Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ:
Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 1




«… Κι απ’ τη Χρυσή την Πύλη, σαν αρχάγγελος, τρανός αφέντης, ρήγας, αυτοκράτορας, εμπήκε μεσ’ την Πόλη, στην Αγιά Σοφιά.2
Και χύνεται ο ήλιος της κορώνας του κι ανθίζει η Ρωμιοσύνη σαν τα λούλουδα και χάνεται ο Φράγκος σαν την καταχνιά!» (Κ. Παλαμάς)

ΜΕΡΟΣ 34ο

     ΙΑ. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ-ΑΡΝΗΤΕΣ και ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ (Συνέχεια 33ου μέρους)3

Υπερασπιστές/Θησαυροφύλακες και μάρτυρες της Ρωμηοσύνης4
2. Γεώργιος Καραϊσκάκης5
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος ήταν Ελληνόψυχος Ρωμηός επαναστάτης, σπουδαίος αρματολός και στην συνέχεια στρατηγός της Επαναστάσεως του 1821. Στις 24 Νοεμβρίου 1826, επετέθη στην Αράχωβα εναντίον των Τουρκαλβανών υπό τον Μουσταφάμπεη και επέτυχε σημαντική και ιστορική νίκη. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 1.300 περίπου νεκροί και 200 αιχμάλωτοι. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο ίδιος ο Μουσταφάμπεης. Οι ελληνικές απώλειες ήταν 4 νεκροί και 9 τραυματίες.6
Στη μάχη της Αράχωβας, οι Έλληνες νίκησαν ανέλπιστα, πιστεύοντας ότι τους βοήθησε ο Άγιος Γεώργιος. Ο Καραϊσκάκης αρχίζει την αναφορά του ως εξής: «Δια της δυνάμεως και βοηθείας του Υψίστου Θεού, πέμπομεν τας χαροπάς αγγελίας περί της λαμπράς νίκης εις Ράχωβαν». Καθώς διηγούνται οι γέροντες της Αράχωβας, «ο καπετάν Καραϊσκάκης ανταριαζότανε, μήπως χάνανε τον αγώνα, γι’ αυτό διέταξε να προσευχηθούμε όλοι στον Αϊ Γιώργη». Μετά την νίκη, εκφράζοντας ευλαβικά τις ευχαριστίες του στον Άγιο Γεώργιο, του αφιέρωσε ένα κανόνι από τα λάφυρα της μάχης.
Η σημασία της μάχης εκείνης ήταν καθοριστική για την έκβαση της Επαναστάσεως, που μετά την πτώση του Μεσολογγίου «έπνεε τα λοίσθια». Ο Σουλτάνος είχε εκμεταλλευθεί την πτώση του ηθικού των Ελλήνων και εξαπέλυσε «φιρμάνι στους Ρωμηούς», να προσκυνήσουν, να παραδώσουν τα όπλα τους και θα τύχουν γενικής αμνηστίας.
Ανάμεσα στα κεφάλια των σκοτωμένων που έφεραν οι αγωνιστές στον Καραϊσκάκη, ήταν και των δύο Τούρκων αρχηγών του Κεχαγιάμπεη και του Μουσταφάμπεη. Μα κουβάλησαν ακόμα τα παλικάρια κι έναν γραικύλο που πιάσανε ανάμεσα στους Τούρκους, τον Τάτση Μαγγίνα. «Αυτός απήρχετο πολιτικός άρχων», γράφει ο Σπηλιάδης, «διορισθείς εις τας επαρχίας της Δυτικής Ελλάδος υπό του Κιουταχή, συνοδευμένος, με τον Μουστάμπεη και τα υπ’ αυτόν στρατεύματα, ν' αγρυπνεί και συμβουλεύει τους υποτεταγμένους, να μένωσι πιστοί ραγιάδες του Σουλτάνου και να καταπείσει όσους τυχόν ήθελαν αποστατήσει να προσκυνήσουν».
Ο γραικύλος αυτός, όργανο του εγκάθετου αγγλόδουλου  Μαυροκορδάτου, ήταν ένας απ' όσους με φανατισμό προσπάθησαν και πέτυχαν αργότερα να κατηγορηθεί ο Καραϊσκάκης ως προδότης! Όταν ο νικητής της Αράχωβας, είδε να του τον φέρνουν μπροστά του, πετάχτηκε πάνω:
-Ήθελες εσύ, πουλημένο τομάρι στον Κιουτάγια, να με βγάλεις εμένα προδότη. Σε κρατώ τώρα και σε κάνω ό,τι θέλω. Μα όχι, χαμένο κορμί, δε θα λερώσω τα χέρια μου παίρνοντας τη ζωή σου. Και δίνοντάς του μια σπρωξιά του λέει: «Θα σε στείλω στην Κυβέρνηση κι αυτή ας σε τιμωρήσει όπως σου αξίζει».
Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος του Καραϊσκάκη,  αλλά και δείγμα της μεγαλοψυχίας του, διότι η δικαία αμοιβή των προδοτών, είναι μόνον ο θάνατος!
Αυτός ήταν ο μεγαλόψυχος και ελληνόψυχος Ρωμηός, Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Πως αντιμετώπισε η ξενόδουλη κυβέρνηση τού πράκτορα των Άγγλων, Μαυροκορδάτου, τον προδότη Μαγγίνα; Τον …«τιμώρησε», τον έστειλε πληρεξούσιο στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας κι αργότερα ο Όθωνας τον έκανε υπουργό!!!7
Αντελήφθητε τώρα, ποια η είναι χαοτική διαφορά μεταξύ  Δυτικοφρόνων και Ρωμαιοφρόνων, μεταξύ δυτικολάγνων γραικών/ γραικύλων και Ελληνόψυχων Ρωμηών;
Ο ελληνόψυχος Ρωμηός, οπλαρχηγός Καραϊσκάκης, τελικώς εδικάσθη από την κυβέρνηση των ανδρεικέλων του τέκτονα, πράκτορα των Άγγλων Μαυροκορδάτου, με παρόν το ένοπλο σώμα του, με την κατηγορίαν άκουσον! άκουσον! άκουσον! της απειθείας προς την κυβέρνηση και συνεργασίας με τους….Τούρκους! Φυσικά, κανείς δεν τόλμησε να εφαρμόσει την ποινή της φυλακίσεως, αλλά ο Καραϊσκάκης ουσιαστικά παροπλίσθηκε.
Αυτό ήθελε και επέτυχε η τότε Ελλαδική διοίκηση του Φραγκόδουλου Μαυροκορδάτου.
Αναχωρώντας για την εξορίαν του ο Καραϊσκάκης, γράφει για τον ποστέλνικο (Μαυροκορδάτο)8 : «Ε, ρε Μαυροκορδάτε. Εσύ την προδοσία μού την έγραψες εις το χαρτί και εγώ γρήγορα ελπίζω να σού τη γράψω εις το μέτωπόν σου. Να φανή ποιός είσαι» και όντως εφάνη!
Σήμερα γνωρίζουμε τι παρείσακτο εθνικό μίασμα ήταν ο Μαυροκορδάτος και το ξενόδουλο συνάφι του.
Αργότερα, η επιστολή του Ανδρέα Ζαΐμη προς τον Καραϊσκάκη, είναι απόδειξη των ανυπόστατων κατηγοριών του Μαυροκορδάτου και της ιστορικής δικαιώσεως του στρατάρχη:
«Η Πατρίς εις αυτήν την περίστασιν εγνώρισεν, τι είναι ο Καραϊσκάκης και ότι χωρίς Καραΐσκάκην δεν εκατορθούτο, ό,τι θαυμασίως κατωρθώθη έως την σήμερον» (17-1- 1827).
Αποσπάσματα καταγεγραμμένων ιστορικών φράσεων και  χαρακτηρισμών που επιβεβαιώνουν την ονομασία «Ρωμηοί», από τους Τούρκους, και αποδεικνύουν το Ρωμαίϊκο φρόνημα (Ρωμηοσύνη) του Καραϊσκάκη.
- Από το βιβλίο του Δημ. Φωτιάδη, «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ» (σ. 467-468)



-Ο Καραϊσκάκης γράφει στους Τζαβελλαίους: «Κίτσο Τζαβέλλα και λοιποί, έμαθα το πέρασμά σας εις Ασπροπόταμον. Πού πάτε, κλέφτες, λησταί της πατρίδος και προδότες, παληοτσάρουχα; τρακόσοι άνθρωποι θα μάς φέρετε την ελευθερίαν; Ή θαρρείτε δεν ηξεύρομεν τους σκοπούς σας; Επουλήσατε την πατρίδα σας και τώρα τρέχετε εδώ να χαλνάτε τον κόσμον;
Όχι. Αν είναι το Ρωμέϊκον να μάς το φέρετε εσείς οι διακόσιοι άνθρωποι, δεν σας θέλομεν. Έχομεν και στράτευμα και άλλες δυνάμεις, όταν μάς διορίσει το έθνος να βαρέσωμεν. Διά τούτο άμα λάβετε το γράμμα, αμέσως να φύγετε, διότι… να μη μάς κάμετε άπιστους.» (20 Απρίλη 1823).9
-Οι Τουρκαλβανοί μόλις έμαθαν τον θάνατο του Καραϊσκάκη ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Γνώριζαν τήν αξία τού μεγαλύτερου εχθρού τους καί πάντοτε έλεγαν: «Η Τουρκιά έχει τόν Ρεσίτη (ΣΣ: Κιουταχή) καί η Ρωμιοσύνη τόν Καραϊσκάκη. Τά δύο αυτά θεριά παλεύουν κι ο Θεός μόνο ξέρει ποιός θά νικήσει τόν άλλον.» Τώρα όμως χλεύαζαν τούς Έλληνες καί σύμφωνα μέ τόν Κασομούλη τούς έλεγαν:
«Ωρέ, ο Καραϊσκάκης, ο γιός τής Καλόγριας πέθανε. Όλοι νά βάλετε μαύρα, γιατί άλλον σάν κι’ αυτόν δέν έχετε!».
Την επομένη, οι Έλληνες με πεσμένο ηθικό και κακή στρατηγική, υπέστησαν συντριπτική ήττα στην Μάχη του Ανάλατου από τον Κιουταχή, ο οποίος πολύ γρήγορα κατέστειλε την επανάσταση στην Στερεά Ελλάδα. Αναφέρεται πως όταν ο Κολοκοτρώνης έμαθε τον θάνατο του Καραϊσκάκη "κάθισε σταυροπόδι" και μοιρολογούσε σαν γυναίκα
Το σώμα του Γεωργίου Καραϊσκάκη, το έθαψαν τα παλληκάρια του στο νεκροταφείο του ναού του Αγίου Δημητρίου τής Σαλαμίνας.
Ο Καραϊσκάκης έπεσεν ηρωϊκώς μαχόμενος ή δολοφονήθηκε;
Συνεκτιμώντας τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες, απόψεις και πληροφορίες αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων, μεταγενεστέρων ερευνητών του θέματος, και του διπλού αν όχι ανθελληνικού ρόλου, των προστατών μας «Συμμάχων», καταλήγουμε στο βάσιμο συμπέρασμα ότι ο Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε στίς 23 Ἀπριλίου του 1827. Ο θάνατος του Καραϊσκάκη οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο, είτε την εξαφάνιση από το πολιτικοστρατιωτικό προσκήνιο, του μεγάλου αντιπάλου, του Αγγλόδουλου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.
Είναι παράδοξο αλλά και ύποπτον, πως οι Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, και Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης, οι τρεις αυτές μεγάλες μορφές της Επαναστάσεως, κατηγορήθηκαν από τους «μοιχεπιβάτες» της Ελλαδικής πολιτικής εξουσίας, για προδότες και καταδικάστηκαν ή δολοφονήθηκαν…
Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του «Καραϊσκάκης» (σελ. 452-455), όπου είναι συγκεντρωμένη όλη η σχετική βιβλιογραφία αποφαίνεται: «Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα κ’ εμπνευστές της σατανικής δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι’ ο Μαυροκορδάτος».
Ο Δημήτριος Ανιάν, γραμματέας του Καραϊσκάκη που έγραψε την βιογραφία του το 1833, αναφέρει τον τραυματισμό του αρχιστράτηγου και ότι ο Καραϊσκάκης πριν πεθάνει εμπιστεύτηκε στους Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Γαρδικιώτη Γρίβα πως, «...Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά, ανέφερε εις αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζεν τον αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις το στρατόπεδον». [Δ. Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης, σ.185].
Ο Παπαρρηγόπουλος ακολουθεί την αφήγηση του Αινιάνα, «παρα­λείποντας» όμως εκείνο το κομμάτι, που λέει πως ο Καραϊσκάκης είπε πως σκοτώθηκε από Έλληνα.
Ο Μακρυγιάννης βεβαιώνει, πως χτυπήθηκε όταν ήταν πια έτοιμος να φύγει: «Άναψε ο πόλεμος πολύ· ήρθε κι ο Καραϊσκάκης. Τότε του λέγω «Σύρε οπίσου να πάψη ο πόλεμος ότι το βράδυ θα κινηθούμεν. — Μου λέγει, στάσου αυτού με τους ανθρώπους κι εγώ φεύγω». Τότε σε ολίγον μαθαίνω ότι εβαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάνω εκεί μαζευόμαστε, τηράμεν ήτανε βαρεμένος εις τ' ασκέλι παραπάνω εις τα φτενά. Μαζοχτήκαμε όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά˙ «Εγώ πεθαίνω, όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα».10
Ο Παναγής Πούλος στο ιστορικόν ημερολόγιό του, γράφει : «Οι αρχηγοί ενωμένοι με την καβαλαρίαν εκτυπούντο και οι Έλληνες μαζί εκυνηγούσαν την Τούρκικην καβαλαρίαν. Εκεί επληγώθη ο Καραϊσκάκης στα νεφρά κακά».11
Ο Περραιβός πάλι μας δίνει μια εντελώς απίθανη εξιστόρηση: «Ενώ ο ήρωας ίσταται έφιππος επί τινά μικρόν γαιόλοφον προπαρασκευάζων τα όπλα δια προσβολήν, γνωρίζεται παρά τίνος ιππέως Οθωμανού, όστις καταβάς εκ του ίππου διευθύνει κατ' εκείνου το όπλον, ρίξας ευστόχως την σφαίραν τραυματίζει καιρίως μεταξύ υπογαστρίου και βουβώνος το φόβητρον των Οθωμανών, και Ελλήνων το περιτείχισμα».
Αν τα πράματα γίνηκαν έτσι, όπως τα λέει ο Περραιβός, τότε το βόλι έπρεπε να τον είχε χτυπήσει από τα κάτω προς τα πάνω, ένώ, καθώς βεβαίωσαν οι για­τροί, είχε εντελώς αντίθετη φορά.
Ο Ζαμπέλιος, στον πρόλογο της τραγωδίας του «Γεώργιος Καραϊ­σκάκης», σ. Η'., γράφει:
«Την προτεραίαν τού θανάτου του έδραμον εις την σκηνήν αυτού πολλοί στρατηγοί, εξ ων και ο Χριστόδουλος Χ. Πέτρου και ο Γαρδικιώτης Γρίβας, ζητούντες πολυειδώς να τον βεβαιώσωσιν ότι η πληγή του δεν ήτο κινδυνώδης. Άλλ' ο Ήρως τοις απεκρίθη τα ακόλουθα αυτολεξεί. «Γνωρίζω από πληγαίς και δεν είναι η πρώτη φορά οπού ελαβώθην. Δεν με μέλλει, βαστάτε μονάχα στα ταμπούρια να μη σάς πνί­ξουν οι Τούρκοι. Αύριον αν ήμαι ζωντανός ακόμη, ελάτε να σάς πω ένα μυστικόν αν ξεψυχήσω, ελάτε να με θάψετε με τα χέρια σας εσείς οι ίδιοι, με τους οποίους τόσαις φοραίς ενίκησα τον εχθρόν».
Ο συγγραφέας, Κύπριος αγωνιστής Ιωάννης Σταυριανού, αυτόπτης απομνημονευματογράφος, ο οποίος πολέμησε δίπλα στον Καραϊσκάκη, υποστήριξε επίμονα την εκδοχή της δολοφονίας του. Μας διαβεβαιώνει, ότι ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι, κι’ ότι ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος. Ο Σταυριανός δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που αναφέρει ότι ο Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε. Όμως είναι ο μόνος και ο πρώτος, που το αναφέρει σαν πραγματικό γεγονός και όχι σαν αόριστη φημολογία, αναφέρει: «Ο Καραΐσκος άμα διέταξε τον υπασπιστήν του να καταδιώξει τους δύο ιππείς, έστρεψεν οπίσω απομακρυνθείς της μάνδρας ικανόν διάστημα. Τότες είδομεν στρατόν και ευθύς ο πυροβολητής ανεμείχθη εις τον στρατόν. Αυτός ήτο ο επικατάρατος δολοφόνος του Καραΐσκου. Οι οφθαλμοί του συντρόφου μου εν ριπή διέτρεξαν τον δολοφόνον και τον αρχηγόν…».
Ένα μονάχα χρόνο έπειτα από τον θάνατο τού Καραϊσκάκη, ο Γ. Ναύτης τύπωσε το 1828 στο Λιβόρνο της Ιταλίας μια πεντάπραχτη τρα­γωδία με τον τίτλο «Ο θάνατος τού Καραϊσκάκη» [Ο Ναύτης γράφει ολόκληρη τραγωδία, ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Βλ. Γ. Αναξαγόρα, Ο θάνατος του Καραϊσκάκη ή η Διάλυσις του Ελληνικού Στρατοπέδου εις την Αττικήν, τραγωδία, εν Λιβόρνω 1828].
Σ' αυτή λέει πως ο θάνατος τού ήρωα ήταν τ' αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας, που γίνηκε στο στρατόπεδο τού Πειραιά από λόγους προσωπικής φιλοδοξίας. Χαραχτηριστικό είναι πως τα πρόσωπα της τραγωδίας του, εκτός του Καραϊσκάκη, τα κρύβει κάτω από αρχαϊκά ονόματα, όπως Ευθύφρων, Καλλίμαχος. Φιλοπόλεμος, Μεγασθένης, Επίδρομος κτλ.
Και τώρα ερχόμαστε στη μαρτυρία του Κασομούλη, του συγγραφέα των «Στρατιωτικών Ενθυμημάτων» που είναι η πιο σημαντική άπ' όλες. Να, πως εξισορεί τα περιστα­τικά όπου λαβώθηκε ο Καραϊσκάκης:
«Έφτασε το ιππικόν τού Κιουταχή˙ εσυναθροίσθη και το εδικόν μας περί τον Αρχηγόν άρχισεν ο πόλεμος να γίνεται πεισματώδης και επί­σημος. Προχωρεί ο Αρχηγός με το ιππικόν μας, βοηθούμενος από το πεζικόν, διαβαίνει αναμεταξύ τού οχυρώματος τού Γκέντζιαγα και ενός άλλου όπου είχον οι Τούρκοι εις την εκβολήν τού Κηφισού, πλησίον — και ήσαν κ' εκεί έως 500 — και διώκει το ιππικόν τού εχθρού. Εις την υποχώρησιν τού εχθρικού ιππικού και εις την δίωξίν των από τους εδικούς μας, και εις τας εξελίξεις τού ιππικού, επληγώθη εν τω μέσω των  ο Αρχηγός, κατά 4 μ.μ., σχεδόν το δειλινόν, όστις καταβάς τού ίππου του. Αμέσως συνήλθεν, και ιππεύσας επέστρεψεν έως την θέσιν όπου έγινεν το μνήμα του και εκατέβη».
Ο Βλαχογιάννης, στην βιογραφική αρχειακή μελέτη του  για τον Καραϊσκάκη, γράφει: «Τριγύρω στο στρατόπεδο και γύρω στη σκηνή τού πολεμάρχου νικητή, παίχτηκε καταχθόνιο παιχνίδι, που είχε τέλος τραγικό του στρατοπέδου την καταστροφή και του στρατηγού το θάνατο. Η τραγωδία αυτή θα φανεί στον τόπο που της πρέπει και διάπλατα θ' αφηγηθεί». Κι αλλού:
«Ο Μαυροκορδάτος μετά τη δίκη του Καραϊσκάκη δεν επεθύμησε μονάχα το θάνατο του, δεν τον κήρυξε μονάχα χρήσιμο στο συμφέρο της πατρίδας, αλλά και ωργάνωσε καταχτόνιο σχέδιο για το θάνατό του. Η απόδειξη θα φανεί εκεί που πρέπει». Κι ακόμα: «. . . Και γι' αυτό άμα έπεφτε (ο Μαυροκορδάτος) απάνω σ' άνθρωπο ανυπόταχτο κι ανίκανο να πέσει και να προσκυνήσει, έχανε τα λογικά του και γινό­ταν άξιος ακόμα και του φόνου το μεγάλο κακό να βάλει εμπρός και να τελέψει, καθώς τόκανε με τον άτυχο Καραϊσκάκη».12
Ο Βλαχογιάννης δεν τέλειωσε την μελέτη του, γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος. Έτσι, η υπόσχεσή του ν' αποδείξει πως ο Μαυροκορδάτος οργάνωσε την δολοφονία, δεν πραγματοποιήθηκε.
Ο Κόχραν κι ο Τσώρτς, μέσα στις λίγες μέρες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο του Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε την δύναμη ν' αντι­σταθεί στα σχέδια τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει είταν να πνιγεί η επανάσταση στην Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απε­λευθερωτικού κινήματος στο Μοριά, για νάχει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργείτο κάτω από τον από­λυτο έλεγχό της. Με την άλωση του Μεσολογγίου το 1826, που η κυβέρ­νηση Κουντουριώτη – Μαυροκορδάτου, τ’ άφησε ξεπίτηδες αβοήθητο, τόχε πετύχει.13
Ο Καραϊσκάκης, ο αγράμματος κι αρρωστιάρης αυτός καπετάνιος σήκωσε, με μια χούντα γυμνούς και πεινασμένους Ρωμηούς αγωνιστές, στ' άρ­ματα την Ρούμελη. Και σα να μην έφτανε τούτο το κακό, που χάλαγε τα σχέδια των Εγγλέζων, ο ίδιος αυτός «παράξενος» πολεμάρχης, κατάφερε να καταστρέψει τον Κιουταχή και να ελευθερώσει ολόκληρη την Στερεά Ελλάδα. 
Έτσι και πάλιν ο Καραϊσκάκης στεκόταν μέγα ε­μπόδιο στα σχέδιά τους.
Όσο κι αν αντέδρασαν ο Κόχραν κι ο Τσώρτς στο σωστό σχέδιό του, που θ' ανάγκαζε τον Κιουταχή να παρατήσει την πολιορκία των Αθηνών και να φύγει, φοβόνταν πως ίσως τούτος ο δαιμόνιος Ρωμηός, που τόσο λίγο τους λογάριαζε, να τα κατά­φερνε να σώσει την Αθήνα.
Βγάλανε λοιπόν το συμπέρασμα, πως ο Κα­ραϊσκάκης ήταν πολύ επικίνδυνος για τα συμφέροντα της Αγγλίας στην Μεσόγειο. Έπρεπε, με κάθε τρόπο, το ελληνικό στράτευμα του Πειραιά να νικηθεί και το στρατόπεδο να σκορπίσει!!!
Επί πλέον, ο Καραϊσκάκης ήταν αυτός, που μαζί με τον Κολοκοτρώνη, πρω­τοστάτησε να έλθει κυβερνήτης της Ελλάδας ο Καποδίστριας. Έπρεπε λοιπόν, να λείψει από την μέση. Πρόθυμο βέβαια συνεργό στους εγκληματικούς σκο­πούς τους βρήκαν το θανάσιμο εχθρό του ήρωα,  τον μασόνο Μαυροκορδάτο.
Η εκτέλεση του σατανικού τους σχεδίου αρχίζει πριν ακόμα φτάσουν στον Πειραιά, με την στρατολόγηση πληρωμένων σωμάτων (μισθοφόρων) που θάταν αφοσιωμένα σ' αυτούς, κάτω από την διοίκηση του ανιψιού του Κόχραν, συνταγματάρχη Urquhart.
Με το υπ΄ αριθ. 181/9-9-2005 Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο αρ. φύλλου 230 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, καθιερώνεται η προτελευταία Κυριακή του Ιουλίου «ως δημόσια εορτή τοπικής σημασίας για το Δημοτικό Διαμέρισμα Σκουληκαριάς του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη προς τιμή του ήρωα του 1821 Γεωργίου Καραϊσκάκη».
Γεώργιος Καραϊσκάκης: Ο «μαρμαρωμένος οπλαρχηγός», Ο οδηγητής του Γένους, ο «Αχιλλέας της Ρωμηοσύνης» 14
Ο Καραϊσκάκης είναι μία κορυφαία έκφραση της Ελληνικής ιστορίας και του ποιητικού μύθου. Ένας από τους τρεις κορυφαίους, αν όχι ο κορυφαίος του Εικοσιένα, ο οποίος αποτελεί έναυσμα εμπνεύσεως για τους ποιητές, που διαβλέπουν στο πρόσωπό του, στοιχεία ομηρικών ηρώων και προσπαθούν να τα συλλάβουν στην κύρια σύστασή τους. Αυτό το πέρασμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής μορφής μέσα στον ποιητικό και λαϊκό εξομολογητικό λόγο και μύθο είναι που έκανε και τον ζωγράφο Θεόφιλο να λέει σαν τον ρωτούσαν για τον Καραϊσκάκη πώς ήταν «δύο φορές πιο μεγάλος από τον Αι-Γιώργη». [Οδ. Ελύτη, Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1982, σ. 198].
Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πώς οι ποιητές τον ανακαλούν στην μνήμη, όχι μονάχα για να εξυμνήσουν τις παλικαριές και τις ρωμαίϊκες αρετές του, αλλά και τον καλούν να οδηγήσει το Γένος σε νέες εξορμήσεις, που είναι η απελευθέρωση του Ελληνικού χώρου που βρίσκεται ακόμα κάτω από την τυραννία. Γίνεται η ανάμνηση, η επίκληση του ονόματός του, δημιουργική πνοή, όπως ολόκληρη η ζωή και το έργο του.
Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, στην επώνυμη τραγωδία του, προτρέπει στο τέλος με τα λόγια του χορού όχι δάκρυα, αλλά μίμηση του έργου του, ανάμνηση δημιουργική της πολεμικής του δράσης και τής στωϊκότητας με την οποία αντιμετώπισε τον θάνατο, ωραίος και αγέρωχος, γνωρίζοντας πολλά, αλλά κρατώντας την πίκρα του, πεθαίνοντας στην πίκρα του, για να μη βλάψει σε τίποτα το Γένος και τον Αγώνα.[Ι. Ζαμπέλιου, Γεώργιος Καραϊσκάκης, τραγωδία έκτη, εν Αθήναις 1843, σ. 76-77].
Ο Αχιλλέας Παράσχος, τον αναπολεί ν’ άρχεται από τον άλλο κόσμο με τ' άρματα του, σαν αστροπελέκι, αητό και λιοντάρι και ν' ακολουθεί ξοπίσω του ασκέρι με παλικάρια, από την Ρούμελη, τον Μοριά, τον Ψηλορείτη και την Πίνδο κι’ όλοι να τον κοιτάζουν με σέβας, «τον Αρχηγό των Αρχηγών». Για μια στιγμή ετούτο. Κ' ύστερα, αφού μιλήσει για παλικαριές και θυσίες, για καινούρια δεινά τής πατρίδας, του λέει να προσμένει το νέο κάλεσμα για ν’άρθει να οδηγήσει το Γένος, σε μια αναγεννητική πορεία.15
Ο Παναγιώτης Σούτσος, στο λυρικό του δράμα που αφιέρωσε στον ήρωα βάζει στον χορό να πει να φέρουν το νεκρό του σώμα και να το τοποθετήσουν στην Ακρόπολη, στα Προπύλαια, για ν' αποχαιρετήσει «τους ομοίους του μεγάλους των αιώνων των αρχαίων», ο μάρτυρας της «Πίστεως και της Ελευθερίας» που και νεκρός θα κονταροχτυπιέται με «των βαρβάρων τας αγέλας», με την ματωβαμένη λευκή του φουστανέλα, ο «μέγας» όπως αποκαλεί τον Καραϊσκάκη. [Π. Σούτσου, Ποιήματα, εν Αθήναις 1915, σ. 129-173].
Ο Γεώργιος Στρατήγης, επισημαίνει την λατρεία του λαού στο πρόσωπό του, που τον δοξάζει σαν ημίθεο και πώς από κείνον θ' ακούει χρησμούς και να ελπίζει, έτσι, καλύτερες μέρες για το έθνος. [Γ.Κ. Στρατήγη, «Εις τον ανδριάντα του Καραϊσκάκη», Κωνστ. Φ. Σκόκου (επιμ.), Εθνικόν Ημερολόγιον 1896, σ. 70-72].
Ο Κωστής Παλαμάς για τον Γ. Καραϊσκάκη 16
Ο Κ. Παλαμάς, λογάριαζε πάντα να γράψει ένα πολύστιχο τραγούδι για τον Καραϊσκάκη και τ’όχε καημό που όλο κι’ ανέβαλε και τελικά δεν το κατάφερε. Μας έδωσε μερικούς στίχους για τον ήρωα, μα το έπος που προσδοκούσε δεν έγινε. Σε μια συνέντευξή του το 1923, είχε πει: «Ετοιμάζω το "Τραγούδι του Καραϊσκάκη". Αυτόν τον ήρωα τον θεωρώ προσωπικότητα ισχυρή και περίπλοκη, γεμάτη αντιθέσεις. Δεν ξέρω αν πάνω στο θέμα αυτό θα πω τον τελευταίο λόγον εγώ. Αλλά πάνω στο πρόσωπο του Καραϊσκάκη συγκεντρώνω τα όνειρα της φυλής μου».
Από το τέλος του περασμένου αιώνα, σκιαγραφώντας ο Παλαμάς τον Καραϊσκάκη, κατέληγε: «Ο Καρλάϊλ ορίζει τον μέγα άνδρα ως τον "σωτήρα της εποχής του". Ο Καραϊσκάκης είναι ο μέγας ανήρ του Καρλάϊλ».
Αρκετά χρόνια αργότερα, στα 1927, επισημαίνοντας πώς «οι μεγάλοι μας λυρικοί, ο Σολωμός και ο Κάλβος, είναι σα να μην το εποπτεύονται το μεγαλείο του Καραϊσκάκη» και πώς «είναι αξιοσημείωτο πώς ο Καραϊσκάκης δεν την απασχόλησε την ποίησή μας, όσο έπρεπε», θα γράψει:
«Απάνω απ' όλους ο Γεώργιος Καραϊσκάκης παρουσιάζεται πάντα στη σκέψη μου ως κατ' εξοχήν επικολυρικός, πρωταγωνιστής της εθνικής τραγωδίας των εφτά χρόνων, ασύγκριτος, μυστηριακός, διπρόσωπος, αινιγματικός, γερή ατίθαση ψυχή, τιθασευμένη στο τέλος από μόνη την ιδέα της Πατρίδας, πειθαρχικός ο απειθάρχητος, μέσα στο κατασκαμμένο από τον πυρετό κορμί, λογισμός που ανεβοκατεβαίνει συγκρατητά από της προδοσίας τον πειρασμό στην ιδέα της θυσίας, ο αρχηγός και ο πρώτος καπετάνιος, ορθός, αλύγιστος, όταν όλα τριγύρω του, πρόσωπα και πράγματα, στρατιώτες και πολίτες έπεφταν γονατισμένοι, ο πατέρας... Ο άγγελος και ο δαίμονας μέσα του είτανε δίδυμο πρόσωπο. Συμπλήρωνε το ένα το άλλο... Ήρωας ποιητικός».
Είναι χαρακτηριστικό πώς κι’ ο Παλαμάς συνδέει την παρουσία του Καραϊσκάκη με το παρόν και το παρελθόν, με την ατομική και την ιστορική αγρύπνια, γράφοντας:
«Στα 1918, στην 22 του Μάρτη, ξημερώνοντας, γιορτή της Ανάληψης είδα στον ύπνο μου το στρατηγό Καραϊσκάκη. Είμαστε πολιορκημένοι στο Μεσολόγγι, κατέβηκε από το βουνό που φωτίστηκε έξαφνα με το κατέβασμά του, κατέβαινε να μάς γλυτώσει. Ξεχώριζε από τους άλλους της συντροφιάς του οπλαρχηγούς και προεστούς, όλος κίνηση και φλόγα. Του παρουσιάστηκα, του φίλησα το χέρι, μου είπε κάποιο λόγο που δεν τον καλοάκουσα ή που δεν τον θυμούμαι πια. Πήρα θάρρος, είπα με το νου μου: "Πόσο φαίνεται πώς διαφέρει από τους άλλους!" Πήγαινα να πολεμήσω, περίμενα ώρα την ώρα το βόλι του Τούρκου, και γυρίζοντας προς το σύντροφό μου, τον παραστάτη μου στη γραμμή, του είπα: "Φίλησέ με γιατ' ίσως είναι η στερνή φορά, θα μας πάρει το βόλι", και σκύψαμε και φιληθήκαμε».
Κατεβαίνει αληθινά ο Καραϊσκάκης μέσα από τον χρόνο, θεματοφύλακας αξιών και προσδοκιών του Γένους, ο «Αχιλλέας της Ρωμιοσύνης» όπως τον αποκάλεσε ο Παλαμάς, που ζει «στην άρρωστή του σάρκα τής Φυλής η μοίρα». 
Επιπτώσεις από την δολοφονία του Καραϊσκάκη
Η ήττα των Ελλήνων στην μάχη του Φαλήρου, οφείλεται στο απαράδεκτο και εκ των προτέρων καταδικασμένο σε αποτυχία σχέδιο των Κόχραν και Τσώρτς. Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι βασικοί υπαίτιοι της καταστροφής στην μάχη του Φαλήρου, ήταν ο Τσώρτς και κυριότατα ο Κόχραν, οι οποίοι «τοσούτον κακώς διέταξαν τα πράγματα, ώστε αντί θριάμβου κατήνεγκον κατά της Ελλάδος την ολεθριωτάτην των πληγών, οι άνδρες διετάχθησαν να προέλθωσιν επί σφαγήν προφανή».
Δεν έλαβε υπ’ όψιν του ο Κόχραν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας του παράλογου ούτως ή άλλως σχεδίου του είχαν εκμηδενιστεί μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οπότε οι οπλαρχηγοί δήλωσαν ανέτοιμοι. Κατά τον αγγλόφιλο Τρικούπη, «Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα της παραφοράς του Κοχράνου, του κακή μοίρα της Ελλάδος κατά την Αττικήν επιφανέντος».
Ο θάνατος – δολοφονία του Γιώργου Καραϊσκάκη στις 23 Απριλίου του 1827, αποτέλεσε την ταφόπλακα της εξεγέρσεως του 1821, η οποία θα πέσει οριστικά με την δολοφονία του Καποδίστρια. Ένας λαός επαναστατημένος έχει να αντιμετωπίσει τους ντόπιους δυνάστες του («γιουσουφάκια» των Τούρκων και αργότερα οικέτες των Φράγκων και Άγγλων), και τους ξένους που περιμένουν σαν κοράκια να κατασπαράξουν το κορμί της Πατρίδος μας.
Με τον κατακτητή είτε Τούρκο, είτε Γερμανό –την περίοδο της εθνικής Αντιστάσεως - τα είχε βγάλει πέρα, αλλά με κοτζαμπάσηδες, πολιτικάντηδες και Ευρωλάγνους πολιτικούς απέτυχε, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως η εθνική απελευθέρωση που ολοκληρώνεται και τυγχάνει της εγκρίσεως δυνάμεων ξένων, προς τον άμεσα ενδιαφερόμενο και χωρίς την λαϊκή αποδοχή και κοινωνική της καταξίωση, είναι στάχτη στα μάτια.
Προφανώς την Αγγλία την κατέλαβε πανικός καθώς η κάθοδος της Ρωσίας στην Χερσόνησο του Αίμου (Βαλκανική) και την Μεσόγειο ήταν προ των πυλών. Όμως με την δολοφονία του Καποδίστρια, η οποία ακολούθησε την δολοφονία του Καραϊσκάκη στον μέχρι τότε αγγλορωσικό ανταγωνισμό, η Αγγλία αποβαίνει κυρίαρχος της καταστάσεως.
Οι περίεργοι θάνατοι πρωθυπουργών και αξιωματούχων, σε περιόδους εντόνων διεθνών κρίσεων και εξελίξεων, που ακολουθούν τα επόμενα χρόνια, παρουσιάζονται σαν θάνατοι από γρίππη, αυτοκτονίες λόγω μελαγχολίας ή από δάγκωμα μαϊμούς, και είναι φαινόμενα που χαρακτηρίζουν μία πλήρως εξαρτημένη, από ξένες δυνάμεις, κρατική οντότητα.Αναφέρονται μερικά παραδείγματα από θανάτους και δολοφονίες βασιλέων και πρωθυπουργών που ΟΥΔΕΠΟΤΕ διερευνήθηκαν ενδελεχώς και ποτέ ΔΕΝ εξιχνιάστηκαν:
-Δολοφονία του Βασιλέως Γεωργίου Α΄, από τον Ιουδαίο Εσκενάζυ/Αλέξανδρο Σχοινά, την 5/18 Μαρτίου 1913 στην Θεσσαλονίκη.
-Θάνατος του Βασιλέως Αλεξάνδρου από δάγκωμα μαϊμούς, την 17 Σεπτ.1920 (απέθανε την 12ην Οκτ. 1920), στο Τατόϊ.
-Θάνατος του Ιωάννου Μεταξά την 29ην Ιανουαρίου 1941.17
-Αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή την 18ην Απριλίου 1941. Η αυτοκτονία έγινε με δύο σφαίρες στην καρδιά! (ΣΣ: Πως μπόρεσε ο «αυτόχειρας» να αυτοπυροβοληθεί και μάλιστα στην καρδιά, δύο φορές;)18
Έτσι οι Άγγλοι απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο στο νεοϊδρυθέν άβουλο ελλαδικό κράτος και το χρησιμοποίησαν ανάλογα με τις περιστάσεις ως εργαλείο της πολιτικής τους στην περιοχή, μέχρι που παρέδωσαν «τα κλειδιά των φυλακισμένων Ελλήνων», στους Αμερικανούς. Σε τελευταία ανάλυση, επιβεβαιώνεται ο Παπαδιαμάντης, από τον οποίο κάποτε χαρακτηρίστηκε η ευρωπαική πολιτική στον χώρο της ευρύτερης Μεσογείου ως απλή «διευθέτησις της αποκτηθείσης λείας».
Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο «Αχιλλέας της Ρωμηοσύνης»,  κατά τον Κ. Παλαμά, εφορμά στην Ακρόπολη (έργο του Γεωργίου Μαργαρίτη, 1844)

Συνεχίζεται
















1 α. Η βιβλιογραφία από την οποίαν αντλήθηκαν τα στοιχεία της παρούσης μελέτης, πλέον των πηγών που καταγράφονται σε κάθε ανάρτηση, θα παρατεθεί στο τέλος της αναπτύξεως του θέματος.
β. Οσάκις θα αναφερόμαστε στους όρους Βυζάντιον, Βυζαντινός/ Βυζαντινοί, Βυζαντινός πολιτισμός, και Βαλκάνια, Βαλκανική χερσόνησος, θα το πράττουμε κατ’ οικονομίαν, αφού οι παραπάνω όροι είναι τεχνητοί, εμβόλιμοι και ιστορικώς αβάσιμοι.
Όπως σημειώνει ο Ακαδημαϊκός Δ.Α. Ζακυνθηνός, «τα ονόματα Βυζάντιον, Βυζάντιος, Βυζαντινός, Βυζαντιακός, ουδέποτε εχρησιμοποιήθησαν υπό την Ελλήνων των μέσων αιώνων εν τη σημασία, ην έχουν σήμερον. Κατ' αυτούς Βυζάντιον, Βυζαντίς, Βυζαντιών πόλις ήτο η Κωνσταντινούπολις, Βυζάντιος δε ο κάτοικος αυτής... Ο όρος ούτος εν τη κατά τους νεωτέρους χρόνους κατισχυσάση ευρεία εννοία εμφανίζεται το πρώτον εν τη Λατινική, μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, δηλοί κυρίως τους εις την Ιταλίαν καταφυγόντας Έλληνας λογίους. Ως όρος επιστημονικός χρησιμοποιείται κατά τον δέκατον έκτον (16ον) αιώνα».
Ειδικώς για τους όρους «Βαλκάνια» και «Βαλκανική», σημειώνουμε τα εξής:
Ο Αίμος είναι οροσειρά στα βορειανατολικά της Ελληνικής Χερσονήσου, από την οποία ονομάστηκε Χερσόνησος του ΑίμουΜέχρι τις αρχές του 20ου αιώνος, στα διεθνή έγγραφα (επίσημες αλληλογραφίες, περιεχόμενο διμερών ή διεθνών συνθηκών, στρατιωτικά έγγραφα, κλπ) η περιοχή των σημερινών Βαλκανίων, ανεφέρετο ως «Χερσόνησος του Αίμου».
Οι Συστημικοί ανθέλληνες και οι Ιουδαιοταλμουδιστές νεότουρκοι, την ονόμασαν 
Βαλκανική χερσόνησο και  Μπαλκάν και έκτοτε παραδόξως, επικράτησε διεθνώς η ανιστόρητη αυτή ονομασία.
Με την ονομασία Βαλκάνια [από την τουρκική λέξη «μπαλκάν» (balkan = όρος, ή υψηλή δασώδης οροσειρά), (αρχ. Ελλην. Χερσόνησος του Αίμου)], και Βαλκανική χερσόνησος, καθιερώθηκε εσφαλμένα να χαρακτηρίζεται, περισσότερο ως πολιτικός όρος παρά γεωγραφικός, αφ’ ενός η περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης και συγκεκριμένα η τρίτη από Δυσμών προς Ανατολάς νότια χερσόνησος της Ευρώπης και αφετέρου συλλήβδην και χώρες γειτονικές που βρίσκονται εκτός των φυσικών γεωγραφικών ορίων της χερσονήσου αυτής, που από το μακρινό παρελθόν λειτούργησε και λειτουργεί ως σταυροδρόμι, μεταξύ Ευρωπαϊκής και Ασιατικής ηπείρου.
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Αίμος οφείλει το όνομα του στο αίμα του τιτάνα Τυφώνα, τον οποίο πλήγωσε ο Δίας όταν εξαπέλυσε κεραυνό εναντίον του ή από τον Αίμο, μυθικό βασιλιά της Θράκης.
2 Μετά την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας που ήταν υποδουλωμένη στους άπιστους εισβολείς και αιμοσταγείς κατακτητές, Λατίνους και Φραγκοπαπικούς, ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, εισέρχεται θριαμβευτικώς στην Πόλη, από την Χρυσεία Πύλη, στις 15-8-1261.
3 1. Από το έντυπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Εκκλησιαστική Παρέμβαση», τεύχος 101, Ιούλιος 2004, Πηγή: http://www.parembasis.gr /2004/04_07_01.htm
2. GHERARDO ORTALLI, «H Βενετία και τα ίχνη του Βυζαντίου», ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004.
3. «H Δ΄ Σταυροφορία και η πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης»,  Nίκος Γ.Mοσχονάς, Iνστιτ. Bυζαντινών Eρευνών, ένθετο «Επτά Ημέρες» εφημ. «Καθημερινή», 1-11-98.
4. Αρχιεπισκόπου πρ. Θυατείρων και Μ. Βρεταννίας Μεθοδίου Γ. Φούγια, Μητροπολίτου Πισιδίας, «Έλληνες και Λατίνοι», Α.Δ.Ε.Ε., Αθήνα, σ. 278.
5. Σερ Έντουϊν Πήαρς, «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204».
4 π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ἰωάννης Καποδίστριας καὶ Ῥωμηοσύνη.  Περίληψη της μελέτης για τον Ι. Καποδίστρια του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του «Ελληνισμός Μαχόμενος». Επιμέλεια - προσαρμογή - προσθήκες: Θωμάς Δρίτσας, Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995

5 ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ, του Δ. Φωτιάδη, ἐκδόσεις Κέδρος,1956---- Ν. Σπηλιάδης «Απομνημονεύματα 1821-1843»---Αινιάν, Δημήτριος (1903). «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως του Δ. Αινιάνος». Εκ του Τυπογραφείου Γ.Σ. Βλαστού, Αθήνα 1903. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2011.---Βλαχογιάννης, Γιάννης: Καραϊσκάκης, Βιογραφία βγαλμένη από ανέκδοτες πηγές, βιβλιογραφία και στοματικές παραδόσεις, εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 1943---Νικόλαος Κων/νου ΚασομούληςΕνθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833)---Ἡ σημασία τῆς δολοφονίας τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη, 23-4-1827, katotokerdos. blogspot.com/2009/04/23-4-1827.html

6 Η «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», αναγγέλλοντας θριαμβευτικά την νίκη στην Αράχωβα, έγραφε: «Πληροφορούμεθα παρά των μοναχών του κατά τον Παρνασσόν μοναστηρίου Ιερουσαλήμ [...] ότι αυτοί οι ίδιοι εχθροί, εις το μοναστήριον διασωθέντες, ομολογούν εν συνειδήσει ότι το κατά την Ράχοβαν πάθος των ήτo αληθώς κατά θείαν βούλησιν, και ρητώς παραδειγματίζουν οι ίδιοι την δυστυχίαν των Γάλλων μετά την εις Μόσχαν αναχώρησιν, αν πρέπει τις να παραβάλλη τα μικρά προς τα μεγάλα». Και πρόσθετε πως από την Αράχοβα ως το μοναστήρι, τέσσερεις ώρες δρόμος, «κείτονται σωρηδόν τα εχθρικά πτώματα».
7 Ο Μαυροκορδάτος μετά την επανάσταση του 1821 ηγήθηκε της αντιπολιτεύσεως εναντίον του Καποδίστρια, ως εκφραστής της αγγλικής πολιτικής και συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή της Ελλάδας διατελώντας τέσσερις φορές πρωθυπουργός. Τον Απρίλιο του 1823 ο Μαυροκορδάτος εκλέχθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση Άστρους γραμματέας του Εκτελεστικού και στη συνέχεια πρόεδρος του Βουλευτικού με 41 ψήφους, υπερισχύσας συντριπτικώς του προεστού Αναγνώστη Δεληγιάννη. Το Καλοκαίρι του ίδιου έτους εκδηλώθηκε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, τον έλεγχο των οποίων ασκούσαν για το μεν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι νησιώτες, για το δε, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι στρατιωτικοί και οι Πελοποννήσιοι.
Η σύγκρουση αυτή σε συνδυασμό με την εκλογή του Μαυροκορδάτου στην προεδρία εξόργισε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον απείλησε λέγοντάς του «Σου λέγω τούτο, κύριε Μαυροκορδάτε, μη καθίσεις πρόεδρος διότι έρχομαι και σε διώχνω με τα λεμόνια, με τη βελάδα όπου ήρθες».
Ύστερα από αυτή την προειδοποίηση, ο Μαυροκορδάτος αναχώρησε για την Ύδρα, το αρχηγείο των συνωμοτών-ευρωπαϊστών-γραικύλων, συνεργαζόμενος στενώτατα με τους Κουντουριώτηδες. Στην συνέλευση του Άστρους, εκδηλώθηκε για πρώτη φορά διαμάχη μεταξύ ετεροχθόνων και αυτοχθόνων, με πρωταγωνιστές την ομάδα των λεγόμενων εκσυγχρονιστών από την μία, στην οποία ανήκε και ο Μαυροκορδάτος, και των προεστών από την άλλη.
8 Ποστέλνικος: Ανώτατος αξιωματούχος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, υπουργός Εξωτερικών.[ΕΤΥΜΟΛ. < ρουμ. postelnic < σλαβ. posteĭnicŭ].Το 1812 ιδρύεται από τον τέκτονα Αλ. Μαυροκορδάτο στην Μόσχα, η μυστική εταιρία του «Φοίνικα» και στο Παρίσι η εταιρία της «Αθηνάς» και της «Φιλαθηναϊκής Ακαδημίας». Πηγή: Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930.
9 Ένα από τα ολέθρια αποτελέσματα της διχόνοιας μεταξύ των Ελλήνων, είναι το μίσος του Καραϊσκάκη προς τους Έλληνες Αρβανίτες Σουλιώτες και αντιστρόφως, εξ αιτίας παλαιών επεισοδίων που είχαν μεταξύ τους στ’ Άγραφα. Εκτός από τους Τζαβελαίους με τους οποίους τελικώς συμφιλιώθηκε, το μίσος του για τους Μποτσαραίους δεν έσβηνε. Μόνο τον Μάρκο αναγνώριζε ως ίσο, γενναίο πολεμιστή και άνθρωπο.
10 Μακρυγιάννη op. Cit. Έκδ. Β'., τ α'., σ. 318 . Αθηναϊκόν Αρχείον, σ. 238.
11 Χρ. Περραιβού «Απομνημονεύματα πολεμικά», τ. Β . , σ. 145. ---- Παναγής Μιχ. Πούλος : βιογραφικόν σημείωμα - ιστορικά έγγραφα - ιστορικόν ημερολόγιον / υπό Ιωάννου Βλαχογιάννη.  1901.
12 Γ. Βλαχογιάννη «Καραϊσκάκης, βιογραφική αρχειακή μελέτη», σ. 14. --- Ιδ. Σ. 46.
13 Σπυρομήλιου «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», σ. 88, 91, 113 - 4 και 124.
14 Δημήτρης Σταμέλος, Ο Θάνατος του Καραϊσκάκη, Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία; Εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σια Α.Ε., Αθήνα 2000.
15 Α. Παράσχου, Ανέκδοτα ποιήματα, τόμ. Α΄, Αθήνησι 1904, σ. 174-181. Το ποίημα, γραμμένο το 1894, έχει τίτλο: «Εις τα αποκαλυπτήρια του Στρατάρχου Γεωργίου Καραϊσκάκη», και προοριζόταν ν' απαγγελθεί σε αποκαλυπτήρια ανδριάντα του ήρωα στον Πειραιά.
16 1. Κωστή Παλαμά, Άπαντα, τομ. ΙΣΤ΄, Αθήνα 1984, σ. 340.
2. Κωστή Παλαμά, «Ο γιός της Καλογριάς», Κυριακή, του Ελευθέρου Βήματος, 27.3.1927 και Άπαντα, τομ. ΙΓ΄, Αθήνα 1972, σ. 179, 181.
3. Κ. Παλαμά, Άπαντα, τόμος 13ος, σ. 178.
4. Κ. Παλαμά, Άπαντα, τομ. Ζ΄, Αθήνα 1972, σ. 421. Οι στίχοι από τα «Δεκατετράστιχα» που πρωτοκυκλοφόρησαν στα 1919. Ο θάνατος του πολέμαρχου έγινε ποιητικός θρήνος και στον απλό άνθρωπο.
17 Ο Γερμανός ιατρός Δρ. Hans Eppinger, καθηγητής στα πανεπιστήμια του Φράϊμπουργκ και της Κολωνίας, ειδικός παθολόγος – ηπατολόγος, επίστευε ότι ο Εθνικός Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς είχε πεθάνει από ένα δηλητήριο το οποίον ο Δρ Eppinger, ανεκάλυψε στην μεταθανάτιο εξέταση του Κυβερνήτη. Ένα εξωτικό δηλητήριο φιδιού βραδείας δράσεως, που χρειάζεται εβδομάδες για να επενεργήσει στον ανθρώπινο οργανισμό και το οποίο προκαλεί την εμφάνιση δερματικών κηλίδων στο δέρμα του θύματός πριν από το θάνατο. Ο καθηγητής επίστευε ότι αναλόγως είχε φονευθεί και ο Βασιλεύς Βόρις της Βουλγαρίας.
18 Στις 6 Απριλίου, ο Κορυζής, απέρριψε το αίτημα των Γερμανών, για απομάκρυνση των βρετανικών στρατευμάτων από την χώρα και η Βέρμαχτ άρχισε την επίθεση της. Μέσα σε δέκα ημέρες, η Ελλάδα είχε αρχίσει να καταρρέει και η μισή χώρα βρίσκονταν ήδη στα χέρια των εισβολέων.
Στις 18 Απριλίου 1941 γίνεται στο Τατόϊ κοινή σύσκεψή Άγγλων, ελληνικής κυβέρνησης και βασιλιά. Οι Άγγλοι επιμένουν πως μπορεί κρατηθεί γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, γεγονός που δεν βρίσκει σύμφωνο τον Παπάγο. Την ίδια μέρα στις 2μ.μ. συγκαλείται η μοιραία για τον Κορυζή, σύσκεψη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» για να εκτιμηθεί η πολεμική κατάσταση.Ακολούθησε κατ’ ιδίαν συνομιλία του Κορυζή με τον βασιλιά Γεώργιο. Το τι ειπώθηκε ακριβώς σ’ αυτήν την συνομιλία του με τον βασιλιά δεν έγινε ποτέ γνωστό.
Μετά τη συνομιλία των δυο ανδρών, ο Κορυζής βγήκε συντετριμμένος και πήγε σπίτι του, όπου λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο του με δυο σφαίρες στην καρδιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ούγγρου συνάδελφού του Τελέκυ, που είχε τινάξει τα μυαλά του στη Βουδαπέστη 16ημέρες νωρίτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου