Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ Ή ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ;

Αθεΐας Ορμητήριον
Νερτερίων ιδεολόγημα
Θελξιμβροτών σόφισμα
Ραιστήρ Χριστιανισμού
Ωραιοποιημένη πλάνη
Πατρίδος ολετήρ
Ιθυφάλλων βιοθεωρία
Σοδομιστών καταφύγιον
Μισανθρώπων άλλοθι
Ορθολογισμού Θεοποίησις
Σαγήνη χαλιφρόνων
                 Ή
Θεοσοφιστών Ιάλεμος
Ελλήνων  Ίμερος
Ανθρωπιστών Ταράκτωρ
Νεποτισμού τάφος
Θεηπόλων πυξίς
Ρωμηοσύνης Καύχημα
Ωράνιον (Ουράνιον) δώρον
Παραδείσου Διαπιστευτήρια
Ιάτρευμα (ίασις) ψυχών
Σωτηρίας δόγμα
Μυστηρίων (Ορθοδοξίας) Μέθεξις
Ορθόδοξος Ανθρωπισμός
Σκοταδιστών Όλεθρος1
*
MEΡΟΣ 21ο

Β΄ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
« …ενδυναμούσθε εν Κυρίω και εν τω κράτει της ισχύος Αυτού. Ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνασθε υμάς στήναι προς τας μεθοδείας του διαβόλου, ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις…» (ΕΦΕΣ: 6/10-17).2
1.               ΓΕΝΙΚΑ-ΟΡΙΣΜΟΣ
α. Θεανθρώπινη τελειότητα: Το ύψιστο ανθρώπινο ιδεώδες
Μετά από όσα παρουσιάσαμε περί ανθρωπισμού, ιδεών-θέσεων-απόψεων των θεωρουμένων ως κυριωτέρων εκπροσώπων του, καθώς και την εκτενή κριτική των ιδίων και των έργων τους, φρονούμεν ότι επιβάλλεται να παρουσιασθεί και ο αντίλογος-αντίποδας του Ανθρωπισμού, το αντίδοτον στο δηλητήριο του ανθρωποκτόνου ανθρωπισμού.
Στο ανθρωποκτόνο ιδεώδες του κατ’ ευφημισμόν ανθρωπισμού, η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιπαραθέτει το ύψιστο για τον άνθρωπο ιδεώδες, την Θεανθρώπινη τελειότητα και τα όσα συντελούν στην κατάκτησή της.
Ο φωτεινός αυτός πόλος (η Θεανθρώπινη δηλ. τελειότητα), που είναι ο μόνος κατ’ εξοχήν στόχος του πανανθρώπινου προορισμού, καλύφθηκε στην εποχή μας, από τα ζοφερά νέφη του λεγομένου Ανθρωπιστικού/ ουμανιστικού πολιτισμού. Αντ’ αυτού, οι άνθρωποι προσβλέπουν στις εφήμερες πυγολαμπίδες του ορθολογισμού, λατρεύουν την ανίερη τριάδα, Σάρκα (Ύλη)-Χρήμα-Εξουσία, με συνέπεια να αποπροσανατολίζονται και να χάνουν την κατεύθυνση της φυσικής πορείας τους.
Στον κυκεώνα αυτόν της συγχύσεως και του αποπροσανατολισμού, κανένας άλλος παράγων, καμμιά άλλη θεωρία, κανένα άλλο σύστημα, ιδεολογία και επάγγελμα, δεν θα μπορέσει να βοηθήσει τον πλανώμενο και παραπαίοντα άνθρωπο, να επανεύρει τον εαυτό του και τον καθολικό του προορισμό, παρά μόνο η επιστροφή του στην επίγνωση του Θεανθρωπισμού του.
Η ύψιστη αυτή αλήθεια όπου διά της επιφανείας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, έγινε και παραμένει ως αιώνια πανανθρώπινη κληρονομιά, δεν πρέπει να μείνει άγνωστη από κανένα απόγονο της Αδαμικής/Ανθρώπινης Γραμμής και των υπολοίπων έλλογων διπόδων όντων (των «θηρίων» Της Αγίας Γραφής), δημιουργημάτων του Κυρίου-Δημιουργού των πάντων.3
Το κήρυγμα αυτό του Θεανθρωπισμού, δεν επινοήθηκε σήμερα ή στους νεώτερους χρόνους. Αριθμεί περί τα 2000 χρόνια, και σ’ όλες τις προηγούμενες γενιές διεξήχθη τιτάνειος αγώνας από την Ενιαία αρχικώς και την Ορθόδοξη (μετά την επικράτηση του Σχίσματος), Εκκλησία της καθ’ ημάς Ανατολής και τα τέκνα της, για την επικράτηση αυτής της αλήθειας.
Ποταμοί αιμάτων και ιδρώτων πότισαν την γη κατά την αέναη πάλη των τέκνων του Θεού, εναντίον των δυνάμεων του σκότους, που επεδίωκαν και επιδιώκουν, με χίλιους δύο τρόπους, τον αποπροσανατολισμό των ανθρώπων από την οδόν της Αληθείας και την ματαίωση του ανθρώπινου προορισμού.
Στις μέρες μας, άλλαξε η τακτική της πολεμικής των αρχόντων του αιώνος τούτου, και την μάχαιρα και βία των πρωτοχριστιανικών αιώνων, την διαδέχθηκε ο φαρισαϊσμός (υποκρισία), ο δόλος, η απάτη με τα δολώματα του ψευδοπολιτισμού (πολυπολιτισμικότητος), του ανθρωπισμού, των …δημοκρατικών δικαιωμάτων, του διαφωτισμού, των εγκυκλοπαιδικών  γνώσεων (IQ), και των τεχνολογικών επιτευγμάτων, αν και σε αρκετές περιπτώσεις, οι προμνησθείσες μέθοδοι παραπλανήσεως των ανθρώπων συνδυάζονται και με την βία (οικονομική, ψυχολογική, στρατιωτική).
Στην εποχή μας, αντί να οδηγεί ο διάβολος τους ανθρώπους στις αρένες και τα στάδια του μαρτυρίου, τα παντοειδή παιδευτήρια και θαλάμους μαρτυρίων, για ν’ αρνηθούν την Αλήθεια, να  αναιρέσουν την επίγνωση της θείας κληρονομιάς τους, τους αποπλανά με ψευδείς θεωρίες περί ανθρωπισμού και διαφωτισμού, επιτεύγματα επιστημονικής φαντασίας (όπως αυτά που ανακοινώνει κατά καιρούς η ιδρυθείσα από τους φυγάδες εγκληματίες πολέμου Ναζί, ΝΑΣΑ),4 παραπλανητικούς πολιτικο-κοινωνικούς θεσμούς, όπως αυτός της κοινοβουλευτικής (ψευδο) δημοκρατίας  και πάσης φύσεως -ισμούς.
Στόχος της συναγωγής του Σατανά (ΑΠΟΚ: 2/9 και3/9) και των οπαδών της, είναι να πείσουν τους ανθρώπους, όχι μόνον μην πιστεύουν στον θεόν –Δημιουργό Ιησούν Χριστόν, αλλά να τον θεωρούν ως ένα απλό φιλόσοφο ή ακόμη και να αρνηθούν την ιστορική του ύπαρξη (οι πλέον φανατικοί εωσφοριστές). Έτσι, οι άνθρωποι, αφιονισμένοι, τυφλωμένοι και μεταλλαγμένοι, αγνοούν ή λησμονούν τον αληθινό προορισμό τους.
Αυτό είναι το σημερινό τραγικό κατάντημα της ανθρωπότητας, αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός σχεδίου που ξεκίνησε από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και εδώ και μερικούς αιώνες, φαίνεται να ευρίσκεται, επί των ημερών μας, στην τελευταία φάση της υλοποιήσεώς του.
Μέσα από την απελπισία του επιθανάτιου ρόγχου, που έπεσε ο σημερινός άνθρωπος και κατατρώγεται σιγά-σιγά αλλά σταθερά από τα …ανθρωπιστικά όργανα του θανάτου και τους ….διαφωτισμένους ψυχαγωγούς του σκότους, δεν μπορεί κανένας άλλος να τον ανασύρει, παρά μόνον ο ίδιος ο Δημιουργός του, ο Λυτρωτής, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός.
Οι ψευδαισθήσεις που προκαλούν τα διάφορα απατηλά ιδεολογικά συνθήματα (ψευδαισθήσεις ιδεολογικές, πολιτικές, πνευματικές, βιολογικές, τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές), είναι τα ναρκωτικά με τα οποία ο προαιώνιος εχθρός του ανθρώπου, ο διάβολος, κρατά σε αναισθησία και διαρκή νάρκωση, τον σημερινό άνθρωπο.
Εδώ ακριβώς είναι και ο θεόδοτος ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Να δώσει την ορθή, την ακριβή, την οριστική απάντηση στην ανήσυχη και αγωνιώσα συνείδηση και απεγνωσμένη προσπάθεια του σημερινού ανθρώπου, να βρει την ευτυχία, την γαλήνη και την οδόν της Αληθείας.
Και σ’ αυτό το ακανθώδες και διαχρονικό πρόβλημα που απασχολεί την ανθρωπότητα, μόνον η Μητέρα (Ορθόδοξη) Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, μπορεί να δώσει την λύση.
«Ελάτε σ’ εμένα όσοι κοπιάζετε κι’ είστε φορτωμένοι, κι’ εγώ θα σας ξεκουράσω»(ΜΑΤΘ: 11/28), είναι η απάντηση που δίνει ο Λυτρωτής σ’ όσους επιζητούν ειλικρινά την γνώση αυτού του μυστηρίου. Στην αποκάλυψη αυτού του μυστηρίου μυσταγωγεί μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία
Δυστυχώς, εδώ και δεκαετίες, ίσως και παλαιότερα, η Μητέρα (Ορθόδοξη) Εκκλησία δείχνει να έχει εκτραπεί από την αποστολή της, και να έχει εισέλθει σε επικίνδυνες σκοτεινές ατραπούς εκκοσμικεύσεως και εκφιλοσοφισμού της άπαξ παραδοθείσης Ορθοδόξου Πίστεως.
Οι σημερινοί πνευματικοί ταγοί (διοικήσεις τοπικών εκκλησιών, διαρκής ιερά σύνοδος, Πατριαρχείον), είναι φανερόν πως έχουν προσβληθεί, αδικαιολογήτως και ασυγχωρήτως, από ιχθυώδη αφωνίαν και έχουν προσαρμοσθεί, απαραδέκτως και ασυγχωρήτως, στις αρχές και αξίες της Νέας Εποχής, του νέο-ανθρωπισμού, του Οικουμενισμού και της μεταπατερικής φραγκοπαπικής θεολογίας.
Αλλά Εκκλησία ΔΕΝ είναι μόνον οι γνωστοί ιεράρχες και οι διοικούντες τα εκκλησιαστικά θέσμια….Είναι οι αφανείς και άγνωστοι ιερείς, μοναχοί-μοναχές και λαϊκοί, που προσεύχονται νυχθημερόν προς φωτισμόν και σωτηρίαν μας, καθώς και σύμπας ο πιστός και ορθόδοξος λαός..
Αυτοί ως αφανείς σηματοδότες και φωτοδότες, μας υπενθυμίζουν ότι, μόνον διά της Εκκλησίας και μέσα στην Εκκλησία, οδηγούμαστε στον αληθινό και σωτηριώδη Θεανθρωπισμό, που είναι:
.Το τέρμα του πόνου και του κόπου, της αγωνίας και του άγχους, της φθοράς και του θανάτου και όλων των συναφών κακών που καταρρακώνουν και διαλύουν την ανθρώπινη προσωπικότητα.
.Το μοναδικόν αντίδοτον στο δηλητήριον του εωσφορικού ανθρωπισμού.
Ο Θεανθρωπισμός αυτός, είναι η λύτρωση στην έσχατή της έννοια, η θεραπεία της αρρωστημένης μας φύσεως, η ελευθερία από τα άνομα πάθη, ο εν Χριστώ αγιασμός μας. «Αυτό είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός μας» (Α΄ ΘΕΣΣ: 4/3).
β. Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός: Η νέα ρίζα της ανθρωπότητος
Λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως το βεβαιώνει και η Αγία Γραφή, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να κάνει τον άνθρωπο θεό. Δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να πετύχει την θέωση αν ο Θεός δεν είχε σαρκωθεί.
Στους προ Χριστού χρόνους ανεφάνησαν πολλοί σοφοί και ενάρετοι άνθρωποι. Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φθάσει σε αρκετά υψηλά επίπεδα φιλοσοφίας περί του αγαθού και περί του Θεού. Η φιλοσοφία τους μάλιστα περιείχε σπέρματα αληθείας, τον λεγόμενο «σπερματικό λόγο».
Δεν γνώριζαν βεβαίως τον αληθινό Θεό, ήσαν ειδωλολάτρες, όμως ήσαν  ευλαβείς και θεοφοβούμενοι. Γι᾿ αυτό, όσοι παιδαγωγοί, δάσκαλοι ή πολιτικοί και πολιτειακοί άρχοντες, ασυνεπείς προς τις μνήμες του γένους των Ελλήνων επιχειρούν να βγάλουν από την ψυχή του ευσεβούς λαού μας την πίστη του προς τον Θεόν, χωρίς μάλιστα και την συγκατάθεσή του, αυτοί αποτολμούν μίαν «ύβριν», με την αρχαία σημασία της λέξεως.
Αποτολμούν ουσιαστικά τον αφελληνισμό του και τον απογαλακτισμόν του από την Ορθόδοξη πίστη, αφού η Παράδοση των Ελλήνων, της αρχαίας, μεταγενέστερης και νεωτέρας ιστορίας μας, είναι Παράδοσις ευλάβειας και σεβασμού προς τον Θεόν.
Στην φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων διακρίνεται μία νοσταλγία για τον άγνωστο Θεό, για την εμπειρία του Θεού. Ήσαν πιστοί, ευλαβείς, βέβαια με ανθρώπινες σπιλάδες ανθρωπολατρείας, αποκρυφισμού και αθεΐας (μήπως σήμερα δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο και σε μεγαλύτερη έκταση ίσως, στο ακατήχητο ποίμνιον της Εκκλησίας μας;), αλλά δεν είχαν την σωστή, ολοκληρωμένη γνώση του Θεού, έλειπε η κοινωνία του Θεού και έτσι δεν ήταν δυνατή η θέωσις.
Στην Παλαιά Διαθήκη επίσης έχουμε δικαίους και ενάρετους ανθρώπους. Όμως η πλήρης ένωση με τον Θεό, η θέωση, καθίσταται δυνατή, κατορθωτή, με την σάρκωση του Θεού Λόγου.
Γνωρίζουμε ότι ο Αδάμ και η Εύα παρασύρθηκαν από τον διάβολο και θέλησαν να γίνουν θεοί, όχι όμως συνεργαζόμενοι με τον Θεό, όχι με ταπείνωση, με υπακοή, με αγάπη, αλλά βασιζόμενοι στην δική τους δύναμη, στο δικό τους θέλημα, εγωϊστικώς, αυτονόμως και αυτοφώτως. Η ουσία δηλαδή της πτώσεως ήταν ο εγωϊσμός και η ιδέα της αυτοθεοποιήσεως. Έτσι υιοθετώντας τον εγωϊσμό  και την αυτάρκεια χωρίστηκαν από τον Θεό, και αντί να πετύχουν την θέωση, πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο: Τον πνευματικό θάνατο.
Γνωρίζουμε όλοι τις συνέπειες της πτώσεως. Ο χωρισμός από τον Θεό έρριψε τον άνθρωπο στην σαρκική, κτηνώδη και δαιμονιώδη ζωή. Το λαμπρό δημιούργημα του Θεού, έπεσε βαριά άρρωστο, σχεδόν νεκρό. Το «κατ᾿ εικόνα» αμαυρώθηκε. Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν έχει τις προϋποθέσεις, που είχε πριν να αμαρτήσει, για να προχωρήσει στην θέωση.
Σ᾿ αυτήν την κατάσταση της βαριάς ασθένειας, σχεδόν νεκρός, ο άνθρωπος δεν μπορούσε πλέον να επαναπροσανατολισθεί προς τον Θεό. Χρειαζόταν μία νέα ρίζα στην ανθρωπότητα. Χρειαζόταν ένας νέος άνθρωπος, ο οποίος θα ήταν υγιής (αναμάρτητος) και θα μπορούσε να προσανατολίσει και πάλι την πορείαν του ανθρώπου προς τον Θεό.
Αυτή η νέα ρίζα, ο νέος άνθρωπος, είναι ο Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, που σαρκώθηκε για να αποτελέσει την νέα ρίζα, την νέα απαρχή, το νέο φύραμα της ανθρωπότητας.
Με την σάρκωση του Λόγου, όπως θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, πραγματοποιείται μία δευτέρα κοινωνία Θεού και ανθρώπων. Η πρώτη κοινωνία ήταν αυτή στον Παράδεισο. Αυτή όμως διασπάσθηκε. Χωρίστηκε ο άνθρωπος από τον Θεό, με αποκλειστική ευθύνη του ανθρώπου. Ο πανάγαθος Θεός οικονόμησε τώρα μια άλλη, δευτέρα κοινωνία, ένωση δηλαδή Θεού και ανθρώπων, που να μην μπορεί πλέον να διασπασθεί. Διότι αυτή η δευτέρα κοινωνία Θεού και ανθρώπων γίνεται στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.
Θεανθρωπισμός, λοιπόν, είναι η αταλάντευτη πίστη στην θεϊκότητα και μοναδικότητα της νέας ρίζας (το μπόλιασμα στον άνθρωπο), από την οποίαν και μόνον, βλασταίνουν οι αρετές που οδηγούν στην θέωση του ανθρώπου.
Με άλλα λόγια, Θεανθρωπισμός, είναι η Σωτηριώδης διδασκαλία του Κ.Η.Ι.Χ η οποία περιλαμβάνεται στην Α.Γ., αποσκοπεί στην θέωση του Ανθρώπου και συνοψίζεται στα εξής:
1/. Στην αιτία και στο σκοπό της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος;
2/. Στον σκοπό της ζωής του Ανθρώπου επί της γης. Ζούμε για να τρώμε και να απολαμβάνουμε τα υλιστικά αγαθά ή για κάτι άλλο;
3/. Στον χώρο της Θεώσεως του Ανθρώπου. Που μπορεί να τελειοποιηθεί ο άνθρωπος; Στο σπίτι του, μόνος του, σε στοές, σε πνευματικά κέντρα, σε αποκρυφιστικές συγκεντρώσεις, αλλαχού;
4/. Στον τρόπο της Θεώσεως του Ανθρώπου. Πως θεώνεται και σώζεται ο άνθρωπος; Μόνος του; Με απόκρυφες μεθόδους; Με επιστημονικές γνώσεις; Με μελέτη Ιερών κειμένων; Με πίστη; Και
5/. Στις προϋποθέσεις της Θεώσεως του Ανθρώπου.
2.  ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΩΣΗ;
α. Γενικά-Ορισμός
Όταν λέμε «Θέωση», εννοούμε την εις το υπέρ φύσιν, ανύψωση του ανθρώπου και την κατά το δυνατόν, ομοίωσή του με τον Θεό, πράγμα που γίνεται κατορθωτό, χάρις στην σάρκωση του Θεού Λόγου και τον αγιασμό από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Είναι δε η θέωση το κέντρο και η βάση της Χριστιανικής σωτηριολογίας και του ανθρώπινου προορισμού. Σ’ αυτό τον στόχο περιστράφη στο παρελθόν, περιστρέφεται στο παρόν και θα περιστρέφεται και στο μέλλον ο ορθόδοξος μυστικισμός, τον οποίο με τόσο ζήλο καλλιέργησαν οι Πατέρες μας, μεταδίδοντας στην συνέχεια την ευγενή τους άμιλλα και στις μετά ταύτα γεννηθείσες θυγατέρες Εκκλησίες των αλλοεθνών χωρών.
Η θέωση δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί με ανθρώπινα λόγια. Αμυδρή εικόνα της, αποκάλυψε ο Κύριος κατά την Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ. Την θέωση υπονοούν και τα λόγια Του, ότι «οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του Πατέρα τους» (ΜΑΤΘ: 13/43).
Τα σημεία της θεώσεως (μερικά ίχνη) έφερε και ο προφήτης Μωϋσής στο πρόσωπό του, όταν κατέβηκε από την κορυφή του Σινά, με συνέπεια να μη μπορούν οι Ισραηλίτες να τον ατενίσουν χωρίς εκείνος να φορεί κάλυμμα στο πρόσωπό του.
Την χάρη της θεώσεως έφεραν και πολλοί από τους αγίους Πατέρες μας, όπως βλέπουμε στους βίους των (όπως π.χ. ο αββάς Παμβώ, ο αββάς Σισώης, ο άγιος Νήφων κατά τον δ’ αιώνα, επίσκοπος Κωνσταντιανής, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ και όσοι άλλοι με την χάρη του Χριστού ανέβηκαν την κλίμακα του αγιασμού).
Η θεία εκείνη έλλαμψη που διεχέετο από το σώμα των θεωμένων αγίων, ήταν η θεία κατάσταση που υπήρχε μέσα τους, που φωτίζει και αγιάζει όλη την ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου. Όλα τα ψυχοσωματικά μέλη του ανθρώπου, αγιαζόμενα, γίνονται μέτοχα της αφθαρσίας και της ευωδίας του αγιασμού, ενώ τα πρόσωπά τους φωτίζονται και λάμπουν «ως ο ήλιος», χωρίς η λάμψη αυτή να γίνεται πάντοτε αισθητή στους έξω, εκτός εάν η θεία Χάρη το επιτρέψει προς οικοδομή των πιστών.
Αυτή η χάρη είναι που αγιάζει τα οστά τους, τα ενδύματά τους και ό,τι άλλο είχαν για χρήση τους, όπως βλέπουμε στους βίους τους, γι’ αυτό και τα «μαντίλια της κεφαλής ή του λαιμού» τους ακόμη (ΠΡΑΞ:19/12), επιτελούσαν θαύματα και θεραπείες.
Θέωση λοιπόν, είναι:
-Η μεταμόρφωση του ανθρώπου με την Χάρη του Θεού, στο πρώτον αξίωμα του «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού».
-Η κατά χάριν υιοθεσία του ανθρώπου από τον Θεό, δυνάμει της σαρκώσεως του Θεού Λόγου.
-Η συμμετοχή στην θεία δόξα και την θεία μακαριότητα, όσον «χωρεί» στην ανθρώπινη φύση.
-Η κατάσταση εκείνη που περιγράφει ο Απ. Παύλος, όπου «η ζωή θα νικήσει τον θάνατο»(Β΄ΚΟΡΙΝΘ:5/4), όπου ο πιστός ανίσταται ως «νέος άνθρωπος», «δημιουργημένος από τον Θεό», «αφομοιωμένος σε όλα με τον Υιό του Θεού».
Θέωση σημαίνει επίσης,  τελειότητα και πνευματική γνώση και αγάπη, και ολοκληρωτική ακινησία ως προς το κακό και κάθαρση από κάθε πάθος (Απάθεια).5
Συμπερασματικώς, θέωση είναι η τελειότητα, η συμμετοχή τού ανθρώπου στην θεία αφθαρσία, μ’ εκείνο που είπε ο Χριστός, ότι «εγώ και ο πατέρας μου θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του».
«..εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν..» (ΙΩΑΝΝ: 14/23).
β. Είναι δυνατή και εφαρμόσιμη η διδασκαλία του Ιησού, ως μοναδική οδός θεώσεως του ανθρώπου;
Με πολλούς τρόπους οι άγιοι Πατέρες μας, που αξιώθηκαν της θεώσεως (βιωματικά και όχι διανοητικά), περιγράφουν τους όρους της μακαριότητας αυτής στην οποία εισήλθαν και η οποία αποτελεί είσοδο στην «κατάπαυση» του Υιού του Θεού, στην μακαρία γαλήνη της τέλειας ακινησίας και απαθείας ως προς το πονηρό, εντρυφώντας στην θεία θεωρία και καταλαμπόμενοι από το θείο και άκτιστο φως.
Η θεοαγχιστεία αυτή, με την οποία, κατά τον Απ. Πέτρο, «έχουμε γίνει μέτοχοι της θείας φύσεως» (Β΄ΠΕΤΡ:1/4), πραγματοποιείται με την μετοχή στις θείες και άκτιστες ενέργειες του Θεού. Έτσι, γινόμαστε με την βοήθεια της Χάριτος ό,τι είναι ο Θεός κατά φύσιν.
Σ’ αυτό απέβλεπε εξ αρχής η δημιουργία μας ως όντων κατ’ εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού.
Αφού λοιπόν ο Θεός σαν τέτοιο θέλησε να πλάσει τον άνθρωπο, είναι φανερόν ότι περιεχόταν στα σχέδια της θείας Πρόνοιας η τελείωσή του μέσα στα πλαίσια της θεώσεως, διότι η εξαιρετική αυτή κατασκευή του (ως όντος με ψυχή νοερά, λογική, αθάνατη, αυτεξούσια και ζωοποιούσα, που έχει δηλ. την ικανότητα ζωοποιήσεως του υλικού σώματος και προικισμένη με πνευματικές δυνατότητες), κατέληγε σ’ αυτό και μόνο το αποτέλεσμα. «Θέλοντας δε —λέει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός— ο Δημιουργός Λόγος να δείξει αυτό, δημιουργεί τον άνθρωπο  από δύο στοιχεία, την αόρατη και ορατή φύση»· και συνεχίζει λέγοντας: «και το τέλος του μυστηρίου είναι η κίνηση προς την θέωση».
Δυστυχώς, παρά την υπεροχή αυτή και τον τόσο δυναμισμό, που προίκισε ο Θεός  την φύση του, ο άνθρωπος δεν πέτυχε την προοριζόμενη τελείωσή του, επειδή εμποδίσθηκε από την πτώση του. Επανόρθωσε όμως την καταστροφή από την πτώση η πανάγαθος του Θεού οικονομία, διά της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου.
Η «από την αρχή της συλλήψεως» πραγματική και υποστατική ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Σωτήρος Ιησού Χριστού, αποτελεί ήδη από μόνη της απολύτρωση και θέωση της ανθρώπινης φύσεως, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας.6
Η ανθρώπινη φύση, με την ανέκφραστη ένωσή της με την θεία φύση στο Πρόσωπο του Θεού Λόγου, αποβάλλει την φθορά που προήλθε από την ανομία/αμαρτία, ανακαινίζεται, αναδημιουργείται και κληρονομεί την αθανασία και αφθαρσία. Μέσα σ’ αυτήν, αναλάμπουν οι θεοειδείς χαρακτήρες της εικόνας του Θεού και επιτυγχάνεται η κατά χάριν προς τον Θεό ομοίωση. «Αυτός (ο Θεός) έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί» λέει ο Μ. Αθανάσιος. «Οι χριστιανοί με την χάρη του Κυρίου γίνονται θεοί, και γίνονται μ’ αυτήν ό,τι είναι ο Θεός εκ φύσεως», προσθέτει ο άγιος Ιω. ο Δαμασκηνός.
Η μεγάλη αγαθότητα του Χριστού μας, δεν μετάδωσε μόνο την χάρη στην ανθρώπινη φύση μας, αλλά μας δίδαξε και τον τρόπο της πρακτικής ενέργειας όλων εκείνων των μέσων και στοιχείων που μας οδηγούν στην επιτυχία της τελειώσεώς μας.
Γι’ αυτό ο Κύριός μας συμπεριέλαβε στα πάνσοφα σχέδιά του όλη την κατάσταση του ανθρώπου, ώστε διά της προσωπικής του παρουσίας σ’ όλα τα στάδια της ζωής μας, από της βρεφικής ηλικίας μέχρι της τέλειας ανδρικής, να διδάξει πρακτικά το δυνατόν της εφαρμογής των θείων εντολών και να δώσει ζωντανό παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής.
Στην παιδική του ηλικία «έκανε υπακοή», λέει η Αγ. Γραφή, στους θεωρούμενους γονείς Του, τον Ιωσήφ και την (βιολογική κατά σάρκα) Μητέρα Του. Δωδεκαετή τον βρίσκουμε στο ναό να ερωτά και να συζητά με τους δασκάλους του Ισραήλ. Σε όλη την παιδική και νεανική του ζωή «πρόκοβε στην σοφία και μεγάλωνε σε ηλικία, και η χάρη που είχε, ευαρεστούσε τον Θεό και τους ανθρώπους» (ΛΟΥΚ: 2/41-52). Όταν δε έφθασε στην ανδρική ηλικία, τον βλέπουμε να αποσύρεται στην έρημο να νηστεύει, να αγρυπνεί, να αγωνίζεται και να νικά το διάβολο που τον πολεμούσε με τους τρεις περιεκτικούς πειρασμούς.
Όλες τις αρετές μας τις έδειξε εμπράκτως στον πανάρετο βίο Του, γι’ αυτό δικαίως έλεγε· «ποιός από σας μπορεί να αποδείξει πως έκανα κάποια αμαρτία;» (ΙΩΑΝ:8/46).
Ολόκληρη η έκταση και ο τρόπος της πνευματικής ζωής, από την πράξη μέχρι την θεωρία, οι σωματικές και ψυχικές αρετές που συντελούν στην κάθαρση από την Χάρη και τον φωτισμό και την τελείωση της προσωπικότητάς μας, αποδείχτηκαν εφαρμόσιμες και δυνατές, κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού μας.
Έτσι κλείνει κάθε στόμα που προβάλλει προφάσεις, και καθίσταται υπόδικος όλος ο κόσμος στον Θεό. Γι’ αυτό και ο Απ. Παύλος παρακινεί όλους μας, «ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί…τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου, που έχουμε μπροστά μας»(ΈΒΡ: 12/1-2).
Μετά λοιπόν από το έμπρακτο παράδειγμα του Χριστού και τόσων αγίων, ποιός, από όσους θέλουν, φοβάται την εγκράτεια ή ποιός είναι δυνατό να την κακίζει; Ποιός τώρα αμφιβάλλει για την ανάγκη μετανοίας, ασκητισμού και προσευχής; Ποιός τώρα δειλιάζει στην αρετή της ολιγάρκειας ή της ακτημοσύνης, ακόμα και αν βρίσκεται μέσα στην κοινωνία; Ποιός μπορεί να αρνείται την αγάπη, την πραότητα, την καλωσύνη προς τον συνάνθρωπό του, όταν ο Χριστός δέχεται με τόση ηρεμία το φίλημα του προδότη Ιούδα;
Το συμπέρασμα είναι ότι δεν αρκέσθηκε ο Λυτρωτής μας στην προστακτική υπόδειξη των θείων εντολών Του, δεν αρκέσθηκε στην χαρισματική δωρεά της θείας Χάρης Του, αλλά συγκαταβαίνοντας με τον ανερμήνευτο τρόπο της θείας Του κενώσεως, φόρεσε την δική μας φύση, ώστε οι θείες δωρεές Του να μην είναι απλώς χαρισματικές αλλά κληρονομικές, κατά τον νόμο της συγγένειας και εφαρμόσιμες.
Επειδή οι άνθρωποι έχουν σάρκα και αίμα, λέγει ο Παύλος, επήρε κι’ Αυτός τα ίδια και έγινε όμοιος με εμάς, για να μας κάνει τέκνα Θεού, «κληρονόμους μεν Θεού, συγκληρονόμους δε Αυτού» (ΡΩΜ:8/17).
γ. Η τήρηση των Εντολών του Κυρίου     
1/ Κύρια μέσα για την τελείωση του ανθρώπινου προορισμού    
Ποια είναι τα κύρια μέσα για την τελείωση του προορισμού μας, πάλι ο Κύριός μας θα μας διδάξει. «Κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη—παραγγέλλει στους μαθητές Του— και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα» (ΜΑΤΘ:28/19-20).
Το «να τηρούν όλες τις εντολές Του…», αναφέρεται ασφαλώς στις θείες εντολές Του, που η τήρησή τους είναι το απαραίτητο καθήκον μας το οποίο περιλαμβάνεται στην πρώτη και μεγάλη εντολή: «Ν’ αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου και μ’ όλη την διάνοιά σου» (ΜΑΤΘ:22/37).
Η τήρηση των θείων εντολών, είναι η απόδειξη της αγάπης μας προς τον Θεόν. Να τι λέει σχετικά ο ίδιος ο Κύριός μας: «Εκείνος που κρατά τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπά…Όποιος με αγαπά θα τηρήσει το λόγο μου. Κι’ ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του.» (ΙΩ:14/21-23).
Αυτή την ακρίβεια στην τήρηση των θείων εντολών επεσήμαναν οι Πατέρες μας, και ο καθένας, με όση δύναμη είχε, βιαζόταν σ’ όλη του την ζωή να την πετύχει. Μιμούμενοι τον Κύριό μας, ο οποίος άρχισε την αποστολή του έμπρακτα ώστε μετά να διδάξει, έτσι και αυτοί επιδόθηκαν στο έργο τους όχι θεωρητικά και αφηρημένα, αλλά με βάση την έμπρακτη εφαρμογή των θείων έντολών.
2/ Είναι ο άνθρωπος, αφ’εαυτού ικανός να φυλάττει τις εντολές του Θεού;7
Στο παραπάνω σοβαρόν ερώτημα, δίδουν σαφή απάντηση οι Πατέρες της Εκκλσίας μας:
«Ο άνθρωπος αφ' εαυτού είναι ανίκανος να φυλάττη τας εντολάς του Θεού, και διά τούτο ελέχθη: «Αιτείτε, και δοθήσεται». Και εάν δεν παρακαλούμεν, τότε οι ίδιοι βασανίζομεν εαυτούς και στερούμεθα της χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Η δε ψυχή χωρίς την χάριν θορυβείται διά πολλά, επειδή δεν εννοεί το θέλημα του Θεού.
Διά να έχει την χάριν ο άνθρωπος, οφείλει να είναι εγκρατής εν παντί: Εις τας κινήσεις, εις την ομιλίαν, εις την δράσιν, εις τους λογισμούς, εις την τροφήν. Προς πάσαν εγκράτειαν βοηθεί η μελέτη του λόγου του Θεού, ως εγράφη: «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».
Ο Κύριος αγαπά ημάς περισσότερον παρά η μήτηρ τα τέκνα της και δίδει δωρεάν εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά ημείς οφείλομεν να την φυλάττωμεν επιμελώς, διότι δεν υπάρχει μεγαλυτέρα συμφορά από την απώλειάν της. Όταν η χάρις εγκαταλείπη την ψυχήν, τότε, εις εκείνας τας θλιβεράς στιγμάς, η ψυχή αισθάνεται ως να έπεσεν από τον ουρανόν εις την γην και βλέπει όλα τα δεινά της γης. Δεν υπάρχουν πλέον στιγμαί διά να χαρή η ψυχή, μέχρις ότου ο Κύριος δώση πάλιν εις αυτήν την χάριν Του. Η ψυχή επιποθεί τον Δεσπότην και κλαίει ως ο Αδάμ μετά την έξωσιν αυτού από του παραδείσου. Ουδείς τότε δύναται να παρηγορή­ση αυτήν πλην του Θεού. Τα δάκρυα του Αδάμ ήσαν άφθονα, έρρεον ποταμηδόν, και έβρεχον το πρόσωπον, το στήθος και την γην. Οι στεναγμοί αυτού ήσαν βαθείς και δυνατοί ως φυσερόν σιδηρουργού, και εβόα: «Κύριε, Κύριε, παράλαβέ με πάλιν εις τον παράδεισον».
Η μήτηρ κλαίει πικρώς διά τον αγαπημένον υιόν της, όταν επί πολύ δεν βλέπη αυτόν. Η αγάπη όμως του Θεού είναι ασυγκρίτως μεγαλυτέρα και θαυμαστή, και όταν επισκεφθή την ψυχήν, τότε από την άμετρον χαράν προσεύχεται με δάκρυα αγάπης δι' όλον τον κόσμον, όπως όλοι οι άνθρωποι γνωρίσουν τον Ουράνιον Πατέρα, και ανάπαυσιν δεν έχει, ούτε καν θέλει αυτήν, έως ότου οι πάντες γευθούν της χάριτος της αγάπης Αυτού...
Προσέχετε την χάριν του Θεού. Μετ' αυτής η ζωή είναι εύκολος. Το παν γίνεται καλώς και κατά Θεόν, το παν είναι αγαπητόν και ευχάριστον, η ψυχή αναπαύεται εις τον Θεόν, ωσάν να περιπατή εις ένα ωραίον κήπον, εις τον οποίον ζη ο Κύριος και η Παναγία Θεοτόκος.
Μακάριοι είναι εκείνοι, όσοι ημέρας και νυκτός μεριμνούν πώς να ευαρεστήσουν εις τον Κύριον. Αυτοί εκ πείρας και αισθητώς γνωρίζουν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις δεν έρχεται κατά τρόπον ώστε η ψυχή να αγνοή την έλευσίν της, και οπότε εγκαταλείπη αυτήν η χάρις, τότε η ψυχή, ήτις αγαπά τον Θεόν, αναζητεί τον Κύριον μετά μεγαλυτέρας θλίψεως και εντάσεως, ούτως, ώστε αδυνατεί καν να ενθυμηθή τα συγγενή και προσφιλή πρόσωπα.
Δόξα εις τον Κύριον, ότι διδάσκει ημάς να αισθανώμεθα την έλευσιν της χάριτος και να γνωρίζωμεν την άρσιν αυτής, τουτέστιν πώς αποκτάται και πώς αφαιρείται.
Όστις φυλάττει όλας τας εντολάς, η καρδία αυτού θα αισθάνηται πάντοτε την χάριν έστω και ολίγον. Αφαιρείται όμως η χάρις ένεκα της κενοδοξίας, ένεκα και ενός ακόμη υπερηφάνου λογισμού. Δύναταί τις να νηστεύη πολύ, να προσεύχηται πολύ, να κάμνη πολλά καλά, εάν όμως υπερηφανεύηται δι' αυτά, τότε θα ομοιωθή προς κύμβαλον, το οποίον αλαλάζει, έσωθεν δε είναι κενόν. Η κενοδοξία ερημοί την ψυχήν από της χάριτος, και χρειάζεται πολλή πείρα και μακρός αγών διά να νικήσης το πάθος αυτό…».
3/ Η τήρηση των θείων εντολών είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως ή γίνεται από φόβον Θεού;
Η μεγάλη πείρα της ανθρώπινης τραγωδίας, έπειθε τους Πατέρες μας ότι είναι απαραίτητη και η αποχή και η απομάκρυνση από το κακό, αλλά και η εξυγίανση των αισθήσεων και του νου. Φιλοσόφησαν το νόημα των εντολών του Κυρίου και διαπίστωσαν ότι δεν είναι άλλο παρά η απόκτηση των θείων αρετών που αποκρούουν τις αντίστοιχες κακίες και ταυτόχρονα θεραπεύουν τις αρρωστημένες αισθήσεις και το σκοτισμένο νου.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που συνήθως ονόμαζαν «πρακτική». «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου», λέει η Γραφή και, «με τον φόβο του Κυρίου αποφεύγει κάποιος το κακό».
Αφού πίστεψαν πρώτα, φοβήθηκαν τον Θεό· κι’ αφού κράτησαν τον θείο φόβο, αυτός τους ξύπνησε τον ζήλο· ο ζήλος τους θέρμανε και τους διήγειρε την φιλοπονία ένεκα της οποίας «φύλαξαν (για τους λόγους του Κυρίου) οδούς σκληράς».
Θα πουν κάποιοι: Mα, ο  Θεός προκαλεί  φόβο στον άνθρωπο; Απαιτεί να τον φοβόμαστε;.
Ναι! Ο Θεός είπε ότι πρέπει να έχουμε Φόβο Κυρίου και δίδαξε «Αρχή σοφίας Φόβος Κυρίου» (ΠΑΡΟΙΜ: 1/7).
Ποιός όμως από τους αντιρρησίες, ανθρωπιστές και μη, διευκρίνησε τι είναι Φόβος Κυρίου; Διότι άλλος είναι ο Φόβος Κυρίου και τελείως διαφορετικός είναι ο φόβος ανθρώπου.
Ο Φόβος Κυρίου «είναι αγνός, ανόθευτος από πλάνη με αιώνια ισχύ και κύρος» (ΨΑΛΜΟΙ: 18/10), «ευφραίνει και αγαλλιάζει τους εναρέτους και συντρίβει τους εργαζομένους κακά» (ΠΑΡΟΙΜ: 10/29).
·Όποιος φοβείται τον Κύριο έχει Νόμο και κανόνα ενάρετης ζωής (ΨΑΛΜΟΙ: 22/12). Έχει καταφύγιον παρηγοριάς για όλες τις θλίψεις του (ΨΑΛΜΟΙ: 31/7),  πλούτον, δόξα, ελπίδα και ζωή (ΠΑΡΟΙΜ: 22/4 και 23/17-18).
·Ο φόβος Θεού (Άγιος Νεκτάριος, Το γνώθι Σ’αυτόν):
Þ Είναι ιερό συναίσθημα που γεμίζει την καρδιά εκείνου που γνωρίζει τον Θεό στα θεία Αυτού ιδιώματα.
Þ Εκδηλώνεται ως αφοσίωση προς το θείο, ως λατρεία του Θεού, ως αγάπη του Θεού «εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας».
Þ Εξαγνίζει την καρδιά του ανθρώπου, καθηλώνει την σάρκα του και υποτάσσει τις ορμές αυτής στην δύναμη του πνεύματός του. 
Αυτός είναι ο Φόβος Κυρίου:
Þ Σφράγισμα της γλώσσης από κακολογίες.
Þ Μίσος για τις αδικίες, την αλαζονεία και την ασέβεια προς το Θεό (Ασέβεια: Μη εκτέλεση του θείου θελήματος, των Νόμων του Θεού).
Þ Διάπραξη έργων αγαθών και μόνο, γιατί αυτά είναι αρεστά ενώπιον του Κυρίου.
Þ Συνεχής επιδίωξη της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης.
Αντίθετα με το Φόβο Κυρίου, ο φόβος ανθρώπου είναι η κυρίευση του ανθρώπου από δεισιδαιμονίες, πάθη και τρόμους εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό, συνεπεία της απουσίας της προστασίας του αληθινού Θεού (ΨΑΛΜΟΙ: 13/5, ΙΩΒ: 20/1-27, ΗΣΑΪΑΣ: 24/17).8
Η φιλόπονη εφαρμογή των εντολών και μάλιστα των περί τα σωματικά, προκάλεσε στους Πατέρες, πρωτίστως, την συναίσθηση της αμαρτωλότητας. Η συναίσθηση αυτή, έφερε το πένθος και «το δάκρυον»· το δάκρυ προκάλεσε το θείον έλεος, την άφεση, την κάθαρση, τον φωτισμό· ο φωτισμός οδηγεί στην αγάπη και η αγάπη προκαλεί την τελείωση και την απάθεια και την θέωση.
ΟΛΑ αυτά έγιναν με απόλυτη ελευθερία βουλήσεως των Αγίων Πατέρων.
δ. Πότε δέχεται ο νους τον φωτισμό της Θείας Χάριτος;
Για να δεχθεί όμως ο νους τον φωτισμό της Χάριτος, πρέπει να έχει οπωσδήποτε υποτάξει προηγουμένως, όπως είπαμε, τις αισθήσεις στην σωφροσύνη, το δε θέλημά του, στο θέλημα του Θεού.
Τότε, και μόνον τότε, αρχίζει να αισθάνεται την καθαρότητα και τον φωτισμό του από την θεία Χάρη, οπότε και προσέχει με λεπτομέρεια τις ψυχικές κακίες και αρετές και διακρίνει με ακρίβεια τις προσβολές, τους δόλιους τρόπους και τις προφάσεις με τα οποία οι πονηροί δαίμονες, προσπαθούν να τον παρασύρουν.
Τότε αισθάνεται και διακρίνει σαφώς την παρουσία της Χάριτος και της πλάνης, οπότε ο «πλανών τον κόσμον όλον», ερχόμενος πότε «ως λιοντάρι που βρυχάται» και πότε «ως άγγελος φωτεινός», γίνεται εύκολα αντιληπτός εκ του μακρόθεν.
Εάν ο νους παραμείνει ως κυβερνήτης στην κατάσταση αυτή του φωτισμού, διοικεί με σύνεση και δικαιοσύνη το τριμερές της ψυχής που είναι το «λογιστικό», το «θυμικό» και το «επιθυμητικό», και κατανέμει στο καθένα την ανάλογη έργασία. Στο λογιστικό, αναγνώσματα και θεωρήματα πνευματικά και προσευχή· στο θυμικό αγάπη πνευματική και στο επιθυμητικό σωφροσύνη και εγκράτεια. Για το σώμα, τέλος, φροντίζει να έχει τα απλώς αναγκαία, τροφές και σκεπάσματα, στα οποία κατά τον Απ. Παύλο πρέπει να αρκούμαστε (Α΄ΤΙΜ: 6/ 8).
Εκτός από τα σωματικά, όμως, υπάρχουν και τα ψυχικά πάθη: Ο εγωϊσμός, η πλεονεξία, το μίσος, η κακία, ο θυμός, ο φθόνος και τα όσα άλλα δημιουργούνται από αυτά. Η προσπάθεια του φωτισμένου νου είναι να δώσει μεθοδική μάχη, για να αντικαταστήσει όλον αυτόν τον κυκεώνα των παθών με τις αντίθετές τους αρετές, ώστε όλος ο άνθρωπος, σώμα και ψυχή, να γίνει ναός του Θεού, θείον οικητήριο.
Από εδώ, εισερχόμαστε πια στην τελειωτική κατάσταση, όπου η θεία Χάρη με τις ελλάμψεις της, αρπάζει το νου σε θεωρίες και του χαρίζει την πρόγευση της θείας μακαριότητας. Όταν ο νους, διά της αρπαγής αυτής, φθάσει στον ωκεανό της θείας ειρήνης, τότε έφθασε στην αγάπη του Θεού, εκεί όπου κάθε κίνηση σταματά πια, οπότε και εισέρχεται στην «κατάπαυση» του Θεού (ΕΒΡ:4/3, 11), στον λεγόμενο «αιώνιο σαββατισμόν, όπου η τελείωση και η θέωση.
Η θέωση ενεργούμενη από αυτή την ζωή, προαγόμενη με τον αγιασμό της Χάριτος, θα ολοκληρωθεί στην μέλλουσα ζωή με την ένωση του ανθρώπου-κτίσματος με τον Θεό-Δημιουργό/Κτίστη, προς ολοκλήρωση του κατ’ ευδοκίαν, θείου θελήματος. Όσο κι αν ο άνθρωπος αισθάνεται από αυτή την ζωή τις θείες ελλάμψεις και δωρεές, εν τούτοις αισθάνεται «τα πράγματα θαμπά, σαν μέσα από μεταλλικό καθρέφτη», γιατί τώρα «γνωρίζουμε ένα μόνον μέρος/….άρτι γιγνώσκω εκ μέρους..» (Α΄ ΚΟΡ: 13/12).
Τότε μόνο δίνεται το τέλειο, όταν ολοκληρωθεί η είσοδος του ανθρώπου εις «τα άγια» του ουρανού, «όπου μπήκε πριν από μας και για χάρη μας ο Ιησούς», δωρούμενος αιώνια και όχι πρόσκαιρη λύτρωση (ΕΒΡ: 6/20, 9/12).
ε. Η σημασία της Μετανοίας
Από μέρους του Θεού, η Χάρις του Αγ. Πνεύματος διά Ι. Χριστού ολοκληρώνει τον άνθρωπο στον σκοπό που ήταν προορισμένος, σκοπό τον οποίο έχασε διά της αμαρτίας και του θανάτου. Από μέρους δε του ανθρώπου, απαιτείται συνέργεια, καλή (ελευθέρα) θέληση και υπακοή και διατήρηση του όρου της μετανοίας. Εάν, κατά τον Απ. Παύλο, «όλοι αμάρτησαν και βρίσκονται μακριά από την δόξα του Θεού…» (ΡΩΜ: 3/23), άρα σε όλους αρμόζει η μετάνοια.
Μετάνοια, σύμφωνα με την ονομασία της, σημαίνει ανάκληση του νου εκεί απ’ όπου ήταν πρώτα και ξέφυγε. Κατά τους Πατέρες μας, δεν αμαρτάνει κανείς πρακτικά εάν δεν αμαρτήσει πρώτα με το νόημα· έτσι, η κακή χρήση των νοημάτων γεννά την κατάχρηση (κακή χρήση) των πραγμάτων· γι’ αυτό, «νους που απομακρύνθηκε από τον Θεό ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης».
Στην φύση της η μετάνοια, είναι μια πενθική και λυπηρή διάθεση που φανερώνει όχι απλώς μεταμέλεια, αλλά συντριβή για το ένοχο παρελθόν, και μια σταθερή απόφαση αλλαγής και διορθώσεως για το μέλλον.
Μετάνοια είναι μια αίσθηση της δικαιοσύνης του Θεού, που η μάστιγα του θείου φόβου (για τους ατελείς) και της θείας αγάπης (για τους οδεύοντας προς το τέλειον), παιδεύει αδιάκοπα την ψυχή του ανθρώπου έως ότου τον πείσει να διακόψει κάθε τι το αμαρτωλό.
Μετάνοια είναι μια ειλικρινής εκ βάθους ψυχής αίτηση συγγνώμης από τον Θεό, η ταπεινή πρόσπτωση στα πόδια Του.
Μετάνοια πραγματική έχει εκείνος που λέει μαζί με τον Δαυΐδ, «τα δάκρυα μου έγιναν για μένα το ψωμί μου την μέρα και την νύκτα»(ΨΑΛΜ:41/4) και «από τους γοερούς στεναγμούς μου κόλλησαν τα κόκαλα μου στο δέρμα μου» (ΨΑΛΜ:101/6).
Μετάνοια έχει όποιος μιμείται τον ταπεινό τελώνη της παραβολής, τον άσωτο που επέστρεψε, την πόρνη του ευαγγελίου που έβρεξε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της.
Μετάνοια είναι συνδιαλλαγή με τον Θεό, κάνοντας έργα αντίθετα από εκείνα με τα οποία Τον «παροργίσαμε».
Μετάνοια είναι, η επίμονη και εκούσια φιλοπονία σε αντιστάθμισμα της φιληδονίας την οποία περιέχει η ανομία/αμαρτία. Η μετάνοια είναι νέον «βάπτισμα» και αποτελεί ανάγκη για όλους μας, αφού μόνο στους αναμάρτητους είναι περιττή. Ξεκινώντας λοιπόν η μετάνοια ως κατάσταση πένθους και ταπεινώσεως, μας ανεβάζει σιγά-σιγά στην θέωση. Από το δρόμο αυτό πέρασαν όλοι οι εν Χριστώ δικαιωθέντες συνάνθρωποί μας, οι οποίοι τώρα βρίσκονται στην μακαρία ανάπαυση και αθανασία.
Συνάνθρωποί μας ομοιοπαθείς ήσαν κι εκείνοι και πολλοί από αυτούς είχαν συλληφθεί προηγουμένως στα δίκτυα της ποικιλόμορφης αμαρτίας· αλλά δεν παρέμειναν εκεί μέχρι τέλους· ξύπνησαν και αποτίναξαν την ραθυμία και διά του σωτήριου δρόμου της μετανοίας δικαιώθηκαν και δοξάστηκαν στους ουρανούς. Στον άγιο αυτό αγώνα, στον ιερό αυτό στίβο, στην ωραία αυτή ζωή, καλούμαστε όλοι μας.
Αφού λοιπόν η θέωση, αποτελεί τον τελικό προορισμό μας, ας μη περιοριζόμαστε στο να θαυμάζουμε απλώς ακούοντας για τα υψηλά αυτά πράγματα σαν να είναι κάτι ξένο για μας και την εποχή μας, κάτι που μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στις παλιές εποχές. Εκείνο που χρειάζεται ο καθένας μας, είναι η συνειδητοποίηση αυτού του υψηλού προορισμού και η συμμόρφωση της ζωής μας προς αυτόν.
Δυστυχώς η τόση ραθυμία και απιστία που επικρατεί στους καιρούς μας, προκαλεί την πνευματική νάρκη, με συνέπεια να θεωρούνται, όσα αναφέραμε, ακατόρθωτα· κι’ όχι μόνο αυτό, αλλά να παραμένουν άγνωστα στους πολλούς.9
Συνεχίζεται



Θεηπόλος (αντί Θεοπόλος)= Ιερεύς, Υπηρέτης του Θεού.
Θελξίμβροτος (ο,η)= Ο θέλγων, ο απατών δι’ ηδονής, τους ανθρώπους.
Ιάλεμος= Θρήνος, κοπετός.
Ιθύφαλλος (ο)= Ασελγής, κακοήθης, διεφθαρμένος άνθρωπος.
Ίμερος (ο)= Επιθυμία, έρως.
Μισάνθρωπος (ο,η)= Ο μισών τους ανθρώπους.
Νερτέριος,α,ον=Ο ανήκων ή ευρισκόμενος εις τους νερτέρους (τους υπό γην), υποχθόνιος.
Ραιστήρ(ο,η)= Κατασυντρίβων, Συνθλίβων, σφύρα.
Χαλίφρων-ονος (ο,η)= ελαφρόνους, κουφόνους, ενδοτικός. 
2 Η διεξαγωγή του αγώνος προς τους σημερινούς κοσμοκράτορες του σκότους, με σώφρονα μέθοδο, βασισμένη στην διδασκαλία του Κυρίου Ιησού Χριστού και την κατάλληλη πανοπλία (δόγματα της Ορθοδόξου Πίστεως), είναι απαραίτητη, επειδή η πάλη μας, δεν είναι προς αίμα και σάρκα (προς ανθρώπους), αλλά προς τους πονηρούς δαίμονες και την διδασκαλίαν των υπηρετών τους (ανθρωπισμός, διαφωτισμός, και όλοι οι συναφείς –ισμοί τους), οι οποίοι αδιστάκτως, ανυστάκτως, αδιακόπως και πεισμόνως, ζητούν την αλλοτρίωσή μας και την καταστροφή μας.
Βλέπε στην ανάλυση του θέματος: «Οι Άνθρωποι και τα «θηρία» της Αγίας Γραφής» (Απρ.-Μάϊ. 2017).
4 Λεπτομέρειες στο αναλυθέν θέμα «Πλάνες και Απάτες του Συστήματος», Πλάνη-Απάτη 104η, Η Αλήθεια για την ΝΑΣΑ (14 Ιουλ.-4 Αυγ. 2017).
5 Απάθεια, είναι η ολοκληρωτική απόθεση των νοημάτων και κινημάτων και θελημάτων του παλαιού ανθρώπου και η ζώσα ενσάρκωση του καινού ανθρώπου, του «εξ ουρανού», του οποίου την εικόνα, σαν ένδυμα, παρακινεί ο Παύλος να φορέσουμε. Απαθείς λέγονται όσοι, παρόντων των πραγμάτων, δηλαδή των αιτίων που κινούν τα πάθη και τις επιθυμίες, μένουν εντελώς ακίνητοι και προς αυτά και τις μνήμες τους.
 Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι, απαθής είναι εκείνος ο οποίος, το παθητικό μέρος της ψυχής έστρεψε εξ ολοκλήρου προς τον Θεό, και αγνοεί την διαφορά δικού του και ξένου, πιστού και άπιστου, άνδρα και γυναίκας. Κατά δε τον άγιον Ισαάκ τον Σύρο, όρος της τελειότητας αυτής είναι η πλήρης —κατά Θεόν— αγάπη προς όλη την κτίση και η ακόρεστη δίψα να πάσχει κανείς και να θυσιάζεται υπέρ των συνανθρώπων του.
6 Εδώ όμως (με την ενανθρώπηση δηλ. του Υιού του Θεού), το μυστήριο παίρνει νέες, τεράστιες διαστάσεις, διότι όση και να ήταν η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου με την μετοχή του στα θεία χαρίσματα, δεν ήταν εν τούτοις δυνατό να επιτευχθεί η υποστατική ένωσή του με την μακαρία Θεότητα, όπως έγινε τώρα με την σάρκωση του Θεού Λόγου. Αφού ενώθηκε  ασυγχύτως, υποστατικά, ο Θεός Λόγος, με όλο τον άνθρωπο, μένει αδιαίρετος κατά την Θεότητα και ανθρωπότητα, «και είχε στον εαυτό του όλη την (ανθρώπινη) φύση για να την επανορθώσει ολόκληρη επαναφέροντάς την στην πρώτη κατάσταση. Μας φόρεσε με την δική του σάρκα. Διότι είμαστε όλοι σ’ αυτόν, επειδή έγινε άνθρωπος», λέει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Στο σημείο αυτό, ο Απ. Παύλος κάνει ένα θαυμάσιο παραλληλισμό. «Μέσω ενός ανθρώπου μπήκε στον κόσμο η αμαρτία και μέσω της αμαρτίας ο θάνατος. Κι’ έτσι εξαπλώθηκε ο θάνατος σ’ όλους τους ανθρώπους, γιατί όλοι αμάρτησαν…». Και συνεχίζοντας καταλήγει στην διά του Ι. Χριστού σωτηρία.
«Κι’ όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από το Θεό…». Όπως βασίλευσε ο θάνατος από τον Αδάμ πάνω σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και τώρα εμείς που καταγόμαστε όχι πλέον από τον πρώτο, τον παλαιό Αδάμ, αλλά από τον νέο, τον Χριστό, θα μετάσχουμε στην θεία ζωή Του. Όπως ο Αδάμ διά σαρκός και αίματος γεννά τους απογόνους του, έτσι και ο Κύριός μας Ι. Χριστός με την πίστη σ’ Αυτόν και τα μυστήρια της Εκκλησίας Του, μας γεννά πνευματικώς (ΡΩΜ:5/12-21).
7 Από το βιβλίον «Ο ΓΕΡΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ» Θεσ/νίκη 1974).«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ. Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)».Τεύχος 10. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004. Θεσ/νίκη, Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ). 
8 Και για όσους θεωρούν τα παραπάνω περί φόβου Θεού, καλά μεν αλλά γενικότητες και ηθικολογίες, ας ακούσουν από τον ίδιο τον Θεόν Ιαχβέ/Ιησού Χριστόν, τα απλά και συγκεκριμένα Λόγια Του:
Þ Φόβος Κυρίου είναι «Το μίσος της αδικίας και της αλαζονείας και της συμπεριφοράς των ασεβών» (ΠΑΡΟΙΜ: 8/13).
Þ «Ελάτε τέκνα και ακούσατε τις εντολές μου. Θα σας διδάξω να φοβήσθε τον Κύριον. Συ που ποθείς τούτο, παύσε την γλώσσα σου από κακολογίες και κλείσε τα χείλη σου ώστε να μη λαλούν δόλια και συκοφαντικά. Να απομακρυνθής από κάθε είδος κακού. Ζήτησε να έχεις ειρήνη (με τον πλησίον και την συνείδησή σου) και επιδίωξε να επιτύχης αυτήν» (ΨΑΛΜΟΙ: 12/15).
9 Γέροντος Ιωσήφ, Αποσπάσματα από τις διδαχές του «Λόγοι Παρακλήσεως», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, σ. 217-236, σε νεοελληνική απόδοση. Πηγή: vatopaidi.gr (ΣΣ: Κατά την σύνδεση των αποσπασμάτων, κατεγράφησαν, με φόβον Θεού, μερικές φράσεις, χωρίς, να αλλοιώνεται το νόημα των σοφών διδαχών του γέροντος).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου