου, της δήθεν ενώσεως, αληθώς όμως της υποταγής των Ορθοδόξων στο Ταλμουδιστοκρατούμενο Βατικανό, ας είναι ανάθεμα!!!
*
Μετά από όσα λεπτομερώς, Ιστορικώς, Πατερικώς και Αγιογραφικώς, κατά δύναμη, παρουσιάσαμε, ολοκληρώνοντας την παρουσίαση του θέματος που αναλύσαμε για την Χριστιανική/Ευαγγελική Αγάπη και την Αγαπολογία/ Απάτη των Οικουμενιστών της Νέας Εποχής,  καλούμεθα να απαντήσουμε σε μερικά επίκαιρα και θεμελιώδη ερωτήματα:
1ο/ Οι συνεχιζόμενοι διάλογοι μεταξύ Ορθοδόξων, ετεροδόξων και αλλοδόξων για την διαθρησκειακή ένωση, με πρόσχημα την Αγαπολογία του Οικουμενισμού, αποτελούν ή όχι λειτουργική-εκκλησιολογική–δογματική εκτροπή από την Ορθοδοξία και επιζήμια διαδικασία-σκάνδαλον/κίνδυνον για τον πιστόν Ορθόδοξον λαόν;
2ο/ Δεν έχουν αντιληφθεί οι συμμετέχοντες από πλευράς Ορθοδόξων (Πατριάρχ-ης/-ες, επίσκοποι, ιερείς, θεολόγοι, κλπ), μετά από τόσες δεκαετίες άκαρπων διαλόγων, ότι απώτερος σκοπός του Αγαπολογικού Οικουμενισμού, μέσω και των διαλόγων, συμπροσευχών, συλλειτουργιών, είναι η καθυπόταξη της Ορθοδοξίας στον Παπισμό του αρχιαιρεσιάρχη Πάπα;
Εάν όχι, είναι τόσον αφελείς; Τότε είναι ακατάλληλοι για ποιμενάρχες και ιεροκήρυκες.
Εάν ναι, τότε γιατί συνεχίζουν; Γιατί δεν καταγγέλουν την ΑΠΑΤΗ και δεν αποχωρούν οριστικώς; Μήπως πιστεύουν και λατρεύουν αποκρύφως άλλον «θεόν»;
3ο/ Με το σκεπτικό που έχουμε προαναφέρει και αποδείξει, δηλαδή ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν αναζητούν την Αλήθεια αλλά Την κατέχουν, πρέπει να σιωπούμε, να παραμένουμε άλαλοι ή να βροντοφωνάζουμε, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος την Αλήθειαν, καταγγέλοντες τους πάσης φύσεως ενσυνείδητους ή ασυνείδητους αποστάτες-προδότες της άπαξ παραδοθείσης Ορθοδόξου Πίστεως;
«᾿Εντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα... Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ». (῾Οσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 1321)

                                                                                                Ακολουθεί το τέλος








1 Αδαμάντιος Τσακίρογλου, Τα δύο προσωπεία της αγαπολογίας και ο σύγχρονος άνθρωπος 16 Φεβρουαρίου 2016
-ΛΟΓΟΙ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΔΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΠΑΣΔΕΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «Εμείς και άλλοι …και» κατά του π. Γ. Τσέτση. Οικουμενικά ανάλεκτα.
2 "ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις. "ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟ-ΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ. Αίθουσα Τελετών Α.Π.Θ. 20-24 Σεπτεμβρίου 2004. ΤΟΜΟΣ Β΄, Εκδόσεις ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ [Γέρων Μωϋσής Αγιορείτης].
3 Αγ. Νεκταρίου, περί Ανεξιθρησκείας, σ. 20.
4 Αγ. Ιωάννου Κλίμακος, Λόγος  ΛΑ΄ προς ποιμένα, παρ. 65.

5 μ. Γέροντος Καψάνη Γεωργίου, Η αίρεσις, το σχίσμα και η ενδεικνυομένη προς τους αιρετικούς και σχισματικούς ποιμαντική στάσις, σ. 160

6 Ζωναράς, ερμηνεία στον Ο΄ Αποστολικό Κανόνα, PG 137, 181ΒC
7 Βαλσαμών, ερμηνεία στον ΟΑ΄ Αποστολικό Κανόνα, PG 137, 181D
8 Προσφώνηση του Σεβ. Μητροπολίτου Καλαβρύτων προς τον Καρδινάλιον Walter Kasper (Αθήνα, 11.2.2003), εις  περ. Θεοδρομία, Ζήση Θεοδώρου.  Ανησυχητικές εξελίξεις, 5 (2003), σ. 281.
9 Κριτικές επισημάνσεις και παρατηρήσεις στο βιβλίο του Aθανασίου Μπασδέκη «Εμείς και οι άλλοι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι άλλες Εκκλησίες και ομολογίες. Τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει». Υπό των Αρχιμ. Παύλου Δημητρακοπούλου και πρεσβ. Αγγέλου Αγγελακοπούλου, κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, 3η Σεπτεμβρίου 2012. Πηγή: www. impantokratoros. gr/5FAFE757.el.aspx
10 ΚΩΝ/ΝΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, Καθηγητής Θεολ. Σχολής  Πανεπιστημίου Αθηνών, Οικουμενική Κίνησις, Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, εκδ. Ορθόδοξος Τύπος, Αθήναι 1972, σ. 11.
11 ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ, Το ζήτημα της συμπροσευχής μετά των ετεροδόξων κατά τους ιερούς κανόνας, εν: Γρ. Λαρεντζάκη, Κων. Σκουτέρη, Βλ. Φειδά, Η συμπροσευχή με τους ετεροδόξους κατά την Ορθόδοξη θεολογική παράδοση, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 143
12 Πηδάλιον της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας,Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού, Αθήναι, 1993, σ.361-362.
13 Πρεσβ. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Η συμπροσευχή με αιρετικούς, Προσεγγίζοντας την κανονική πράξη της Εκκλησίας, εκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 40-42.
14 Ό.π., σσ. 33-36.
15 Ό.π., σσ. 44-45
16 Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Η Ορθοδοξία μπροστά στη θύελλα του συγχρόνου Προτεσταντικού και Παπικού Οικουμενισμού, Πειραιάς 2011, σελ. 34.
17 Πηδάλιον, Α΄ Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, σ. 587.
18 Ιωάννης Καρμίρης, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, τ. ΙΙ, Αθήναι 1965, σ. 38.
19  «Μήνυμα των Προκαθημένων των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών»,  Επίσκεψις 447 (1992).
20 Δημοσίευμα εφημερίδος Ελεύθερος Τύπος, 26.5.2008.
21 Ιωάννης Καρμίρης, Όπως υποσ. 17, σ. 170.
22 π. Θεόδωρος Ζήσης, περ. Θεοδρομία (Σεπτέμβριος 2006), σ.460.
23 Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον,  σ. 1.
24 Σπίθα (Μάϊος-Ιούνιος 1980).
25 Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος-Γεράσιμος Ζαφείρης, «Ορθοδοξία και Ρωμαιο-καθολικισμός. Ο αρξάμενος Θεολογικός διάλογος. Γεγονότα και σκέψεις», Θεολογία 53 (1982) 77.
26 Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Ομότιμου Καθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείο, σελ. 4
27 Όπως ανωτέρω---Κατά την Λατινική Εκκλησιολογία υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ενώσεως των ετεροδόξων με την Παπική («Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»).
28 Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Η Ορθοδοξία μπροστά στη θύελλα του συγχρόνου Προτεσταντικού και Παπικού Οικουμενισμού, Πειραιάς 2011, σ. 88.
29 O.π. σ. 88-89.