Σάββατο 7 Μαΐου 2016

ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ:
Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 1



«… Κι απ’ τη Χρυσή την Πύλη, σαν αρχάγγελος, τρανός αφέντης, ρήγας, αυτοκράτορας, εμπήκε μεσ’ την Πόλη, στην Αγιά Σοφιά. 2
Και χύνεται ο ήλιος της κορώνας του κι ανθίζει η Ρωμιοσύνη σαν τα λούλουδα και χάνεται ο Φράγκος σαν την καταχνιά!» (Κ. Παλαμάς)
          
ΜΕΡΟΣ 2ο

Β. ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΟΙ ΛΑΟΙ (ΡΩΜΑΙΟΙ – ΛΑΤΙΝΟΙ - ΣΑΒΙΝΟΙ-ΕΤΡΟΥΣΚΟΙ) 


Το αρχαίο Λάτιον και οι γειτονικοί λαοί

1. Η διάκριση Ρωμαίων και Λατίνων 3
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν είχαν φυλετική σχέση με τους αρχαίους Λατίνους. Η διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων είναι αρκετά τεκμηριωμένη, και είναι μεγάλο σφάλμα, που ενέχει δόλο και σκοπιμότητα, να ταυτίζονται σήμερα, Ρωμαίοι και Λατίνοι, από ξένους και δικούς μας ιστορικούς. Στην αρχαίαν ρωµαϊκήν ιστορίαν καταγράφονται τα εξής:
Ενώ οι Ρωµαίοι είχαν αρχικήν προελληνικήν προέλευση, στην συνέχεια κατά την ιστορικήν περίοδον, ανεμίχθησαν με Λατίνους, Ετρούσκους και Σαβίνους καθώς και διάφορα άλλα βαρβαρικά φύλα, αγνώστου ή εικαζομένης προελεύσεως, με αποτέλεσμα στις ανάμεικτες λαϊκές μάζες, να επικρατήσει  το λατινικόν στοιχείον, ως αποδεικνύεται από την κατ' αρχήν, επικρατήσασαν αλλ' όχι µόνην, δημώδη λατινικήν γλώσσαν των Ρωµαίων. Ως ήταν φυσικόν, αρκετές λατινικές πόλεις συµπεριελήφθησαν τελικώς εις το πολιτικόν σύστηµα της Ρώµης, µε πλήρη πολιτικά δικαιώµατα, αφού οι κάτοικοί τους έγιναν πλέον Ρωµαίοι. Παρά ταύτα, πολλές άλλες λατινικές πόλεις όχι  µόνον δεν έγιναν ρωµαϊκές, αλλά και αντέδρασαν εις την ρωµαϊκήν επικράτειαν, γενόµενες σφοδροί και επικίνδυνοι εχθροί των Ρωµαίων.
Οι Ρωμαίοι, δεν είχαν ως αποκλειστική τους γλώσσα τα Λατινικά. Σίγουρα, τα Λατινικά χρησιμοποιήθηκαν, για να προσεγγίσουν τους Λατίνους και να τους χρησιμοποιήσουν για τα σχέδια τους..Οι Ρωμαίοι ήταν διγλωσσοι. Ομιλούσαν Λατινικά και Ελληνικά.Τα Λατινικά επεκράτησαν σε διάφορες περιόδους, κυρίως για πολιτικούς λόγους (προσπάθεια αφομοιώσεως των Λατίνων και χρησιμοποιήσεώς τους).
Μεταξύ των ετών 350 και 270 π.Χ. ιδρύθησαν αµιγείς ρωµαϊκές αποικίες από την Ετρουρίαν µέχρι την Καµπανίαν. Κατά την περίοδον αυτήν έχοµεν σαφή διάκριση µεταξύ ρωµαϊκών και λατινικών αποικιών της Ρώµης. Μετά όµως, το 183 π.Χ. οι Ρωµαίοι απηγόρευσαν εις τους Λατίνους να συµµετέχουν στην περαιτέρω ίδρυση και λειτουργίαν αποικιών.
Κατά παράκληση των λατινικών πόλεων αλλά και κατά το ιδικόν τους θέληµα, απέσυραν οι Ρωµαίοι το 187 π.Χ. το δικαίωµα από τους εις την Ρώµη διαβιούντας Λατίνους, να αποκτήσουν την ρωµαϊκήν ιθαγένειαν ή υπηκοότητα,  εκτός εάν είχαν απογόνους εις τον τόπον της προελεύσεως τους. 
Εντός των πλαισίων αυτού του πνεύµατος, απηγορεύθη το 126/5 π.Χ. η είσοδος των Λατίνων εις την Ρώµην.
Κατά την διάρκειαν του προαναφερθέντος πολέµου του 91-83  π.Χ. µεταξύ Ρωµαίων και Λατίνων, οι Ρωµαίοι έδωσαν υπηκοότητα εις τους παραµείναντας πιστούς Λατίνους,  αλλά δεν έδωσαν  µαζί μ’ αυτήν πραγµατικόν δικαίωµα ψήφου. Επί πολύν καιρόν επεκράτει εις την ρωµαϊκήν νοµοθεσίαν η διάκριση µεταξύ Ρωµαίων υπηκόων και Λατίνων υπηκόων. 
Η λατινική υπηκοότης ήτο γνωστή ως  «Λατίνιτας» (Latinitas) 4  και εθεωρείτο κατωτέρα της ρωµαϊκής, δηλαδή της «Ρωµάνιτας» (Romanitas) 5  
Πάντα τα ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι η Ρώµη ως πόλις -  κράτος, δεν εταυτίζετο ποτέ, ούτε  µε τους Λατίνους ούτε µε την λατινικήν γλώσσαν και δια τον λόγον αυτόν, το 92 π.Χ. έκλεισαν οι Ρωµαίοι τα λατινικά σχολεία της Ρώµης, δια να υποχρεώσουν την φοίτηση των ρωμαιοπαίδων στα ελληνικά σχολεία.
∆ηλαδή δεν ήταν µόνον η έλξις προς την ελληνικήν γλώσσαν και τον ελληνικόν πολιτισµόν, η οποία συνετέλεσεν εις την ελληνοποίηση της Ρώµης,  αλλά και η ανωτέρω, συντόμως περιγραφείσα, διάκριση και διαφορά µεταξύ Ρωµαίων και Λατίνων.
Με την ανάπτυξη της Ρώμης ως Ρωμαϊκού κέντρου, ήταν φυσικό αρκετές λατινικές πόλεις να συμπεριλήφθούν τελικά στο πολιτικό σύστημα της Ρώμης, αφού οι κάτοικοί τους έγιναν πλέον Ρωμαίοι.
Οι Ρωµαίοι δεν είχαν λατινικήν εθνικήν συνείδησιν αλλά ρωµαϊκήν. Δεν ήσαν Λατίνοι. Ήσαν Ρωµαίοι. Εκλαϊκευμένα σήμερα θα απεκαλούντο Ρωμηοί.  Πολύ περισσότερον, οι Λατίνοι δεν είχαν Ελληνική συνείδηση. Έτσι εξηγείται πως επεκράτησεν, οι Φράγκοι του  µεσαίωνος να λέγονται υπό των εν Ανατολή Ρωµαίων «Λατίνοι». ∆ηλαδή οι εν Νέα Ρώµη ηµέτεροι, συνήθιζαν ως φαίνεται, να δίδουν εις νεωτέρους εχθρούς, ονόµατα αρχαίων εχθρών.
Επίσης φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι/Ρωµηοί, ωνόµασαν τους Φράγκους, Λατίνους,  διότι τους εθεωρούσαν ως κατωτέρους των Ρωµαίων.  Αγράµµατοι όντες και αγνοούντες την ρωµαϊκήν παράδοσιν, οι Φράγκοι, ευχαρίστως εδέχθησαν το όνοµα Λατίνος, νοµίζοντες,  ότι είναι ταυτόν µε το Ρωµαίος.
Παρ’ όλα  αυτά, πολλές άλλες λατινικές πόλεις όχι μόνο δεν έγιναν ρωμαϊκές, αλλά και αντέδρασαν στην ρωμαϊκή επικράτεια και έγιναν σφοδροί και επικίνδυνοι εχθροί των Ρωμαίων. Αντίθετα, μετά την κατάληψη της υπόλοιπης Ελλάδος από τους Έλληνες Ρωμαίους, (δηλ. απο το 146 μ.Χ. και μετά),  ελαχίστη αντίσταση υπήρξε, δείγμα πως οι υπόλοιποι Ελληνες δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπόδουλους.
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι, ουδέποτε επεχείρησαν να εκλατινίσουν και να «εκπολιτίσουν» τους υπόλοιπους Έλληνες, απλούστατα διότι ήταν οι ίδιοι Έλληνες κατά την γλώσσα, την παιδεία, την καταγωγή και τον πολιτισμό, πριν κατακτήσουν τους υπόλοιπους Έλληνες, όπως αποδείξαμε στο οικείον κεφάλαιον (Η καταγωγή των αρχαίων Ρωμαίων).
     Η διάκριση αυτή μεταξύ Λατίνων και Ρωμαίων, φαίνεται στην φράση που υπεβλήθη εις τον επίσκοπον Ιωάννην του Κίτρους της Μακεδονίας κατά τα τέλη του ιβ΄ αιώνος:
«Θάπτονται ρθόδοξοι Ρωμαοι ν λατινικας κκλησίαις ψαλλόμενοι παρά τέ Ρωμαίων καί Λατίνων ν ταυτ καί Λατίνοι δέ ποθνήσκοντες, σαύτως ψάλλονται μού παρά Ρωμαίων καί Λατίνων διακρίτως. πιτίμιον στιν, ο;».
Κατά τον ίδιον αιώνα, τον ιβ΄ ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών περί μικτού γάμου μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων γράφει τα εξής: «και σημείωσαι, ότι κατά τον παρόντα κανόνα, ως έοικεν, αναγκάζει το μέρος της εκκλησίας τούς Λατίνους εξόμνυσθαι, θέλοντας γυναίκας λαβείν εκ της Ρουμανίας (ΣΣ: Ρωμανίας)».
2. Λατίνοι 6
    Οι Λατίνοι ανήκαν στους λεγόμενους πρωτο-ιταλικούς λαούς, που διείσδυσαν στην Ιταλική χερσόνησο, προερχόμενοι από την κεντρική Ευρώπη, γύρω στο 1200 π.Χ. σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη.
  Κατά τον Ησίοδο 7 ο Λατίνος, επώνυμος των Λατίνων, ήταν υιός του Οδυσσέως και της Κίρκης, προφανώς μετά τα Τρωϊκά. Πριν από τον Κατακλυσμό, στην περιοχή του Λατίου είχαν εγκατασταθεί Αρκάδες με τον Εύανδρο, Κρήτες, Βοιωτοί, Αθηναίοι κ.ά. Στο νοτιότερο άκρο της χώρας, κοντά στα σύνορα με την Καμπανία, ήταν το όρος Κιρκαίο και μία πολίχνη με ιερό της Κίρκης και βωμό της Αθηνάς. 8
   Οι Λατίνοι όταν εγκαταστάθηκαν στην εύφορη περιοχή ανατολικά του ποταμού Τίβερη, στο Λάτιον (Latium), έκτισαν τους οικισμούς τους (βλ. Χάρτη). Στα βορειοδυτικά, πέρα από τον Τίβερη, όπου εγκαταστάθηκαν οι συγγενείς τους Φαλίσκοι, εκτεινόταν η Ετρουρία, η χώρα των πολιτιστικά ανώτερων Ετρούσκων, που θα επιβληθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα στους Λατίνους, τους οποίους όμως θα εκπολιτίσουν. Στα νοτιοανατολικά, ήταν η χώρα των ισχυρών Ουόλσκων (Volsci), βόρεια από αυτούς ήσαν εγκατεστημένοι οι Έρνικοι (Hernici) και ακόμη βορειότερα οι Αίκουοι (Aequi), ενώ στα ανατολικά τους οι Μαρσοί (Marsi), Ομβρικά φύλα (βλ. λήμμα Όμβροι ή Ούμβροι), σύμφωνα με σύγχρονες απόψεις [βλ. Cambridge Ancient History, (C. A. H.) 1970, Vol. IV σελ. 702-703].
         Ακριβώς βορειότερα από το Λάτιο, άρχιζε η επικράτεια των Σαβίνων, των θρυλικών προγόνων των Σαμνιτών (ή Σαυνιτών), που ομιλούσαν μια οσκο-ουμβρική διάλεκτο. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με παλαιότερες απόψεις (βλ. M. Grant: History of Rome – London 1979, σελ. 38-39), αυτά τα γειτονικά φύλα των Λατίνων ομιλούσαν Οσκικές διαλέκτους.
Οι σπουδαιότερες πόλεις-κράτη του αρχαίου Λατίου γύρω στο 500 π.Χ.

Οι Λατινικές πόλεις θα συμπήξουν από τον 5ο αιώνα π.Χ. μια Ένωση, ένα «Κοινόν» θρησκευτικού χαρακτήρα, την Λατινική Συμπολιτεία (League), την οποία παραδοσιακά αποτελούσαν 30 κοινότητες, μία από τις οποίες ήταν και η Ρώμη. Το θρησκευτικό κέντρο αυτής της Ομοσπονδίας ήταν το Ιερό του Λατίνου Γιούπιτερ – Iuppiter/Jupiter Latiaris (ο υπέρτατος θεός τους, αντίστοιχος με τον Δία των Ελλήνων), στο όρος Αλβανόν (Monte Albanum), όπου συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο οι εκπρόσωποι των Λατινικών κοινοτήτων.
Η Άλβα Λόγκα (Alba Longa), κτισμένη στις πλαγιές του όρους Άλβανον, σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρει ο Βιργίλιος, θεωρείται η μητρική πόλη της Ρώμης (που απείχε περίπου 20 χλμ. ΒΔ) και η ηγέτιδα δύναμη της περιοχής από τον 10ο μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ., οπότε υπέκυψε στην ισχύ των ρωμαϊκών όπλων και καταστράφηκε, σύμφωνα με την παράδοση (βλ. Διόδ. Σικελ. Η΄ απόσπ. 25), από τον Ρωμαίο βασιλέα Τούλλο Οστίλιο (Tullus Hostilius, 672-640 π. X.).
Ο Στράβων αναφέρει (Ε΄ ΙΙΙ. 2) κάποιες παραδόσεις για τους Λατίνους, οι οποίοι, σύμφωνα με αυτές, πήραν το όνομά τους από τον βασιλιά των Αβοριγίνων (=αυτοχθόνων), τον Λατίνο, ο οποίος συμμάχησε με τον Αινεία και τους συντρόφους του, εναντίον των Ρουτούλων. 9
Ο Αινείας τότε θα γίνει βασιλεύς των Αβοριγίνων, που κατοικούσαν στην περιοχή όπου αργότερα θα ιδρυθεί η Ρώμη και προς τιμήν του Λατίνου θα ονομάσει τους υπηκόους του Λατίνους. Μετά τον θάνατο του Αινεία, θα τον διαδεχθεί ο γιος του, ο Ασκάνιος, ο οποίος θα ιδρύσει την Άλβα Λόγκα.
Η παρακμή της ετρουσκικής ισχύος θα έχει ως αποτέλεσμα το τέλος της επικυριαρχίας τους στο Λάτιο μετά τις αλλεπάλληλες ήττες τους, αρχικά το 524 π.Χ. από τους Έλληνες άποικους της Κύμης με επικεφαλής τον Αριστόδημο και στην συνέχεια το 504 π.Χ. και την συντριπτική τους ήττα στην Αρίκια (Aricia, βλ. παραπάνω Χάρτη) από τις συνδυασμένες δυνάμεις των Ρωμαίων και του Αριστόδημου της Κύμης, που θα νικήσουν τον πολυάριθμο στρατό του Ετρούσκου Λαρς Πορσέννα. 10
Τελικώς οι Ρωμαίοι θα συνάψουν μια Συνθήκη με τις υπόλοιπες Λατινικές πόλεις στην βάση της ισοτιμίας, και θα εντάξουν στο Πάνθεόν τους την λατρεία των θεϊκών Διδύμων Κάστορος και Πολυδεύκη (οι Διόσκουροι της ελληνικής μυθολογίας), που λατρεύονταν στο Τούσκουλο.
Μετά όμως από μια σειρά γεγονότων και ιστορικών συγκυριών που συνέβησαν στην διάρκεια του β΄ μισού του 4ου αιώνα π.Χ. οι Λατίνοι, θα υποταχθούν στην Ρώμη και θα απορροφηθούν στην επικράτειά της. Συγκεκριμένα:
Οι Ρωμαίοι θα νικήσουν τους Σαμνίτες (343 π.Χ.), και θα τους εκδιώξουν από την Καμπανία, αλλά στην συνέχεια θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα, καθώς οι στρατιώτες τους θα στασιάσουν (342 π.Χ.) αρνούμενοι να πολεμήσουν σε μια ξένη περιοχή. Οι Λατίνοι, είχαν αρχίσει να τηρούν εχθρική στάση προς την Ρώμη, όταν αντιλήφθηκαν ότι τυχόν απόσπαση εδαφών από την Καμπανία και προσάρτησή τους στην ρωμαϊκή επικράτεια, θα είχε ως αποτέλεσμα την περικύκλωσή τους.
Έτσι, με τις πρώτες στρατιωτικές αποτυχίες των Ρωμαίων βρήκαν την ευκαιρία και το θάρρος να απαιτήσουν αναθεώρηση των συνθηκών με την Ρώμη και επάνοδο στο παλαιό καθεστώς της ισοτιμίας, μεταξύ Ρώμης και των υπολοίπων Λατινικών πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, η ρωμαϊκή Σύγκλητος θα απορρίψει αμέσως αυτές τις προτάσεις και ο πόλεμος με την Λατινική Συμπολιτεία θα ξεσπάσει το 341 π.Χ.
Ο πόλεμος αυτός υπήρξε ο σκληρότερος σε μια σειρά πολεμικών συγκρούσεων που θα ακολουθήσουν, αλλά η Ρώμη θα ακολουθήσει μια μακρόπνοη στρατηγική σε συνδυασμό με επιδέξιους διπλωματικούς ελιγμούς με στόχο την διάσπαση και αποδυνάμωση των αντιπάλων της.
Οι Λατίνοι θα αναγκασθούν τελικώς να υποταχθούν στους Ρωμαίους, κυρίως μετά από την βαριά ήττα που υπέστησαν μαζί με τους Καμπανούς συμμάχους τους, στο Τριφάνον (Trifanum), το 340 π.Χ. και μετά την συνθηκολόγηση των Καμπανών, οι πόλεις του Λατίου θα υποκύψουν η μία μετά την άλλη. Η Λατινική Συμπολιτεία τελικώς θα διαλυθεί το 338 π.Χ.11


Οι Ρωμαίοι θα συμπεριφερθούν με ιδιαίτερη διπλωματική συμπεριφορά απέναντι στους Λατίνους, αποφεύγοντας κάθε εκδικητική ενέργεια. Οι πολίτες ορισμένων πόλεων θα λάβουν τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ενώ στις υπόλοιπες πόλεις δεν θα χορηγηθούν μεν πλήρη δικαιώματα, αλλά θα αποκτήσουν μια νέα σχέση με την Ρώμη, με την δημιουργία για πρώτη φορά ενός νέου τύπου πολιτικών δικαιωμάτων «άνευ ψήφου» (civitas sine suffragio).
Οι Λατίνοι σύντομα θα απορροφηθούν πλήρως εντός του ανερχόμενου ρωμαϊκού κράτους, το οποίο μέσα σε τρεις αιώνες θα κυριαρχήσει στον τότε γνωστό κόσμο.
Όπως και άλλες πόλεις της Μεσογείου του Ελληνιστικού κόσμου, η Ελληνική Ρώμη ήταν «πολυφυλετική», απαρτιζόμενη από 3 κύρια φύλα: Τους Ετρούσκους, τους Έλληνες (Ρωμαίους) και τους Λατίνους. Οι δύο πρώτοι ήταν σχεδόν αποκλειστικά στις τάξεις των πατρικίων και οι τρίτοι αποτελούσαν την λαϊκή τάξη.
Ο μύθος ότι οι Ρωμαίοι ήταν Λατίνοι, γεννήθηκε από παρερμηνεύσεις νεόκοπων, νεοπατρικίων, νεο-συγκλητικών του 1ου αιώνα π.Χ. (π.χ. Κάτων) που έπασχαν από το σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι των παλαιών οικογενειών πατρικίων.
Οι παλιές οικογένειες, κυρίως Ετρουσκικής και κατά δεύτερο λόγο Ελληνικής (Ρωμαϊκής) προελεύσεως, με εκλατινισμένα ονόματα μεν, αλλά με πρώτη γλώσσα - όντως περιέργως! - τα Ελληνικά, ποτέ δεν έκαναν λόγο ανοιχτά για «Λατινική» καταγωγή, αλλά το αντίθετο. Ανήγαγαν την καταγωγή τους στην Ελλάδα και την Ιωνία.
 Όταν εισέβαλαν λοιπόν οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα, τις συμμαχίες τους δεν τις έκαναν ως  «Λατίνοι» αλλά ως Έλληνες και αυτοί!
Η Ρώμη λοιπόν, ήταν ελληνική και ταυτοχρόνως πολυεθνική πόλη. Όπως και η Αλεξάνδρεια. Όπως και η Αντιόχεια. Έλληνες και ελληνόφωνοι στις ανώτερες τάξεις, βαρβαρόφωνοι στις κατώτερες. Ουδεμία διαφορά είχε η Ρώμη από τα Ελληνιστικά κράτη της εποχής.
Οι Έλληνες ουδέποτε και κανένα Λατίνο αγαπήσαν. Άλλωστε οι Λατίνοι, σε αντίθεση με τους Ρωμαίους, δεν είχαν Ελληνική συνείδηση.
Οι Έλληνες ήταν Ο ΜΟΝΟΣ λαός στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που δεν εισήγαγε τα λατινικά (και χάρη στους Έλληνες δεν τα εισήγαγαν και οι ανατολίτες).  Με την σταδιακή υποταγή των λαών της Ιταλικής χερσονήσου στην Ρώμη και την βαθμιαία αφομοίωσή τους, οι διάλεκτοι των λαών εκείνων, θα εξαφανισθούν προς όφελος της δημώδους Λατινικής, από την εξέλιξη της οποίας στους νεώτερους χρόνους, θα προκύψουν οι λεγόμενες Ρωμανικές γλώσσες, Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική, Πορτογαλική, Ρουμανική κ.λ.π.
3.  Ετρούσκοι.
Το όνομα των Ετρούσκων στα λατινικά κείμενα παρουσιάζεται με δύο παραλλαγές: Tusci < Tursci και Etrusci (η χώρα τους Etruria < Etrusia). Ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια ρίζα σε δυο παραλλαγές Turs- και Trus-. Το αντίστοιχο όνομα που τους έδιναν οι Έλληνες ήταν Τυρσ-ηνοί (στην αττική διάλεκτο Τυρρηνοί). Ο Ηρόδοτος ( 1/94) και οι περισσότερες ελληνικές πηγές, θεωρούσαν ότι οι Τυρσηνοί κατάγονταν από την βορειοδυτική Μικρά Ασία και ότι ήταν συγγενείς των Λυδών. Ορισμένοι από τους Τυρσηνούς ίσως συμμετείχαν και στην καταδρομική επιχείρηση των λεγόμενων Λαών της Θάλασσας στην ανατολική Μεσόγειο, αφού καταγράφονται ως Τeresh, σε αιγυπτιακά κείμενα της εποχής. 12
Χάρτης που απεικονίζει τα γεωγραφικά όρια της Ετρουρίας και την έκταση του ετρουσκικού πολιτισμού. Οι πόλεις με το αρχαίο ελληνικό όνομα, και σε παρένθεση το ετρουσκικό.

Άλλα στοιχεία που προσδιορίζουν την Μικρά Ασία ως περιοχή προελεύσεως των Ετρούσκων είναι: 13
-Στη Μ. Ασία υπάρχει το όνομα Srkastu (Λυδική), πβ. Ζεύς Συργάστης στην Βιθυνία, Surgastos (Φρυγική). Sergestus είναι ο σύντροφος του Αινεία μετά την αναχώρησή του από την Τροία για την Ιταλία.  Πβ. στην Ετρουσκική, το όνομα Sekstalus < Serkstalus.
-Το Ανδραμύττιον σύμφωνα με μια παράδοση ιδρύθηκε από τον Λυδό βασιλιά με το όνομα Έρμων. Το ίδιο όνομα έχει και ο βασιλιάς των Τυρσηνών-Πελασγών που παρέδωσε την Λήμνο στον Μιλτιάδη.
-Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Τυρσηνοί άφησαν την περιοχή τους, εξαιτίας της πείνας που ενέσκηψε. Τα αιγυπτιακά κείμενα κάνουν λόγο για αποστολές σίτου στους Χετταίους εξαιτίας μεγάλων ελλείψεων λίγο πριν την κατάρρευση της χεττιτικής αυτοκρατορίας.
-Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι της Πλακίης και της Σκυλάκης, ανατολικά της Κυζίκου, μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους Ετρούσκους. 
-O Ελλάνικος αναφέρει ότι αυτός που οδήγησε τους Ετρούσκους στην Ιταλία ήταν κάποιος Νάνας. (Πβ. Λυδικό Nannas, Χεττ. Nannaya, Nani, Λυκική neni και ο Φρύγας βασιλιάς Νάννακος).
Ο διπλός πέλεκυς, σύμβολο των Λυδών βασιλέων, απαντά και ως σύμβολο των Ετρούσκων ηγεμόνων.
-Η λατινική λέξη camillus, δανεισμένη από την Ετρουσκική, σημαίνει νεαρό αγόρι ευγενούς καταγωγής που βοηθά σε ιερές τελετές. Ο Βάρρων ετυμολογούσε την λέξη από το Κάδμιλος / Κάσμιλος, ο οποίος ήταν ένας από τους Καβείρους, των οποίων η λατρεία είχε ως κέντρο την Σαμοθράκη και συνδεόταν με τους Πελασγούς-Τυρσηνούς.
-Το πρόσφυμα -mn- στα ετρουσκικά ονόματα (Mastarna, Perperna, Tulumne) απαντά και στη Μικρά Ασία (Lipurna, Ticurna, Tunumna).
-Το όνομα της πόλεως των Ετρούσκων Korythos, αντιστοιχεί στο όνομα του γιου του Πάρη στην Τροία.
Ποιοι ήσαν οι Ετρούσκοι και ποία η καταγωγή τους;
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (Α', Εισαγωγή) 14, χαρακτηρίζει και τους Ετρούσκους Έλληνες, οι όποιοι μαζί με τους Λυκίους και άλλους Πελασγούς εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία.
«…Ο Οίνωτρος δε, με τον περισσότερο στρατό πέρασε στην άλλη θάλασσα, που βρέχει, τις δυτικές περιοχές κατά μήκος των ακτών της Ιταλίας, που ονομάστηκε έκτοτε Αυονική θάλασσα και αργότερα Τυρρηνική. Αύτη η περιοχή ονομάσθηκε Οινωτρία. Ο Οίνωτρος δε, γεννήθηκε 17 γενεές πριν από την τρωϊκή εκστρατεία» 15
Ο ίδιος, όπως και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Θουκυδίδης, ο Στράβων, βεβαιώνουν ότι, οι Τυρρηνοί (Ετρούσκοι) ήταν το πανάρχαιο Ελληνικό φύλο των Τυρσηνών, που από τα Τούρσα της Μ. Ασίας και άλλες περιοχές του Αιγαιακού χώρου, μετώκησε στην Ιταλία μαζί με άλλους προέλληνες-Πελασγούς. Αρχηγός των εποικησάντων την Τοσκάνη ήταν ό Τυρσηνός, γιος του Άτυος, ο οποίος ήταν γιος του Μίνωος.
Ετρούσκοι οπλίτες της Ταρκυνίας με ελληνικό οπλισμό, 4ος αι π.Χ. Ο δεξιός φέρει ένα καθ’αυτό αττικό κράνος. Ο αριστερός οπλίτης φέρει ένα μικτό φρυγο-αττικό κράνος.

Ο Στράβων αναφέρει για τους Ετρούσκους, που καταχωρίζονται από τους αρχαιολόγους ως λαός αγνώστου καταγωγής, τα εξής:
«Οι Ρωμαίοι αποκαλούν τους Τυρρηνούς Ετρούσκους και Τούσκους. Οι Έλληνες τους λένε Τυρρηνούς από τον Τυρρηνό του Άτυος, καθώς λένε, που δημιούργησε εδώ αποικίες από την Λυδία. Υπήρχε πείνα και αφορία, οπότε ο Άτυς, ένας από τους απογόνους του Ηρακλή και Ομφάλης, που είχε δυο παιδιά, έριξε κλήρο και κράτησε τον Λυδό, ενώ τον Τυρρηνό με τον περισσότερο κόσμο τους ξαπέστειλε» 16
Μας λέει λοιπόν ο Στράβων ξεκάθαρα ότι, οι Ετρούσκοι κατάγονται από την Λυδία της Μ. Ασίας, και κυβερνάτο αυτός ο λαός (οι Ετρούσκοι) από έναν βασιλέα, ο οποίος είναι απόγονος του Ηρακλέους: «Μερικοί από αυτούς (τους Πελασγούς) ήλθαν στην Ιταλία, μαζί με τον Τυρρηνό του Άτυος» (Στράβων «Γεωγραφικά», Ε', II, 4).
Στο σημείο αυτό, ο Στράβων, αναφέρεται μόνο στην Λυδία ως χώρα προελεύσεως των Ετρούσκων, και σε άλλο σημείο του έργου του μας ομιλεί για Πελασγούς εκ Λυδίας, πουθενά όμως δεν ξεκαθαρίζει ότι οι Πελασγοί Ετρούσκοι είχαν κοιτίδα την Ελλάδα.
Το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ξεκαθαρίζει ο Πλούταρχος με πλήρη σαφήνεια:
«…Τους Τυρρηνούς που είχαν έλθει από την Θεσσαλία στην Λυδία κι’ από την Λυδία στην Ιταλία…» (Ρωμύλος ,2). 
Έφθασαν λοιπόν οι Ετρούσκοι στην Ιταλία και ονομάστηκαν Τυρρηνοί, από το όνομα του ηγέτη τους Τυρρηνού, ωστόσο όμως ήσαν στην καταγωγή Πελασγοί και αυτούς οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν Ετρούσκους. 
Όλες αυτές οι γενεαλογίες ήταν κοινή πεποίθηση στην αρχαιότητα και απόλυτα ξεκαθαρισμένες και καταχωρισμένες, επομένως η άποψη των αρχαιολόγων για τους Ετρούσκους ως λαού αγνώστου καταγωγής, είναι εκ του πονηρού, την στιγμή που υπάρχει καταγεγραμμένη η ελληνική καταγωγή τους στα αρχαία κείμενα. Διαβάζουμε:
«(..) Στα νότια οι Ετρούσκοι εισέδυσαν στο Λάτιο και στην Καμπανία απο τα τέλη του 7ου και τον 6ο π. Χ αιώνα άσκησαν αποφασιστική επιρροή στην ιστορία της Ρώμης, όπου η ετρουσκική δυναστεία των Ταρκυνίων, λέγεται ότι κυβέρνησε από το 616 έως το 509 π.Χ. (...) Γύρω στο 509 π.Χ. Οι Ετρούσκοι είχαν εκδιωχθεί από την Ρώμη.» [Εγκυκλοπαίδεια Britannica, λ. «Ετρούσκοι»]
Επίσης:
«Κατα την παράδοση στα τέλη του 7ου και κατά τον 6ο αιώνα, βασίλευσαν οι Ετρούσκοι ηγεμόνες Ταρκύνιος Πρίσκος και Ταρκύνιος ο υπερήφανος και σε ένα ενδιάμεσο διάστημα ένας βασιλιάς ταπεινής καταγωγής, ο Σέρβιος Τύλλιος……. Κατά τον μύθο, ο Ταρκύνιος Πρίσκος καταγόταν από την Ταρκυνία όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του Δημαράτος, Ελληνας από την Κόρινθο. (...) Μολονότι οι Ετρούσκοι μεταμόρφωσαν την εξωτερική όψη της Ρώμης, η πόλη γενικότερα αντιστάθηκε σε μία βαθύτερη επιβολή της ετρουσκικής επιρροής.(...) Επί πλέον , όταν έληξε η ετρουσκική κυριαρχία, οι Ετρούσκοι και οι Ρωμαίοι ακολούθησαν αποκλίνουσες πορείες[Εγκυκλοπαίδεια Britannica, λ. «Ρώμη»].


Extent of Etruscan civilization and the twelve Etruscan League cities.

Σίγουρα η Ρώμη οφείλει την πολύ καλή οχύρωσή της και την στρατιωτική της πυγμή στους Ετρούσκους, που ήταν σκληροτράχηλος στρατιωτικός λαός και οι Ρωμαίοι έμαθαν τα του πολέμου απ’ αυτούς. Αργότερα η Ρώμη πολέμησε με τους Ετρούσκους και τους υπέταξε. Πάντως, παραμένει και το θέμα ότι ακόμη και ο Ετρούσκος Βασιλιάς Ταρκύνιος Πρίσκος, είχε Ελληνικές ρίζες (τελικά όποια πέτρα και αν σηκώσεις, Ελληνα θα βρεις). Άρα  ακόμα και κατά την  Ετρουσκική κυριαρχία, είχαμε ουσιαστικώς «Ελληνική» ηγεμονία στην Ρώμη.
4. Σαβίνοι 17
Η περιοχή των Σαβίνων σε χάρτη της αρχαίας κεντρικής Ιταλίας

Οι Σαβίνοι (Sabini) ήταν αρχαίος λαός της αρχαίας Ιταλίας, το τέταρτο από τα τέσσαρα σπουδαιότερα Ιταλικά φύλα. Η γλώσσα τους (Sabellic) ανήκε στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και είχε πολλές ομοιότητες με της Οσκάνης και της Ούμπρια. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι Σαβίνοι με τους Ρωμαίους είχαν πολλές ομοιότητες στην θρησκεία και την μυθολογία τους. Στην πραγματικότητα οι Ρωμαίοι πήραν τους θεούς των Σαβίνων και τους ενσωμάτωσαν στην δική τους θρησκεία. Η περιοχή που ζούσαν ήταν δίπλα στον ποταμό Τίβερη.
Για τους Σαβίνους, ο Διόνυσος ο Αλικαρνασσεύς μας λέει ότι επί βασιλείας Λυκούργου στην Σπάρτη, μια ομάδα εποίκων Λακεδαιμόνιων ήρθε στην περιοχή και ίδρυσε την πόλη Φορονία και οι Σαβίνοι προέρχονταν από αυτούς. (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Roman Antiquities, Bιβλίο 2, 49).
Ο επιφανής ιστορικός Μάρκος Τερέντιος Ρεατίνος Ουάρων (116 – 27 π.Χ.), ισχυριζόταν ότι οι Ρεατίνοι Σαβίνοι ονομάζονταν και ήταν Αρκάδες. Άλλος ιστορικός υποστηρίζει ότι ήταν Ούμπρι και άλλαξαν το όνομα τους όταν μετανάστευσαν εκεί. Ο Porcius Cato, υποστήριξε ότι το όνομα τους προέρχεται από τον Σάμπους, γιο του θεού Σάγκου.
Ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι: «Ιταλίας και Σικελίας το πλείστον Πελοποννήσιοι» [Πελοπ. Πόλεμος, Α' 12, 4 ]. Προφανώς, Ιταλία εννοεί την εκτός Σικελίας χώρα. Για τους Σαβίνους, όμως, μας πληροφορεί και ο  Πλούταρχος που επιβεβαιώνει την Σπαρτιατικήν καταγωγήν τους:
«Τώρα οι Σαβίνοι ήταν ένας πολυπληθής και πολεμοχαρής λαός και ζούσαν σε ατείχιστες πόλεις, σκεπτόμενοι ότι τους άρμοζε, αφού ήταν άποικοι Λακεδαιμόνιοι να είναι θαρραλέοι και ατρόμητοι».18
Η Μαντώ, η κόρη του Τειρεσίου, ίδρυσε την Μάντουα (Madova) και την Περουσία (Perugia). Η Πίσα (Pizza) ιδρύθηκε από τους Πισάτες της Ηλείας (Στράβων, Πλίνιος, Βιργίλιος, Κλαυδιανός).
Η Πομπηΐα ήταν ελληνική από την προϊστορική περίοδο. Αλλά και το "ρωμαϊκό" όνομά της είναι ...ελληνικό (βλ. πομπή, πομπεία, πομπείον κ.ά.).
Η Βρεττία (από τον Βρέττο, υιό του Ηρακλέους) μετονομάστηκε σε Καλαυρία τον Μεσαίωνα. Αλλά και η καινούργια ονομασία της είναι ελληνική (!) από τον Κάλαυρο, υιό του Διός, και αδελφό του Γεραίστου και του Ταινάρου (από τον οποίον ονομάστηκε το ακρωτήριον Ταίναρο).
Η Ν(ε)άπολη, προϊστορική πόλη με αρχικό όνομα Παρθενώπη, μετονομάσθηκε σε "Νέα Πόλιν" από νέους αποίκους, Αθηναίους και Χαλκιδείς τον 5ο αι. π.Χ.
Η Πάδουα (Padova), κατά τον Βιργίλιο, ιδρύθηκε από τον Αντήνορα, επιφανή Τρώα, μετά την άλωση της Τροίας. Μετά την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους, μετονομάσθηκε σε Πατάβιον.
Ο Παλλατίνος λόφος, ο αρχαιότερα κατοικημένος από τους επτά λόφους της Ρώμης, ονομάσθηκε από τον υιό του Λυκάονος, Πάλλαντα, ο εγγονός του οποίου, Εύανδρος, εγκαταστάθηκε εκεί με ολόκληρο στρατό Αρκάδων πολύ πριν "ιδρύσει" κατά τον καινοφανή ιδρυτικό μύθο των Λατίνων, την Ρώμη, ο Ρωμύλος, ο υποτιθέμενος απόγονος του Τρώα Αινεία. Είναι το αρχαίο Παλλάντιον.
Αρχαιότατο όνομα της Σικελίας, η Τρινακρία λόγω των τριών άκρων της, ή Θρινακία, από τον Θρίνακα, υιό του Ηλίου, από την Ήλιδα της Πελοποννήσου. Άλλη, επίσης αρχαιότατη ονομασία της Σικελίας, ήταν η Σικανία, από τους Σικανούς, τον "πρώτο λαό που την κατοίκησε". Αλλά ο Σικανός ήταν υιός του Ποσειδώνος (= Βριάρεω) και πατέρας των Κυκλώπων.
Φαίσολαι, η σημερινή Φλωρεντία (ελληνική πόλη, όπως αποκαλύπτει το όνομά της). Τουρίνον (Torino), η αρχαία Augusta Taurinorum. Προϊστορική ελληνική πόλη με αρχική ονομασία Ταύρος ή Ταυρίς (πρβλ. Ταυρομένιον Σικελίας, η σημ. Ταορμίνα).
5. Συμπεράσματα
 -Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες που αντλούνται από την παγκόσμια γραμματεία, περί των αρχαίων λαών της Ιταλίας, προέρχονται σχεδόν αποκλειστικώς από την μυθολογία και τις κρατούσες κατά τους ιστορικούς χρόνους παραδόσεις, η επικρατήσασα άποψη, από πολλές πηγές, επιβεβαιώνει την ελληνική καταγωγή των Ρωμαίων, Ετρούσκων και Σαβίνων. Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα αλλά και άλλους Ρωμαίους ιστορικούς, όπως ο Porcius Cato και ο Gaius Sempronius, η προέλευση των Ρωμαίων, είναι Ελληνική (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Roman Antiquities, Βιβλίο 1).
 -Όλες σχεδόν οι προχριστιανικές πηγές και άλλες του 1ου μ.Χ. αιώνος, Ρωμαϊκές ή Ελληνικές, υποστηρίζουν την Ελληνική καταγωγή των αρχαίων Ρωμαίων. Ελάχιστοι ιστορικοί της προμνησθείσης περιόδου ή μεταγενέστεροι, διετύπωσαν την άποψη περί αυτοχθονίας των Ρωμαίων, συνδέοντάς τους με το Λάτιον και τους Λατίνους.
 -Οι απόψεις τους όμως αυτές, είναι ιστορικώς αβάσιμες, υποβολιμιαίες, εκφράζουν αυθαίρετες και δοκησίσοφες ερμηνείες (περισσότερα στην προσεχή ανάλυση του ιδρυτικού μύθου της Ρώμης). Σε κάθε περίπτωση πάντως, αδυνατούν να αντικρούσουν την ιστορικώς βάσιμη και επικρατούσα μέχρι σήμερον, άποψη περί της Ελληνικής καταγωγής των αρχαίων Ρωμαίων, την οποίαν το μισελληνικόν Σύστημα εφρόντισε δια των εντεταλμένων οργάνων του, και για ευνόητους λόγους, να αποσιωπήσει.
-Από τα τέσσαρα (4) σημαντικώτερα φύλα που συγκροτούσαν το Ρωμαϊκό Βασίλειο και αργότερα την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μόνον οι Λατίνοι δεν είχαν (προ) Ελληνικές ρίζες. Άλλωστε σύμφωνα με την παράδοσή τους, οι προϊστορικοί πρόγονοί τους είχαν κατέλθει στην ιταλική χερσόνησο από την κεντρική Ευρώπη, γύρω στο 1200 π.Χ. και όχι από Ανατολάς όπως συνέβαινε με τα υπόλοιπα τρία (3) φύλα.
-Οι Ρωµαίοι δεν είχον λατινικήν εθνικήν συνείδησιν αλλά ρωµαϊκήν. Δεν ήσαν Λατίνοι. Ήσαν…Ρωµαίοι. Εκλαϊκευμένα σήμερα θα απεκαλούντο Ρωμηοί.  Πολύ περισσότερον, οι Λατίνοι δεν είχαν Ελληνική συνείδηση. Έτσι εξηγείται πως επεκράτησεν, οι Φράγκοι του  µεσαίωνος να λέγονται υπό των εν Ανατολή Ρωµαίων «Λατίνοι». ∆ηλαδή οι εν Νέα Ρώµη ηµέτεροι συνήθιζον ως φαίνεται να δίδουν εις νεωτέρους εχθρούς, ονόµατα αρχαίων εχθρών.
-Τα υπόλοιπα φύλα της αυτοκρατορίας (Ρωμαίοι, Ετρούσκοι, Σαβίνοι), δεν ήσαν απλώς ελληνοποιημένα αλλά Ελληνικής καταγωγής, γνωστά από τους κλασσικούς χρόνους με το γενικό όνομα Ρωμαίοι.
-Οι Λατίνοι μετά από την βαριά ήττα που υπέστησαν μαζί με τους Καμπανούς συμμάχους τους, στο Τριφάνον (Trifanum), το 340 π.Χ. και μετά την συνθηκολόγηση των Καμπανών, θα αναγκασθούν τελικώς να υποταχθούν στους Ρωμαίους. Η Λατινική Συμπολιτεία διελύθη το 338 π.Χ. αλλά διετηρήθη η λατινική γλώσσα στα λαϊκά στρώματα, εντός της ρωμαϊκής βασιλείας
-Οι Λατίνοι, ως Ρωμαίοι πολίτες, εκμεταλλεύθηκαν την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων, άλλοι απερροφήθησαν πλήρως εντός του ανερχόμενου ρωμαϊκού κράτους, και άλλοι δραστηριοποιήθηκαν έστω και χωρίς το δικαίωμα ψήφου (civitas sine suffragio).
-Με την σταδιακή υποταγή των υπολοίπων λαών της Ιταλικής χερσονήσου στην Ρώμη και την βαθμιαία αφομοίωσή τους, οι γλώσσες τους θα εξαφανισθούν, προς όφελος της δημώδους Λατινικής από την εξέλιξη της οποίας, στους νεώτερους χρόνους, θα προκύψουν οι λεγόμενες Ρωμανικές γλώσσες, Ιταλική, Γαλλική, Ισπανική, Πορτογαλική, Ρουμανική κ.λπ.
-Λόγω της μη Ελληνικής καταγωγής τους, ο μετέπειτα ρόλος των Λατίνων για την σταδιακή αφελληνοποίηση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων/ Ρωμηών, αρχής γενομένης από τον 3ον μ.Χ. αιώνα, θα αποδειχθεί καθοριστικός. Αυτός πιθανολογείται ότι είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους μετεφέρθη η πρωτεύουσα Ρώμη από την παλαιά θέση της, στην Ελληνική Ανατολή, στην νέα θέση (Νέα Ρώμη/ Κωνσταντινούπολη).
                                                                                            
Συνεχίζεται






1 α. Η βιβλιογραφία από την οποίαν αντλήθηκαν τα στοιχεία της παρούσης μελέτης, πλέον των πηγών που καταγράφονται σε κάθε ανάρτηση, θα παρατεθεί στο τέλος της αναπτύξεως του θέματος.
β. Οσάκις θα αναφερόμαστε στους όρους Βυζάντιον, Βυζαντινός/ Βυζαντινοί, Βυζαντινός πολιτισμός, και Βαλκάνια, Βαλκανική χερσόνησος, θα το πράττουμε κατ’ οικονομίαν, αφού οι παραπάνω όροι είναι τεχνητοί, εμβόλιμοι και ιστορικώς αβάσιμοι. Ειδικώς για τα «Βαλκάνια» σημειώνουμε τα εξής:
Ο Αίμος είναι οροσειρά στα βορειανατολικά της Ελληνικής χερσονήσου, από την οποία ονομάστηκε Χερσόνησος του Αίμου. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνος, στα διεθνή έγγραφα (επίσημες αλληλογραφίες, περιεχόμενο διμερών ή διεθνών συνθηκών, στρατιωτικά έγγραφα, κλπ) η περιοχή των σημερινών «Βαλκανίων», ανεφέρετο ως «Χερσόνησος του Αίμου». Οι νεότουρκοι και οι συστημικοί ανθέλληνες, την ονόμασαν Βαλκανική χερσόνησο και  Μπαλκάν (Βαλκάνια) και έκτοτε παραδόξως, επικράτησε διεθνώς η ανιστόρητη αυτή ονομασία.
Με την ονομασία Βαλκάνια [από την τουρκική λέξη «μπαλκάν» (balkan = όρος, ή υψηλή δασώδης οροσειρά), (αρχ. ελλ. Χερσόνησος του Αίμου)], και Βαλκανική χερσόνησος, καθιερώθηκε εσφαλμένα να χαρακτηρίζεται, περισσότερο ως πολιτικός όρος παρά γεωγραφικός, αφ’ ενός η περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης και συγκεκριμένα η τρίτη από Δυσμών προς Ανατολάς νότια χερσόνησος της Ευρώπης και αφετέρου συλλήβδην και χώρες γειτονικές που βρίσκονται εκτός των φυσικών γεωγραφικών ορίων της χερσονήσου αυτής, που από το μακρινό παρελθόν λειτούργησε και λειτουργεί ως σταυροδρόμι, μεταξύ Ευρωπαϊκής και Ασιατικής ηπείρου.
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Αίμος οφείλει το όνομα του στο αίμα του τιτάνα Τυφώνα, τον οποίο πλήγωσε ο Δίας όταν εξαπέλυσε κεραυνό εναντίον του ή από τον Αίμο, μυθικό βασιλιά της Θράκης.
2 Μετά την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας που ήταν υποδουλωμένη στους άπιστους εισβολείς και αιμοσταγείς κατακτητές, Λατίνους και Φραγκοπαπικούς, ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, εισέρχεται θριαμβευτικώς στην Πόλη, από την Χρυσεία Πύλη, στις 15-8-1261.
3 Απόσπασμα από το ε΄ κεφάλαιο «ο Ελληνικός πολιτισµός των Ρωµαίων», του μνημειώδους έργου του μακαριστού ιστορικού και θεολόγου, π. Ιωάννου Ρωμανίδου, «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», εκδ. Πουρνάρα.

4 Λατίνιτας [Latin, Alternative forms, latīnitās, Etymology Latinus ‎(of or belonging to Latium”, “Latin) +‎  -itās (“-ity”: suffix forming nouns)]: Λατινικός/Λατίνος ή λατινιστής (Εκείνος που ασπάζεται την Λατινική ιστορία που αρχίζει από το Λάτιον, μετέχει της Λατινικής παιδείας, του Λατινικού πολιτισμού και ομιλεί την Λατινική γλώσσα, κατ’ αντιδιαστολήν προς τους Romanitas). Τις τελευταίες δεκαετίες προωθείται ο Λατινισμός και η λατινική κουλτούρα, ιδιαιτέρως στους κόλπους των νεολαιών που ομιλούν τις λεγόμενες Ρωμανικές γλώσσες, από Ιουδαιοφραγκικά κέντρα (ΜΚΟ, Ιδρύματα, κλπ), με την εμφανή υποστήριξη του Ιουδαιο-φραγκοκρατούμενου Βατικανού.[The Latinitas Foundation (Latin: Opus Fundatum Latinitas) was an organisation dedicated to furthering the education of Latin and publication of the articles in the language. It was established on 30 June 1976 (Latin: die XXX mensis Iunii anno MCMLXXVI) by Pope Paul VI and was superseded by the Pontifical Academy for Latin which was established on 10 November 2012 (Latin: die X mensis Novembris anno MMXII) by Pope Benedict XVI].

5 Ρωμάνιτας (Romanitas) [Ρωμαίος, ρωμαϊκός, ρωμαϊστής]: Όρος που αναφέρεται στην ταυτότητα και ιδιοπροσωπεία του Ρωμαίου πολίτου, αποδεχομένου την Ρωμαϊκήν(Ελληνικην) παιδεία, το Ρωμαϊκόν (Ελληνικόν) πολιτισμόν και ομιλούντα βασικώς αν όχι αποκλειστικώς την ελληνικήν  γλώσσα, κατ’ αντιδιαστολήν προς τους Λατίνιτας. Αναφέρεται ιστορικώς από τον Ρωμαίο χριστιανό συγγραφέα Τερτυλλιανό, τον 3ον μ.Χ. αιώνα.[Ο Κόϊντος Σεπτίμιος Φλώρης Τερτυλλιανός (στην λατινικήν, Quintus Septimius Florens Tertullianus) ή απλά Τερτυλλιανός (155-240 μ.Χ.) ονομάζεται «Πατέρας της λατινικής (λατινόφωνης) Χριστιανικής Εκκλησίας». Υπήρξε σφοδρότατος πολέμιος των χριστιανικών αιρέσεων, και ιδιαίτερα του γνωστικισμού. Αργότερα όμως, έγινε υποστηρικτής του αιρεσιάρχου Μοντανού, ενός Φρύγιου ψευδοπροφήτη και εκστασιαζομένου, και έθεσε εαυτόν εκτός της επίσημης Εκκλησίας].
6 Από το "Λεξικό των Λαών του Αρχαίου Κόσμου" του Δ. Ε. Ευαγγελίδη, λήμμα Λατίνοι.
7 «ΘΕΟΓΟΝΙΑ» στ. 1013
8 ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ, κεφ. Ε΄, παρ. 3,6,5.
9 Οι Ρουτούλοι κατοικούσαν στην Αρδέα (Ardea), μια πόλη περίπου 30 χλμ. νοτίως της Ρώμης και στις συγκρούσεις τους με τον Αινεία και τους συμμάχους του θα ηττηθούν, αλλά ο Λατίνος θα φονευθεί σε μια μάχη. Κατά την διάρκεια του 6ου αιώνα π.χ. οι Ρωμαίοι κατέλυσαν το βασίλειο των Ρουτούλων και από τότε έγιναν αναπόσπαστο τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους. Πηγές:Nicholas Hammond, Howard Scullard.Dizionario di antichità classiche. Milano, Edizioni San Paolo, 1995, p.1836-1836.---  Hazlit, William. The Classical Gazetteer(1851), p. 297. ---- "The Geography of Strabo", published in Vol. II of the Loeb Classical Library Edition, 1923, Book V, Chapter 3.
10 Lars Porsena (Etruscan: Pursenas; sometimes spelled Lars Porsenna), was an Etruscan king known for his war against the city of Rome. He ruled over the city of Clusium (Etruscan: Clevsin). There are no established dates for his rule, but Roman sources often place the war at around 508 BC.
11 Λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο βιβλίο του Grant, M.: History of Rome,  σελ. 47-49.
12 Στην ετρουσκική παράδοση ως σημαντικότατη προσωπικότητα θεωρούνταν ο Tarchon, από τον οποίο πήρε το όνομά της η ετρουσκική πόλη Ταρκυνία. Οι μελετητές επισημαίνουν την ομοιότητα του ονόματος με αυτό του σημαντικότερου θεού της Μικρά Ασίας της Εποχής του Χαλκού, του Tarhunt, από τον οποίο πήρε το όνομά της η Tarhuntassa, η δεύτερη σημαντικότερη πόλη των Χετταίων μετά την πρωτεύουσα Χαττούσα. Ο Tarhunt ήταν θεός του κεραυνού, ενώ για τον Tarchon λεγόταν ότι μπορούσε να απομακρύνει τους κεραυνούς. Ήταν αδερφός του Τυρσηνού, αρχηγός των Ετρούσκων στο ταξίδι για την Ιταλία και βασιλιάς τους κατά τον Βιργίλιο.
13 heterophoton.blogspot.com/2014/09/blog-post_10.html 10 Σεπ 2014Σταύρος Γκιργκένης,Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014
14 Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (Αλικαρνασσός, γύρω στο 60 π.Χ. – μετά το 7 π.Χ.) ήταν Έλληνας ιστορικός και δάσκαλος της ρητορικής, ο οποίος ήρθε σε ακμή κατά την διάρκεια της βασιλείας του Καίσαρα Αυγούστου. Πήγε στην Ρώμη μετά το τέλος των εμφυλίων πολέμων, και πέρασε είκοσι δύο (22) χρόνια σπουδάζοντας την λατινική γλώσσα και λογοτεχνία και προετοιμάζοντας το υλικό για την ιστοριογραφία του.
Στην διάρκεια αυτής της περιόδου παρέδιδε μαθήματα ρητορικής, κι απολάμβανε τιμές μεταξύ της υψηλής κοινωνίας της εποχής. Η ημερομηνία θανάτου του παραμένει άγνωστη. Κατά κοινή υπόθεση, είναι πρόγονος του Αιλίου Διονυσίου του Αλικαρνασσέως.
Το σπουδαιότερό του έργο, με τον τίτλο «Ρωμαϊκή ρχαιολογία», καλύπτει την ιστορία της Ρώμης από την μυθική εποχή, μέχρι τις αρχές του Α' Καρχηδονιακού Πολέμου. Διαιρέθηκε σε είκοσι τόμους, από τους οποίους οι πρώτοι εννέα διασώζονται ολόκληροι, ο δέκατος και ο ενδέκατος σχεδόν ολόκληροι, και οι υπόλοιποι τόμοι σε σπαράγματα σε αποσπάσματα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και μιας επιτομής που ανακάλυψε ο Angelo Mai σε χειρόγραφο του Μιλάνου. Τα πρώτα τρία βιβλία του Αππιανού, καθώς και του Βίου του Καμίλλου του Πλουτάρχου, επίσης δανείζονται πολλά από το Διονύσιο.
Τα βιβλία του αρχαίου ιστορικού Διονύσιου Αλικαρνασσέα 60π.Χ-7μ.Χ Ρωμαϊκή Αρχαιολογία Ι και Ρωμαϊκή Αρχαιολογία ΙΙ, τεκμηριώνουν την ελληνικότητα της Ρώμης.
15 Διονύσιος Αλικαρνασεύς, "Ρωμαϊκή Αρχαιολογία Ι, 11, 2-3".
16 Στράβων, «Γεωγραφικά», Ε, II, 2.
17 Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς,Roman Antiquities, Βιβλίο 1,
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς,Roman Antiquities, Bιβλίο 2, 49
Πατριδογνωσία, τ. 84, σελ. 3041-3043, 21 Σεπτεμβρίου 2003
18 «Βίοι» , Ρωμύλος, XIV. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου