Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ:

ΤΟ ΑΜΑΧΗΤΟΝ ΟΠΛΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ 5ο

Γ. ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ
1ο Η ύπαρξη και Ουσία του Θεού
-Ο Θεός είναι ακατάληπτος και αχώρητος εις τον νου μας. Έτσι είναι αδύνατο να μορφώσουμε πλήρη έννοια της Ουσίας Αυτού αλλά και να εξευρεθούν κατηγορούμενα και ονόματα, για να εκφράσουν το σύνολο του περιεχομένου του Υπερκοσμίου και Υπερλογικού ΄Οντος.
Τι να γνωρίσουμε από τον Θεό; Την ουσία, την φύση, την τελειότητά Του; Αδύνατον!!!
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή, άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας Του και να ερευνήσουμε την φύση, την σύσταση και υπόστασή Του; Αδύνατον!!!
Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήϊνοι. Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο Δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά Του. Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα τον δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό. Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (ΙΩΑΝ: 1/18) και ότι τον Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α΄ ΤΙΜΟΘ: 6/16)1.
-Επειδή το όνομα είναι η έκφραση της εννοίας, έννοια δε αντίστοιχη της θείας Ουσίας δεν υπάρχει, οι Πατέρες της Ορθοδοξίας καλούν τον Θεόν, Ανώνυμον, Πολυώνυμον και Υπερώνυμον.
Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία Γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωϋσή στον Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Ισραηλίτες από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στον Θεό: Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω;
Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (ΕΞΟΔΟΣ: 3/12-15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα: «ὁ Ὤν».
2ο  Εννοιολογικά Στοιχεία του Θεού
-Η μία Ουσία 2
Απόλυτα υπερβατική, ανεξερεύνητη και αδιάγνωστη. Είναι το σφραγισμένο Μυστήριο του Θεού, απρόσιτο σε κάθε κτιστή δυνατότητα ανθρώπων και Αγγέλων.
Η ουσία του Θεού δεν μπορεί να συλληφθεί, να καταληφθεί από τον ανθρώπινο νου. Η Μία Ουσία πληρούται απαράλλακτα σε κάθε πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητος, ώστε να αποκρούεται η Ιδέα του Τριθεϊσμού.
       Η Ουσία τού Θεού είναι απρόσιτη και ακοινώνητη· ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσεγγίσει την Ουσία τού Θεού, ούτε μπορεί να ενωθεί με Αυτήν. Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι τα μόνα πρόσωπα που γνωρίζουν την Ουσία τού Θεού (Ματθ. ια' 27. Ιω. α' 18. Α' Κορ. β' 10), είναι κοινωνοί της Θείας Ουσίας, έχουν θεϊκή φύση, χω­ρίς όμως να αποτελούν «άλλους Θεούς», γιατί πρόκειται για τον ενυπόστατο Λόγο και το ενυπόστατο Πνεύμα τού Ενός και Μοναδικού Θεού!
Η Πολυδυναμία
Η Πολυδυναμία αναφέρεται στην ύπαρξη πολλών Ακτίστων Ενεργειών, στην μία αμέριστη και αδιαίρετη Ουσία του Θεού.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη πατερική διδασκαλία, σκοπός του ανθρώπου είναι η θέωση, η οποία επιτυγχάνεται δια της μετοχής μας στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ώστε να γίνουμε θεοί κατά χάριν.
Οι ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι, όπως η ουσία του Θεού είναι άκτιστη, έτσι και οι ενέργειές Του είναι άκτιστες. Η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, ενώ οι ενέργειες μεθεκτές. Αντιθέτως, οι παπικοί πιστεύουν ότι η άκτιστη ουσία ταυτίζεται απολύτως με την άκτιστη ενέργεια του Θεού και ο άνθρωπος δεν έρχεται σε σχέση και κοινωνία με την άκτιστη ενέργεια (actus purus), αλλά με την κτιστή ενέργεια του Θεού.3
- Η Τριαδικότης
Στην Άπειρη Ουσία Του Θεού, διακρίνονται τρία πρόσωπα ή τρεις Υποστάσεις: Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.  Κάθε Υπόσταση είναι φορέας ολόκληρης της Ουσίας του Θεού, ώστε ουσιαστικά ΔΕΝ υπάρχουν τρεις Θεοί αλλά ΕΝΑΣ (Τριάς εν τη Μονάδι και Μονάς εν τη Τριάδι).
Ο Τριαδικός Θεός και η Ορθόδοξη Εκκλησία

Η Φιλοξενία του Αβραάμ, αποτελεί την Ορθόδοξη απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.



Ο Θεός Πατέρας είναι η πηγή της Αγίας Τριάδας. Οι Οικουμενικές σύνοδοι κατά τον 4ο αιώνα αποφάσισαν, ότι ο Θεός έχει τρεις υποστάσεις - Πατέρας, Υιός, και Άγιο Πνεύμα – σε μία θεία φύση. Από τον Πατέρα γεννιέται ο Υιός αχρόνως, πριν κάθε χρονικό σημείο (ΨΑΛΜ: 2/7, Β΄ΚΟΡ:11/31).
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού Πατρός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, γεννημένος από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων. Ενανθρωπίστηκε, και έτσι κατέστη τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Η έλευσή του στην γη προφητεύθηκε πολλάκις, στην Παλαιά Διαθήκη από τους Προφήτες.
Ο Υιός του Θεού, έλαβε πλήρη ανθρώπινη φύση μέσω της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας. Ήταν και είναι Θείο πρόσωπο, κατέχοντας από τον Θεό – Πατέρα, την πληρότητα της θείας φύσεως, και με την ενσάρκωσή του την ανθρώπινη φύση από την Παρθένο Μαρία. Έτσι ο Υιός είναι κάτοχος ατελευτήτως δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα ως ένα πρόσωπον, έχει δύο θελήσεις και δύο ενέργειες, με την ανθρώπινη θέληση και ενέργεια να υποτάσσεται στην θεία, δίχως να εξαφανίζεται. Απεριόριστος στην θεία φύση του, δέχτηκε εθελοντικώς και προθύμως τον περιορισμό του στην ανθρωπότητα, όπου δοκίμασε την πείνα, την δίψα, την κούραση - και τελικώς, τον θάνατο.
Η Ενσάρκωση είναι το σημαντικότερο δόγμα της Ορθοδοξίας γιατί χωρίς αυτή, δεν μπορεί να υπάρξει Χριστιανισμός. Η Καινή Διαθήκη αναφέρει, «καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι» (Α' ΙΩΑΝΝ: 4/3). Με την ενσάρκωσή του, ο Λόγος εξαγόρασε την ανθρωπότητα από το κράτος της φθοράς και του θανάτου, χάρη στο ότι ο ίδιος ως άνθρωπος είναι ξένος προς την αμαρτία.
Το Άγιο Πνεύμα, είναι ένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας και υφίσταται ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό. Το Άγιο Πνεύμα, εκπορεύεται αιώνια από τον Πατέρα (ΙΩΑΝ:15/26). Ο Θεός Πατέρας δημιούργησε όλη την κτίση μέσω του Υιού - Λόγου, διά του Αγίου Πνεύματος (ΓΕΝ: κεφ.1 και 2, ΙΩΑΝ:1/3, ΠΡΑΞ: 33/4).
Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν στην βιβλική επαγγελία ότι το Άγιο Πνεύμα μεταδίδεται μέσω του Χρίσματος στο βάπτισμα «επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών..» (ΠΡΑΞ:2/38).
Η Εκκλησία, είναι σώμα Χριστού. Είναι, η εν Χριστώ και δια Χριστόν ζωή. Ο Χριστός δεν είναι μόνο ένα θείο πρόσωπο. Δεδομένου ότι η ύπαρξή Του είναι αδιάσπαστη από αυτήν της Αγίας Τριάδας, είναι ομοούσια με αυτήν του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Εξ αυτού συνάγεται ότι η εν Χριστώ ζωή της Εκκλησίας είναι ζωή και εν Αγία Τριάδι. Ο Χριστός είναι ο Υιός. Από Αυτόν γνωρίζει ο πιστός τον Πατέρα, υιοθετείται από τον Θεό, τον οποίο αποκαλεί «Πατέρα του».
Η Εκκλησία, στην ιδιότητά της ως σώμα Χριστού, που ζει με την ζωή του Χριστού, είναι εξ αυτού του γεγονότος η περιοχή όπου το Άγιο Πνεύμα υπάρχει και δρα. Η Εκκλησία είναι ζωή υπό το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι το σώμα του Χριστού. Η ουσία αυτού του δόγματος, αποκαλύπτεται στην ιστορική εκδήλωσή του. Η Εκκλησία είναι το έργο της Ενσαρκώσεως του Χριστού, είναι η ίδια η Ενσάρκωση.
Αυτό το έργο χρειάστηκε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, την Πεντηκοστή, η οποία ήταν η πραγμάτωση της Εκκλησίας. Το Άγιο Πνεύμα, υπό μορφή πύρινων γλωσσών, επισκέφθηκε τον κόσμο και στάθηκε πάνω στους Αποστόλους. Η κοινότητα των δώδεκα Αποστόλων με προκαθημένη την Θεοτόκο, αντιπροσωπεύει το σύνολο της ανθρωπότητας. Οι πύρινες γλώσσες παρέμειναν στον κόσμο και διαμόρφωσαν τον θησαυρό των δωρεών του Αγίου Πνεύματος που ενυπάρχουν στην Εκκλησία.
3ο Οι Ιδιότητες του Θεού
-Οι Ιδιότητες  του Θεού καλούνται προσόντα (attributa) σε αντίθεση προς τα ιδιώματα των τριών προσώπων (Proprietates) και τα κατηγορήματα (κατηγόρημα: αναγκαία ιδιότης), δια των οποίων χαρακτηρίζεται ο Θεός ως υποκείμενον διαφόρων πράξεων, ως δημιουργός, ως κριτής κ.λ.π.
-Οι θείες ιδιότητες ΔΕΝ είναι διακρίσεις στην θεία Ουσία, αλλά εκφράζουν τις σχέσεις της απλής του Θεού Ουσίας, προς την πολλότητα των πεπερασμένων ΄Οντων και την κατάσταση αυτών. Οι Ιδιότητες του Θεού δεν μεταποιούν την Θεία Ουσία σε κάτι σύνθετο και πολυμερές.
-Η Θεωρητική κατασκευή των Θείων Ιδιοτήτων από κάποια θεμελιώδη ανωτάτη Ιδιότητα, αφορά στην ανθρώπινη αντίληψη των ιδιοτήτων.
Έτσι η εξαιρομένη Ιδιότης ΔΕΝ είναι «Δημιουργική» αρχή των Ιδιοτήτων, αλλά κανονιστική, που ρυθμίζει την σχέση της νοήσεώς μας προς τις Θείες τελειότητες.
-Οι Θεολογικές απόψεις για την κατάταξη των Θείων Ιδιοτήτων διχάζονται (Θεωρητική αναγωγή σε κάποια ΑρχήΕμπειρική διάκριση).
· Αγάπη}
·Προσωπικόν}Οι δογματικοί της Πρώτης Κατηγορίας.                                 
· Απόλυτον}
4ο Φυσικά Προσόντα
-Τα λεγόμενα Φυσικά προσόντα, είναι τα κατηγορούμενα (αποδεικνυόμενα, αποκαλυπτόμενα) υπό της Αγίας Γραφής και συναγόμενα από την Δημιουργία.
-Με αυτά νοούμε τον Θεό απαλλαγμένο από τους περιορισμούς και τις ατέλειες από τις οποίες συνέχεται η πεπερασμένη Φύση των ΄Οντων, και είναι τα εξής:
· Πανταχού Παρουσία
· Αιωνιότης
· Παντοδυναμία
· Αναλλοίωτος
Ο Θεός Δεν αλλάζει ποτέ. Δεν γίνεται, δεν είναι δηλαδή δυνατόν να γίνει από αθάνατος θνητός. Από αγαθός κακός. Από δίκαιος άδικος. Από εύσπλαχνος σκληρός, και απάνθρωπος από φιλάνθρωπος που είναι. Μένει πάντοτε ο αυτός, ο ίδιος, και ως προς το χρόνο και ως προς την ουσία και αγιότητά του. Η Αγία Γραφή μιλά για το αναλλοίωτο του Θεού και μας το παρουσιάζει, όταν λέει με το στόμα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, ότι στο Θεό, τον Πατέρα των φώτων «οὐκ ἔνι παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα» (ΙΑΚ: 1/17). Δεν υπάρχει ούτε μεταβολή στις σκέψεις και αποφάσεις Του, ούτε τροποποίηση και αλλαγή στην κίνηση, σαν και αυτή που γίνεται με την σκιά των πραγμάτων, που κινείται και αλλάζει και αυτή ανάλογα με τις κινήσεις του ήλιου και της σελήνης. Αναλλοίωτος μένει ο Θεός.
«..αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις, και πάντες, ως ιμάτιον παλαιωθήσονται…συ δε ο αυτός εί, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν…» (ΨΑΛΜΟΙ:101/ 26, 27).
5ο Λογικά Προσόντα
-  Ο Θεός είναι Πρόσωπον.
-  Παγγνωσία
-  Πανσοφία
-  Ο Θεός δεν είναι :
· Υπερκείμενος του Κόσμου και ουδόλως περί αυτού μεριμνών (Δεϊσμός).
· Ο εις τον κόσμο ενοικών σαν άζωη Φυσική Δύναμη ή Ενέργεια (Πανθεϊσμός).
Ο Θεός είναι Πρόσωπον, Αυθύπαρκτον, Ανεξάρτητον, έχων Συνείδηση και Ελευθέρα Βούληση, ευρισκόμενος Πανταχού Παρών στο Σύμπαν.
6ο Ηθικά Προσόντα
-  Αγιότης
Η θέλησή Του ταυτιζόμενη τελείως μετά του Αγαθού, απαιτεί και παρά του ανθρώπου την Ηθική καθαρότητα και την τήρηση του εμφαινομένου στην συνείδησή του, ηθικού Νόμου.
Ηθικός Νόμος δεν σημαίνει σύνοψη ανθρωπίνων ηθικών κανόνων ζωής, αλλά εντολή για καινή εν Χριστώ ζωή (μιμηταί Χριστού).
        Υπήρξαν μιμητές του Χριστού; Υπήρξαν. Ο Παύλος, ο Πέτρος και όλοι οι άγιοι άνθρωποι του Θεού που περιφρόνησαν όλες τις προσφορές του κόσμου και ακολούθησαν τα ίχνη του Χριστού. Ο απόστολος Παύλος γράφει σε όλους τους πιστούς χριστιανούς: «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς κι εγώ του Χριστού.».
        Στους Εφεσίους τολμάει και λέει: «Γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού, ως τέκνα αγαπητά και περιπατείτε εν αγάπη καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν Εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν εις τον Θεόν, εις οσμήν ευωδίας.» (ΕΦΕΣ:5/1-3).
        Μπορούμε να γίνουμε μιμητές του Θεού; Εάν ήταν αδύνατον να μιμηθούμε τον Κύριον δε θα μας προέτρεπε ο Παύλος να Τον μιμηθούμε. Συνεπώς μπορούμε να μιμηθούμε τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, όχι όμως και να τον συναγωνισθούμε.
-Δικαιοσύνη
Ο Θεός ως Δημιουργός της Ηθικής Τάξεως και Ιδρυτής των εις αυτήν ισχυόντων Νόμων, είναι ΄Αγιος. Επειδή όμως αμερολήπτως συγκρατεί αυτή την ηθική Τάξη και άγει τα πάντα στο ύψιστο αυτών Ηθικόν τέλος, είναι και Δίκαιος (Νομοθέτης της Ηθικής Τάξεως / ΄Αγιος – Φύλακας  της Ηθικής Τάξεως / Δίκαιος).
-Αγάπη
·Προϋποθέτει το προσωπικόν του Θεού, διότι Αγάπη απρόσωπη είναι ακατανόητη.
·Ο Θεός είναι αγαθός και μάλιστα πανάγαθος. Και τούτο ακριβώς διότι είναι αγάπη. Η αγάπη ως εξωτερίκευση και πρακτική εκδήλωση προς τα δημιουργήματά του, είναι η αγαθότητα του Θεού. Ο Θεός είναι αγαθός διότι αγαπά, είναι όλος αγάπη. Και επειδή είναι αγαθός ο Θεός, εκδηλώνει και σκορπίζει σε όλο τον κόσμο, σε όλα τα δημιουργήματά του τα αγαθά του και ακριβώς αγαθότητα αυτό θα πει, ότι ο Θεός έχει όλα τα αγαθά —υλικά και πνευματικά— δικά του και στην διάθεση και εξουσία του.
Αγαθότητα είναι η ιδιότητα και αρετή του Θεού, να μην κρατά τα αγαθά Του για τον εαυτό Του. Ο Θεός αισθάνεται χαρά, ευφροσύνη, αγαλλίαση να δίνει, να ευεργετεί και να δίνει, να δίνει, αδιακόπως, να μοιράζει πλούσια τα αγαθά Του σε όλα μεν τα δημιουργήματά Του, ιδιαιτέρως όμως στους ανθρώπους, σε όλους τους ανθρώπους. Στους πιστούς και αγαθούς. Αλλά και στους αδίκους και αμαρτωλούς. Δεν έχει προτιμήσεις και δεν κάνει διακρίσεις. Όπως το είπε ο Κύριος στο Ευαγγέλιό του. Είπε, ότι ο Θεός είναι τόσο ευσπλαχνικός προς όλους, ώστε «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (ΜΑΤΘ: 5/45).
·Ως αγαθοποιός ιδιότης της θελήσεως είναι παράλληλος προς τις άλλες και μάλιστα Ηθικές ιδιότητες του Θεού (Δικαιοσύνη, Αγιότης).
·Δεν νοείται Αγάπη του Θεού χωρίς την απόδοση της Δικαιοσύνης Του (αμοιβή/ανταπόδοση στους δικαίους και τιμωρία/επιβολή ποινής στους αδίκους). Αγάπη και Δικαιοσύνη είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος.
-Πιστότης και Αλήθεια
Ο Θεός την αλήθεια πάντοτε κατέχει, την αλήθεια ή καλύτερα, αυτός είναι η Αλήθεια, και την αλήθεια αγαπά και την αλήθεια προς όλους λέγει. «Ὁ λόγος ὁ σός ἀλήθειά ἐστί», δεν είπε ο Κύριος στον Πατέρα του κατά την αρχιερατική του προσευχή; Πιστός, πιστότητα πάλι θα πει, ότι ο Θεός μένει πάντα πιστός στον λόγο Του και καθετί, που λέει και υπόσχεται, το κάνει, το πραγματοποιεί με μεγάλη τάξη και ακρίβεια, τέλεια. Οι άνθρωποι συνήθως ψεύδονται και αθετούν τους λόγους και τις υποσχέσεις τους. Ο Θεός όμως πάντοτε «πιστός μένει».
Λέγει η Γραφή: «..γενέσθω δέ ὁ Θεός ἀληθής, πᾶς δ’ ἄνθρωπος ψεύστης..». (ΡΩΜ: 3/4) Και ονομάζεται «ὁ ἀψευδής Θεός», ο «Θεός τῆς ἀληθείας», ότι ο λόγος Του «εἶναι ἀλήθεια» και ότι «ἡμεῖς (οι άνθρωποι) ἐάν ἀπιστοῦμεν (αθετούμε το λόγο μας και παραβαίνουμε τις υποσχέσεις μας), ἐκεῖνος πιστός μένει». Ακριβώς και γι’ αυτόν το λόγο, εμείς οι άνθρωποι πρέπει να έχουμε όλη μας την εμπιστοσύνη στους λόγους και τις υποσχέσεις του Θεού.
Να πιστεύουμε, ότι καθετί που μας υπόσχεται (τον άρτο τον επιούσιο, την συγχώρεση των αμαρτιών μας, εφόσον μετανοούμε, την ουράνιο βασιλεία του, εφ’ όσον την ποθούμε και εκτελούμε με προθυμία το άγιο θέλημά Του), θα μας τα δώσει.
Και αν μας φαίνεται κάποτε πως αργεί να εκπληρώσει τις υποσχέσεις Του, να αναμένουμε με υπομονή και ελπίδα, διότι οπωσδήποτε θα τις εκπληρώσει, πάντοτε όμως στον κατάλληλο καιρό, για να έχουμε ωφέλεια και όχι βλάβη. Και τούτο ακόμη. Ότι όπως ο Θεός ο Πατέρας μας, είναι πιστός στο λόγο Του και σε όλα του αληθινός, παρομοίως και εμείς τα παιδιά Του σε όλα μας να είμαστε πιστοί, δίκαιοι και αληθινοί.
Δ. ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ
1ο Γενικό Δόγμα Δημιουργίας
Ο Κόσμος ούτε εξ  εαυτού έγινε, ούτε αιωνίως υφίσταται. Είναι προϊόν της Σοφίας, της Δυνάμεως και της Θελήσεως του Τριαδικού Θεού και συνετελέσθη δια μόνου του Λόγου Του.
·Ο Πατήρ είναι η αρχή των Πάντων «εξ ου τα πάντα» (Α΄ ΚΟΡΙΝΘ: 8/6 – ΡΩΜ : 11/36 – ΕΦΕΣ : 3/9).
·Ο Υιός μεσολαβεί και διαπεραιώνει  την δημιουργίαν, «δι ου τα πάντα» (Α΄ ΚΟΡΙΝΘ: 8/6 – ΚΟΛΟΣ: 1/6).
·Το ΄Αγιον Πνεύμα ζωοποιεί και ειδοποιεί την ύλην και συνδέει αυτήν μετά της θεότητος (Ειδοποιέω: Απεικονίζω, παριστώ ως είδος).
2ο Η εκ του Μηδενός Δημιουργία
-Ο Θεός εποίησε τον Κόσμο όχι από προϋπάρχουσα ύλη ή εκ της Ιδίας Του ουσίας, αλλά εξ υπαρχής, αφού έδωσε  παντοδύναμα την ουσία και την Μορφή του Κόσμου.
-Ο όρος «εκ του μηδενός», εκφέρει το δόγμα της δημιουργίας αρνητικώς. Το δόγμα της δημιουργίας θετικώς είναι ότι, η μόνη δύναμη από την οποία προήλθε ο κόσμος είναι η Θεία Βούληση, όχι από κάποια εσωτερική ανάγκη, αλλά όλως ελευθέρως δια της ίδιας Παντοδυναμίας.
3ο Η εν χρόνω Δημιουργία
Ο χρόνος κατά την ανθρωπίνη έννοια, αρχίζει μετά του κόσμου, ο δε κόσμος, κατ’  ακριβολογία, δεν έγινε εν χρόνω, αλλά έγινε μετά του χρόνου. Εφ΄  όσον δεν είχαν γίνει δημιουργήματα, ο χρόνος δεν ήταν δυνατό να αρχίσει.
Ο Θεός προηγείται του κόσμου Λογικώς και όχι Χρονικώς.
Ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει αυτή την λογική προεπινόηση του Θεού, αλλά είμαστε αναγκασμένοι, κατά ανθρωποπαθή έκφραση, να παριστούμε αυτήν χρονικώς, ομιλούντες περί προϋπάρξεως Θεού προ του Κόσμου.
4ο Η μη συνύπαρξη Κόσμου και Θεού
Η δημιουργία είναι κλήση  του κόσμου από την ανυπαρξία  στην ύπαρξη, εκ της ελευθέρας αποφάσεως του Θεού και όχι από βία και εσωτερική ανάγκη Αυτού.
Μόνο εάν συνέβαινε το δεύτερο (εσωτερική ανάγκη), θα συνυπήρχε ανάρχως, ο κόσμος μετά του Θεού.
5ο Η Αιτία Δημιουργίας του Κόσμου 
Ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο κινούμενος από αγαθότητα ή ο κόσμος εδημιουργήθη ώστε, κοινωνών με την αγαθότητα να είναι συγχρόνως εξάγγελος και υμνητής των τελειοτήτων του Θεού και ιδιαιτέρως της Θείας αγαθότητος.
Η Σοφία του Θεού είναι η δημιουργική αιτία του Κόσμου.
6ο Ο Σκοπός της Δημιουργίας του Κόσμου
-  Ο Σκοπός τον οποίον διενοήθη ο Θεός, αποτελεί συγχρόνως και την ποιητική αιτία που ήγαγε τον Θεόν στην δημιουργία του Κόσμου.
-  Η ποιητική και τελική αιτία, κατ΄ ουσία ένα, πρέπει να εννοούνται κατά τρόπον συνάδοντα προς την τελειότητα του Θεού.
-  Διάκριση Σκοπού Δημιουργίας
·Πρωτεύων : «Δια των έργων γιγνώσκηται και νοηθή το Μέγεθος του Θεού» - Στολισμός της Μεγαλειότητος Αυτού.
·Προσεχής : Η ευδαιμονία των Λογικών ΄Οντων.
·Τελικός : Η δόξα του Θεού.
7ο Η Τάξη της Δημιουργίας
Η επί μέρους και κατά γράμμα ερμηνεία της περί Δημιουργίας του Κόσμου Βιβλικής αφηγήσεως, δεν ανήκει στο Πεδίο της Δογματικής αλλά της Ερμηνείας.
Ο κόσμος εδημιουργήθηκε σε έξη ημέρες, βαθμιαίως και προοδευτικώς, δηλαδή τα τελειότερα και πολυσυνθετώτερα είδη διεδέχθησαν τα απλούστερα και ατελέστερα είδη.
Η μία ημέρα του Κυρίου δεν έχει σχέση με την ανθρώπινη αρίθμηση των ημερών, διότι:
«..Ἓν δὲ τοῦτο μὴ λανθανέτω ὑμᾶς, ἀγαπητοί, ὅτι μία ἡμέρα παρὰ Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καὶ χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία. οὐ βραδύνει ὁ Κύριος τῆς ἐπαγγελίας, ὥς τινες βραδύτητα ἡγοῦνται, ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι, ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι. ..» (ΠΕΤΡΟΥ Β΄, 3/8).4
Ο άνθρωπος είναι το τελευταίο και πιο σημαντικό δημιούργημα στην γη. Στην σύνθεση της φύσεώς του συνοψίζεται ολόκληρη η Δημιουργία.  Είναι η επιτομή της Κτίσεως.5
Ε. ΔΟΓΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
1ο Είδη Θείας Προνοίας
-Συντήρηση του Κόσμου.
-Κυβέρνηση του Κόσμου.
·Η Πρόνοια του Θεού είναι άγνωστη και ακατανόητη.  Σ’ Αυτόν όμως είναι γνωστοί οι διαλογισμοί και οι πράξεις μας και ΟΛΑ όσα πρόκειται να συμβούν.  Με την λέξη ΟΛΑ, εννοούμε αυτά που ΔΕΝ εξαρτώνται από εμάς, γιατί αυτά που εξαρτώνται από εμάς, δεν είναι έργο της Προνοίας Του, αλλά της ελευθερίας της Βουλήσεώς μας.
·Ο Θεός προβλέπει τα αποτελέσματα των πράξεών μας, δεν τα προ-ορίζει.
2ο Η Συντήρηση του Κόσμου
-Δεν είναι Νέα Δημιουργία.
-Δεν είναι Συγκράτηση των δημιουργημάτων από φθοροποιές δυνάμεις, διότι:
·Ο κόσμος μη έχων το είναι του εξ  εαυτού, διατελεί πάντοτε υπό την άμεση ενέργεια και εξάρτηση της Θείας Προνοίας.
·Η Δημιουργία παράγει τα όντα. Η Συντήρηση συγκρατεί τα παραχθέντα.
3ο Η Κυβέρνηση του Κόσμου
-Η Θεία Ενέργεια δια της οποίας ο φυσικός και πνευματικός Κόσμος κατευθύνονται προς τον ύψιστο σκοπό του κόσμου που είναι η σωτηρία του ανθρώπου και η δόξα του Θεού.
-Η άρνηση της Θείας Πρόνοιας :
·Είναι άρνηση της Ορθόδοξης Πίστεως.
·Καθιστά την προσευχή μη αναγκαία (θα απευθυνθούμε σε κάποιον που έχει εγκαταλείψει την Κυβέρνηση του Κόσμου; Σε κάποιο Υπέρτατο Ον που δεν μας ακούει; Σε κάποια «ανωτέρα» δύναμη χωρίς νου, συνείδηση και κρίση;).
4ο Η εγκατάλειψη του ανθρώπου από τον Θεό
       Η εκτέλεση των κακών έργων-λόγων-σκέψεων, είναι αποτέλεσμα εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος σύμφωνα με την πρόγνωσή Του, δικαίως μας εγκαταλείπει.
Πολλοί χριστιανοί ξεκινούν με ενθουσιασμό την πνευματική ζωή της αναγεννήσεως. Όμως στην πορεία, όταν συστέλλεται η θεία χάρις και επέρχεται καταιγίδα πειρασμών και δοκιμασιών, τα χάνουν. Προσεύχονται, επικαλούνται τον Θεόν, χωρίς καμμιά απάντηση. Απογοητεύονται, συγχύζονται, τα χάνουν. Η πίστη κλονίζεται. Οι αμφιβολίες περιτριγυρίζουν ώσπερ ενοχλητικές μέλισσες.
Αυτή η κατάσταση παρομοιάζεται με την πορεία τού Ισραηλιτικού λαού στην έρημο. Είναι μια πορεία σε μια έρημο απαρηγόρητη «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω» (ΨΑΛΜ: 62/ 2).
Πρώτος ο ίδιος ο Κύριος πού εγκαταλήφθηκε από τον Θεόν Πατέρα, ανέκραξε «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;» (ΜΑΤΘ: 27/ 46).
Το ίδιο βίωμα έχουν οι μάρτυρες στους διωγμούς και οι όσιοι στην άσκηση της έρημου. Όλοι όμως συμφωνούν, ότι, όταν λέμε Θεοεγκατάλειψη, δεν έχουμε πλήρη εγκατάλειψη τού ανθρώπου από τον Θεό. Απλώς ο Θεός μετά την πρώτη επίσκεψη, συστέλλει την Χάρι Του, για να φανεί η διάθεση τού αγωνιστού χριστιανού. (Θεοεγκατάλειψη Οικονομική – Διδακτική)
Σ' αυτή την περίοδο ο χριστιανός χρειάζεται υπομονή, έντονη προσευχή και πνευματικό καθοδηγητή.
Υπομονή, γιατί πρέπει να ξέρει ο αγωνιστής, ότι η κατάσταση αυτή είναι παροδική.
Προσευχή, γιατί αυτή θα είναι πού θα τού δίνει την δύναμη.
Πνευματικό καθοδηγητή, γιατί ο πνευματικός πατέρας καθώς και οι εν Χριστώ συναγωνιστές αδελφοί, είναι αυτοί πού θα μας στηρίξουν σ’ αυτή την περίοδο της πνευματικής δοκιμασίας.6
Τελεία θεοεγκατάλειψη επέρχεται όταν, ο αμαρτωλός αντί μετανοίας, προσευχής και ταπεινώσεως, παραμείνει αμετανόητος και συνεχίζει τον αμαρτωλόν βίον του!!!

Συνεχίζεται









Το ίδιο έλεγε και ο σοφός Σολομών: «τίς γὰρ ἄνθρωπος γνώσεται βουλὴν Θεοῦ; ἢ τίς ἐνθυμηθήσεται τί θέλει ὁ Κύριος;» (Σοφ. Σολ. θ΄ 13). Με αυτά θέλει να μας πει η Αγία Γραφή πως είναι ανεξερεύνητα τα θεία και ακατάληπτα από εμάς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έλεγε:
 «Οὐ τό τί ἐστί Θεός ἐξηγούμεθα (δε σας λέμε, δεν μπορούμε να σας πούμε και να σας εξηγήσουμε τι είναι ο Θεός)… ἐν τοῖς περί Θεοῦ ἡ μεγάλη γνῶσις τό τήν ἀγνωσίαν ὁμολογεῖν». Στα ζητήματα του Θεού η μεγάλη γνώση είναι να ομολογείς την άγνοιά σου. Και ο άγιος Αθανάσιος:
«Καί εἰ μή δυνατόν καταλαβέσθαι τί ἐστι Θεός, ἀλλά δυνατόν εἰπεῖν  τἰ οὐκ ἔστι». Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι ο Θεός. Μπορούμε όμως να πούμε τι δεν είναι. Και δεν είναι μικρός, ατελής, αδύνατος, θνητός, αμαρτωλός, όπως είναι ο άνθρωπος, και για αυτό ο άνθρωπος αδύνατο είναι να γνωρίσει το Θεό.
2 Ο απρόσιτος και ακοινώνητος όμως, κατά την ουσία Θεός, δεν μένει ανενέργητος˙ όταν ο άνθρωπος αγαπά, τό­τε ο Θεός απαντά στην αγάπη τού ανθρώπου με την δική Του αγάπη (Ιω. ιδ' 23)- «τον Θεό δεν Τον έχει δει κανείς· εάν αγαπούμε αλλήλους, ο Θεός μένει μέσα μας και η α­γάπη Του έχει γίνει τέλεια μέσα μας. Με τούτο γνωρίζου­με ότι μένουμε "εν αυτώ" και Αυτός "εν ημίν", γιατί μας έδωκε από το Πνεύμα Του» (Α' Ιω. δ' 12-13).
Έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό του την αγάπη, απέστειλε τον Υιό Του για να σώσει το ανθρώπινο γένος, προσφέροντας προς αυτό την αιώνια ζωή (ΙΩΑΝΝ: 3/16).
 Η αγαπητική αυτή κίνηση τού Θεού δεν είναι κάτι έ­ξω από την ουσία τού Θεού· είναι ακτινοβολία της Θείας φύσης και πραγματική κοινωνία τού ανθρώπου με τον Θεό, κατά την οποια ο άνθρωπος γίνεται «κατοικητήριο τού Θεού» (Εφεσ. β' 22. Πρβλ. Α' Κορ. γ'16-17).
Πηγή: http://www.egolpion.com/ueies-energeies.el.aspx#ixzz3tQrK65vv
3 Κατά τον άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, «Και ημείς μεν, της ακτίστου και Θείας φύσεως άκτιστον και την θέλησιν και την ενέργειαν είναι φαμεν, κατά τους Πατέρας· ούτοι δε (ΣΣ: Οι παπικοί/λατινίζοντες) μετά των Λατίνων και του Θωμά (Ακινάτη), την μεν θέλησιν ταυτόν τη ουσία, την δε θείαν ενέργειαν κτιστήν είναι λέγουσι, καν τε θεότης ονομάζοιτο, καν τε θείον και άϋλον φως, καν τε Πνεύμα άγιον, καν τε τι τοιούτον έτερον· και ούτω κτιστήν θεότητα και κτιστόν θείον φως και κτιστόν Πνεύμα άγιον τα πονηρά πρεσβεύουσι κτίσματα» (Αγ. Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού, Εγκύκλιος «Τοις απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένοις Ορθοδόξοις Χριστιανοίς», εν  Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εν Αθήναις 1960, τομ. 1, σελ. 428).
Με το δόγμα τους αυτό, οι παπικοί και οι άλλοι ψευδοχριστιανοί, αποδίδουν στον Θεό κτιστές ενέργειες, πράγμα το οποίο καθιστά αδύνατη την σωτηρία του ανθρώπου, αφού αυτή δεν μπορεί να επιτευχθή με κτιστές ενέργειες. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο μακαριστός Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης:
«Εάν η θεία Χάρις είναι κτιστή, δεν ημπορεί να θεώση τον άνθρωπο. Σκοπός της εν Χριστώ ζωής, εάν η θεία Χάρις είναι κτιστή, δεν ημπορεί να είναι η θέωσις αλλά η ηθική βελτίωσις. Γι  αὐ­τὸ οι Δυτικοί, δεν ομιλούν περί θεώσεως ως σκοπού της ζωής του ανθρώπου, αλλά περί ηθικής τελειώσεως· ότι οφείλουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, όχι όμως θεοί κατά χάριν. Κατά συνέπειαν η Εκκλησία δεν ημπορεί να είναι κοινωνία θεώσεως, αλλά ίδρυμα παρέχον στους ανθρώπους την δικαίωσι κατά ένα νομικίστικο και δικανικό τρόπο δια μέσου της κτιστής χάριτος. Σε τελική δηλαδή ανάλυσι, καταλύεται η ίδια η αλήθεια της Εκκλησίας ως πραγματικότης θεανθρωπίνης κοινωνίας...»
Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως. Το άκτιστο φως, είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά την θέα του, επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του άϋλου, αίσθηση νοερή και όχι λογική, αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά, όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από την γλυκήτητα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα Τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.
Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα, συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στην φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό, και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα, ούτε την υλικότητα του κόσμου.
Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.
Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος την μετανοούσα ψυχή.
Το Θείο Φως θεωρείται άσχετα από συνθήκες, και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου.
Πηγή: Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200. 
Στην επιστολή Β΄ Πέτρου 3/8, βρίσκεται το κλειδί τής κατανοήσεως τού αριθμού 1000. Εκεί λέει: "Ἓν δὲ τοῦτο μὴ λανθανέτω ὑμᾶς, ἀγαπητοί, ὅτι μία ἡμέρα παρὰ Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καὶ χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία".
Ας σκεφθούμε όμως: ο Θεός μετράει το χρόνο πράγματι σε ημέρες; Σύμφωνα με το χωρίο Προς Εβραίους 1/2, ο Θεός δια τού Υιού και Λόγου Του, "έκανε και τους αιώνες". Πώς θα ήταν αυτό δυνατόν, εφ' όσον ο Θεός έφτιαξε τον χρόνο και να μην εξαρτάται απ' αυτόν, ώστε να τον μετράει;
Στην Αγία Γραφή η λέξη "ημέρα", έχει για τον Θεό πολλές έννοιες. Π.χ. στην Έξοδο 20/11, μας λέει πως ο Θεός διαμόρφωσε την γη και την θάλασσα σαν κατοικία τού ανθρώπου "σε 6 ημέρες". Η λέξη "ημέρα", έχει για τον Θεό μεταβλητή διάρκεια, και σημαίνει "περίοδο χρόνου", αγνώστου χρονικής διαρκείας κατά την ανθρωπίνη μέτρηση. Οι 6 δημιουργικές ημέρες λοιπόν, σημαίνουν 6 δημιουργικές περιόδους, και όταν λέει: "την ημέρα που έκανε γη και ουρανό", εννοεί "την περίοδο που έκανε γη και ουρανό".
Κατά τον ίδιο τρόπο και ο απόστολος Πέτρος στη Β΄ Πέτρου 3/γ΄ 8, εννοεί πως μία περίοδος τόσο μεγάλη για εμάς όσο τα 1000 έτη, για τον Θεό είναι τόσο ασήμαντη, όσο για εμάς μια μικρή περίοδος μίας ανθρώπινης ημέρας. Ο Θεός δε μετράει το χρόνο σε ημέρες!
 Από το χωρίο Β΄ Πέτρου 3/γ΄ 3, μας λέει πως στις έσχατες ημέρες (που άρχισαν στον καιρό τού Χριστού), θα υπήρχαν άνθρωποι που θα κορόϊδευαν την Χριστιανική ελπίδα τής 2ης Παρουσίας τού Χριστού, και θα έλεγαν: "Πού είναι η υπόσχεση τής Παρουσίας του τόσα χρόνια;" Και συνεχίζει στο εδάφιο 5: "Επειδή εκουσίως αγνοούσι τούτο..."
(Ο απόστολος Πέτρος εδώ, χρησιμοποιεί Ενεστώτα χρόνο, πράγμα που δείχνει πως μιλούσε για εμπαίκτες τής εποχής του, και συνεπώς την εποχή του ονομάζει εδώ: "έσχατες ημέρες". Αυτό το λέμε επειδή αν υπήρχε μία τελευταία μελλοντική περίοδος 1000 ετών αργότερα από την παρούσα περίοδο, δεν θα ονομαζόταν η Χριστιανική περίοδος "έσχατες ημέρες").
"Γι' αυτό", (λέει ο απόστολος στα εδάφια 8 και 9), "επειδή για το Θεό ακόμα και μια περίοδος 1000 ετών είναι ασήμαντη σαν μια ημέρα, μη νομίζετε ότι ο Θεός αργεί να εκπληρώσει την υπόσχεση τής Παρουσίας Του".
Ο απόστολος Πέτρος λοιπόν, χρησιμοποιεί εδώ τα 1000 έτη ως σύμβολο μιας μακράς περιόδου από την εποχή του, ως την Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, δηλαδή ενός χρονικού διαστήματος που στην πραγματικότητα είναι χιλιάδες χρόνια ή αριθμός ετών, άγνωστος και αδύνατος να προσμετρηθεί από τους ανθρώπους.
Ένα ακόμα παράδειγμα ότι ο αριθμός 1000 χρησιμοποιείται συμβολικά, και όχι ως συγκεκριμμένο μέτρο χρόνου, μπορούμε να δούμε στο χωρίο ΨΑΛΜΟΙ:90/4: "Διότι 1000 έτη ενώπιόν σου, είναι ως ημέρα η εχθές, ήτις παρήλθε, και ως φυλακή νυκτός".
Ο Ψαλμωδός εδώ, μας δίνει δύο διαφορετικά μέτρα για τα 1000 έτη. Μας λέει μεν ότι είναι "ως μία ημέρα", αλλά επίσης και "ως φυλακή νυκτός", που είναι χρονικό διάστημα τής αρχαιότητας μικρότερο και από ολόκληρη νύχτα (Ματθαίος 24/κδ΄ 43, Λουκάς 12/ιβ΄ 38). Δεν είναι δυνατόν για τον άχρονο Θεό τα 1000 χρόνια να είναι μια ημέρα, και ταυτόχρονα μια 4ωρη περίοδος όπως μια φυλακή νυκτός. Δεν μιλάει λοιπόν για κάποιο σταθερό χρονικό διάστημα, αλλά για μια συμβολικά μακρά περίοδο.
Τα 1000 έτη είναι μεν μια μακρά περίοδος, αλλά όχι μια υπερβολικά μεγάλη περίοδος όσο τα "μύρια" (10.000 έτη), όπως φαίνεται στο Α΄ ΒΑΣΙΛ:18/ 7: "Ο Σαούλ επάταξε τας χιλιάδας αυτού, και ο Δαβίδ τας μυριάδας αυτού".
Δεν είναι επίσης ούτε μια μικρή περίοδος 10 ετών: Αποκάλυψις 2/β΄ 10: "...και έξετε θλίψιν ημερών δέκα". Ο αριθμός 1000 έχει την ίδια έννοια τού "μεγάλου αριθμού" αν και όχι υπερβολικού, οπουδήποτε σχεδόν τον βρίσκουμε, ακόμα και στις σημερινές εκφράσεις τής καθημερινής μας ζωής.
Περισσότερες λεπτομέρειες περί ανθρώπου, στο παρουσιασθέν θέμα: «Ετυμολογία της λ. άνθρωπος».
6 Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος παρομοιάζει την κατάσταση της θεοεγκαταλείψεως με τον ανικανοποίητο διψασμένο, όταν τον πάρουν από την πηγή τού νερού. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην (ΜΑΤΘ: 5/ 6). Αυτός περισσότερο καίεται και ζητά να πιει και άλλο. Έτσι γίνεται και με την πνευματική δίψα, όταν σταματήσει να πίνει από την πηγή και δεν τον αφήνει να χορτάσει... Μ' αυτό τον τρόπο ο χριστιανός μπαίνει στην άσκηση και τον πόλεμο. Παλεύει και αγωνίζεται με τον ίδιο το σατανά.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, παρομοιάζει την Θεοεγκατάλειψη, με τον αστέρα των Χριστουγέννων πού κρύφθηκε από τους Μάγους για να τους δοκιμάσει στην υπομονή και την ανδρεία τους. Η μεγάλη ανδρεία τότε δοκιμάζεται, όταν σου υστερήσει η χάρις τού Θεού τις γλυκύτητές της και εσύ δεν μικροψυχήσεις.
Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής ονομάζει την Θεοεγκατάλειψη και οργή Κυρίου. Οργή Κυρίου είναι  η παύση της χορηγείας των θείων χαρισμάτων, η οποία γίνεται σε κάθε νου, πού εστιάζει τις προσπάθειές του στην ύλη και καυχιέται για τα καλά πού τού έδωσε ο Θεός, σαν να είναι δικά του. Στο νου πού υψηλοφρονεί, δίκαια επέρχεται οργή δηλ. εγκατάλειψη, πού ονομάζεται και παραχώρηση. Δηλ. παραχωρεί ο Θεός να ενοχλείται από τους δαίμονες, για νά συναισθανθεί την φυσική ασθένειά του και να γνωρίσει καλά την θεία δύναμη και χάρη πού τον σκεπάζει και κατορθώνει κάθε αγαθό.
Σκοπός της Θεοεγκαταλείψεως κατά τον Άγιο Μάξιμο, είναι η απόκτηση της ταπεινώσεως.
Ο ιερός Χρυσόστομος δίνει μια άλλη άποψη της εγκαταλείψεως τού ανθρώπου από τον Θεό, όταν αυτός εγκαταλείπεται από τον άνθρωπο. «Οι μακρύνοντες από σού απωλούνται» (ΨΑΛΜ: 72/ 27).
Δεν είναι οι αμαρτίες σας πού σας χωρίζουν από μένα; (ΗΣ: 59/ 2), ρωτάει ο Θεός. Ο ΩΣΗΕ λέγει: «..ελησμόνησες τον νόμον τού Θεού σου και εγώ θα σε λησμονήσω» (4, 6). Πολλοί θεωρούν ότι τους θυμάται ο Θεός, όταν πλουτίζουν. Γι αυτό και κλονίζονται την ώρα της δοκιμασίας και της εγκαταλείψεως. Δεν γνωρίζουν ούτε να ευγνωμονούν τον Θεό, όταν τους πλουτίζει, ούτε να υπομένουν όταν τους στερεί τα πλούτη. Η εγκατάλειψη τού Θεού είναι ένα είδος προνοίας. Μας εγκαταλείπει δι’ολίγον για να απομακρυνθεί η ραθυμία και να γίνουν οι ράθυμοι σπουδαιότεροι.
Την ώρα της θεοεγκαταλείψεως, ο άνθρωπος φθάνει στον Άδη. Ζει στιγμές της κολάσεως. Συνειδητοποιεί, ότι είμαι χαμένος. Αλλά εκείνη την ώρα ανατέλλει η Ελπίδα, ο Ήλιος της δικαιοσύνης, πού μακάρι να ανατέλλει φωτοβόλος σ' όλες τις ψυχές πού δοκιμάζουν την θεοεγκατάλειψη.
Πηγή: Αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη  Πρωτοσυγκέλλου Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ, Tεύχος 24, 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου