Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ:
ΤΟ ΑΜΑΧΗΤΟΝ ΟΠΛΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ 9ο

Ζ.  ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ (Συνέχεια 8ου μέρους)
6ο Η Παρθένος Μαρία, η αληθής Θεοτόκος
Επειδή ο άνθρωπος Ιησούς είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, η Μαρία συλλαμβάνουσα και γεννώσα τον Ιησού, είναι αληθής Θεοτόκος.
Το δόγμα αυτό είναι το εξής: Η αγία Παρθένος Μαρία, η Παναγία μας, είναι αληθινά Θεοτόκος, διότι γέννησε και έφερε ως άνθρωπο στον κόσμο τον Θεόν Λόγον. Το ότι η Παναγία είναι πραγματική Θεοτόκος, το αρνήθηκε ο ασεβής αιρετικός Νεστόριος. Αυτός την ονόμαζε «Χριστοτόκον», ότι δηλαδή γέννησε απλώς τον άνθρωπο Χριστό και όχι τον Θεάνθρωπο Κύριο. Υπάρχουν όμως, αμέτρητες μαρτυρίες που ανακηρύττουν την Παρθένο Μαρία, αληθινή Θεοτόκο. 
ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 1
Η Υπεραγία Θεοτόκος προφητεύθηκε αιώνες πριν γεννηθεί. Αναρίθμητες είναι οι παλαιοδιαθηκικές προτυπώσεις, που αναφέρονται στην «απείρανδρον Μητέρα του Εμμανουήλ». Παρακάτω παραθέτουμε μερικές από τις αντιπροσωπευτικώτερες θεομητορικές παλαιοδιαθηκικές προφητείες:
Στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την ΓΕΝΕΣΗ, συναντούμε τον πρώτο συμβολισμό. Η Εδέμ προτυπώνει την νοητή Εδέμ, που είναι η Παναγία, στους κόλπους της οποίας κατοικεί ο νέος Αδάμ, ο Χριστός.
Μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, ο Χριστός, ως ο άσαρκος Λόγος, διαλέγεται με τους παραβάτες και λέγει στον αρχέκακο όφι, τον διάβολο: «Και έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής. Και αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού την πτέρναν»(ΓΕΝΕΣΗ,3/15).
Η γυναίκα, της οποίας το σπέρµα θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, του διαβόλου, είναι η Παρθένος Μαρία και το σπέρµα της ο Χριστός. Πρόκειται για το γνωστό "πρωτευαγγέλιο".
Φυσικά  η γυναίκα δεν έχει σπέρμα. Τότε τι εννοεί η προφητεία με την φράση «του σπέρματος αυτής;» 2
Τὴν κατὰ τοῦ ὄφεως ταύτην κατάραν ἐθεώρησαν πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ ὣς εὐαγγέλιον πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ἀνθρώπινον γένος λαβὸν τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην, ἐξεδέχετο τὸ σπέρμα τῆς γυναικός, τὸν Υἱὸν τῆς γυναικός, δηλονότι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἑβραϊκὴ λέξις Ζαρά, ἣν οἱ Ἑβδομήκοντα μετέφρασαν κυριολεκτικῶς σπέρμα, λαμβάνεται ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ, ὁσάκις ἂν ἀπαντᾷ, ἀντὶ τοῦ Υἱός· Ἡ Ἄννα ἡ μήτηρ τοῦ προφήτου Σαμουήλ, ζητοῦσα παρὰ τοῦ Θεοῦ υἱόν, μετεχειρίσθη τὴν λέξιν Ζαρά· ἀλλ᾿ ὡς γυνὴ ἔχουσα σύζυγον, προσέθετο τὴν λέξιν ἀνασὶμ (Ζαρά ἀνασίμ)= σπέρμα ἀνδρός, ἤτοι υἱὸν ἀνδρός.
Ἐπειδὴ ὅμως ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ δὲν ἀνεφέρετο τὸ ἀνδρὸς ἀλλὰ ἁπλῶς υἱὸς γυναικός= ζαρὰ ἔσα, ἕπεται ὅτι ἐρρήθη πρὸς δήλωσίν του ὅτι: Ό μέλλων λυτρωτής, ὁ μέλλων νὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄφεως ἔμελλε νὰ εἶναι υἱὸς τῆς γυναικός, ἄνευ ἀνδρὸς συλλαβούσης, ἤτοι υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἡ ἀνάμεσον τοῦ σπέρματος τῆς γυναικὸς τῆς ἀπειρογάμου καὶ τοῦ σπέρματος τοῦ ὄφεως ἔχθρα ἐδήλου τὴν μεταξὺ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ὄφεως ἔχθραν.
Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐξεδέχοντο τὸν Σωτῆρα ὅλα τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοί.
Ο απόστολος Παύλος, μας δίνει το κλειδί για να το κατανοήσουμε αυτό, καθώς μας εξηγεί ότι οι προφητείες που μιλούσαν για κάποιο «σπέρμα», μιλούσαν κυρίως για τον Ιησού Χριστό, ενώ όλοι οι υπόλοιποι που θα αναφέρονταν ως «σπέρμα τού Αβραάμ», θα γίνονταν σπέρμα του κατ' επέκτασιν, λόγω τής πίστεώς τους στον Ιησού Χριστό: «τω δε Αβραάμ ερρέθησαν αι επαγγελίαι και τω σπέρματι αυτού. ου λέγει: "και τοις σπέμασιν" ως επί πολλών, αλλ' ως επ' ενός: "και τω σπέρματί σου", ος εστιν Χριστός ...πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού. Ει δε υμείς Χριστού, άρα τού Αβραάμ σπέρμα εστε...» (ΓΑΛΑΤΕΣ: 3/16,28,29).
Περί τού Ιησού Χριστού μιλάει η Αγία Γραφή στον ενικό για ένα σπέρμα, και παρ' όλα αυτά πολλοί είναι αυτοί που γίνονται σπέρμα τού Αβραάμ, ενδυόμενοι τον Χριστό. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν η Αγία Γραφή μιλάει στην Γένεση για το «σπέρμα τού Όφεως», μιλάει στον Ενικό, ΄΄ως περί ενός σπέρματος΄΄, ο οποίος είναι ο Αντίχριστος. Και κατά τον ίδιο τρόπο, όπως αυτοί που έχουν το «Πνεύμα τού Χριστού» γίνονται «σπέρμα τού Αβραάμ», αυτοί που έχουν το πνεύμα τού Αντιχρίστου, γίνονται «σπέρμα τού Όφεως». Οι μεν ενδύονται τον Χριστό, οι δε τον Αντίχριστο. (ΡΩΜ:8/9, ΕΦΕΣ: 2/ 2).
Επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Χριστιανοί προσπαθούν να ομοιάσουν στον Χριστό, έτσι και τα σπέρματα τού Όφεως, μοιάζουν με τον Δράκοντα, τον Σατανά. Για τον λόγο αυτό, στην ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (12/3, και 13/1), παρατηρούμε ότι ο Δράκων - Σατανάς, έχει όμοια χαρακτηριστικά με το Θηρίο - Αντίχριστο.
Συμπερασματικώς, ο Όφις (ο Διάβολος), έχει το δικό του σπέρμα, όπως και η Εκκλησία του Χριστού, έχει το δικό της σπέρμα. Έτσι ο όφις θα ευρίσκετο σε διαρκή πάλη κατά τής Εκκλησίας. Και όπως από την Εκκλησία τού λαού Ισραήλ, θα εγεννάτο ο Χριστός, έτσι και ο Όφις, θα έφερνε στο προσκήνιο, τον πολέμιο της Εκκλησίας, τον Αντίχριστο.
Η βάτος η καιομένη και μη καταφλεγομένη, την οποία είδε ο προφήτης Μωϋσής στο όρος Χωρήβ, αποτελεί προεικόνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία ως άλλη βάτος ακατάφλεκτη, κράτησε μέσα της «το καταναλίσκον πυρ της Θεότητος», χωρίς να καταστραφεί η παρθενία της. «Καταβάς όψομαι το όραμα το μέγα τούτο. Τί ότι η βάτος καίεται και ου κατακαίεται»;
Η Κυρία Θεοτόκος, αποκαλείται από τον ίδιο τον Θεό, γη αγία : «Μωϋσή, Μωϋσή, μη εγγίσης ώδε. Λύσον το υπόδημα εκ των ποδών σου. Ο γαρ τόπος, εν ω έστηκας, γη αγία εστί».
Οι πλάκες του Δεκαλόγου, που ήταν γραμμένες με το δάκτυλο του Θεού, παραπέμπουν στην Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία είναι ο πνευματικός τόμος, πάνω στον οποίο καταγράφηκε το πρόσωπο και το έργο του Χριστού.
Η ολόφωτη νεφέλη και ο πύρινος στύλος, που φώτιζαν τους Ισραηλίτες ημέρα και νύκτα «δείξαι αυτοίς την οδόν» προς την γη της επαγγελίας, προεικονίζουν την Υπεραγία Θεοτόκο.
Η Κιβωτός του Νώε, συμβολίζει την Παρθένο, η οποία φυλάσσει στα σπλάχνα της την απαρχή της Καινής κτίσεως. Κιβωτός ονομάζεται η Παρθένος και από τον προφήτη Δαυΐδ : «Ανάστηθι, Κύριε, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου».
Η σκηνή του πατριάρχου Αβραάμ είναι σύμβολο της Θεοτόκου, στην οποία κατεσκήνωσε ο Λόγος του Θεού.
Η κλίμαξ, την οποία είδε ο πατριάρχης Ιακώβ3 να ενώνει τον ουρανό με την γη, προτυπώνει τη Θεοτόκο, η οποία ως μυστική κλίμαξ ένωσε τον ουρανό με την γη. Διά μέσου αυτής ο Θεός κατέβηκε στην γη, για να ανεβάσει «εις την άνω ζωήν το ανθρώπινον». Ο Ιακώβ, επίσης, αποκάλεσε την Πάναγνο Τόπο, λέγοντας : «Ως φοβερός ο τόπος ούτος»! Το ίδιο και ο προφήτης Ιεζεκιήλ: «Και ανέλαβον πνεύμα και ήκουσα καθόπισθέν μου φωνής σεισμού μεγάλου, λεγούσης˙ Ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου τούτου». Και ο προφητάναξ Δαυΐδ : «Ου δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω».
Η χρυσή στάμνα, που περιείχε το μάννα4, προεικονίζει την Θεοτόκο, η οποία ως άλλη χρυσή στάμνα έφερε μέσα της τον Ιησού, που είναι «ο άρτος της ζωής, ο εκ του ουρανού καταβάς».
Η επτάφωτη λυχνία, που έκαιε στην σκηνή του μαρτυρίου και στον ναό του Σολομώντος, προτυπώνει την Θεοτόκο, από την οποία έλαμψε ο Χριστός, «το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Φαεινή λυχνία είναι η Θεοτόκος, «η μητέρα του φωτός». Η λυχνία προτυπώνει την τέλεια καθαρότητα και αγνότητα της Παρθένου.
Συνεπώς οι σημερινοί Ταλμουδιστές Ιουδαίοι (Jews), είναι σφετεριστές της επτάφωτης λυχνίας και του συμβολισμού της, που χρησιμοποιούν στις αποκρυφιστικές τελετουργίες τους, όπως οι Σκοπιανοί είναι οι ανίεροι σφετεριστές του Ελληνικού «Ήλιου της Βεργίνας».
Το ίδιο υπονοεί και η εγκωμιαστική φράση του ΑΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΣΜΑΤΩΝ: «ιδού ει καλή... όλη κα­λή ει, η πλησίον μου, και μώμος ουκ έστιν εν σοί. Ανάστα η πλησίον μου και ελθέ πρός με». (4/1-7).Στο ίδιο κείμενο η μοναδική τέλεια περιστερά και εκλεκτή της μητέρας της, είναι η Παρθένος Μαρία, που κατέκτησε την τελείωση και έγινε αιώνιο πρότυπο προς μίμηση.
Η ράβδος του Ααρών,5 που βλάστησε, προκαταγγέλει την Θεοτόκο, που φύτρωσε από τη ρίζα του γενεαλογικού δένδρου του Ιεσσαί. Ράβδο, επίσης, την αποκαλεί και ο προφήτης Ησαΐας : «Εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί».
Η Κυρία Θεοτόκος, κατά τον αυτόν προφήτη, λέγεται ρίζα : «Και έσται η ρίζα του Ιεσσαί και ο ανιστάμενος εξ αυτής άρχειν εθνών».
Η Παναγία Θεοτόκος, αποκαλείται από τον προφητάνακτα Δαυΐδ:
.Γη επιθυμητή: «Και εξουδένωσαν γην επιθυμητήν».
.Αλήθεια. «Αλήθεια εκ της γης ανέτειλε και δικαιοσύνη εκ του Ουρανού διέκυψεν». Αλήθεια μεν την Παναγία ονομάζει ο προφήτης, εξαιτίας της αληθινής παρθενίας της, επειδή και προ τόκου και εν τόκω και μετά τόκον ήταν αληθώς παρθένος. Δικαιοσύνη δε τον Χριστό ονομάζει, επειδή είναι δικαιοκρίτης. Την μεν Παρθένο Μαριάμ την ονομάζει γη, επειδή καταγόταν από τη γη ως άνθρωπος, τον δε Χριστό «εκ του Ουρανού», διότι καταγόταν από τους Ουρανούς, όχι ως άνθρωπος, αλλ'ως Θεός.
.Σιών: «Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον του Ισραήλ;» (ΨΑΛΜ: 13/7). Και αλλού : «Εξελέξατο Κύριος την Σιών, ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτώ».
.Ελαία: «Εγώ δε, ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού, ήλπισα επί το έλεος αυτού».
.Μήτηρ: «Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος».   
.Βασίλισσα: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου»,
.Θυγάτηρ: «Άκουσον θύγατερ και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του Πατρός σου». Θυγάτηρ την ονομάζει και ο Σολομών στις Παροιμίες του : «Πολλαί θυγατέρες εποίησαν δύναμιν, συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας».
.Αλλοίωσις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου»,
.Ημέρα και Νυξ: «Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν»,
.Ουρανός: «Εξ ουρανού επέβλεψεν ο Κύριος» και «Ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω, την δε γην έδωκε τοις υιοίς των ανθρώπων»,
.Ανατολή: «Αι βασιλείαι της γης, άσατε τω Θεώ, ψάλατε τω Κυρίω τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς»,
.Δύση: «Οδοποιήσατε τω επιβεβηκότι επί δυσμών»,
.Ήλιος: «Εν τω ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού»,
.Πόλις: «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού» και «του ποταμού τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού».
Σύμφωνα με το ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ (3/9--4/8,12), η Θεοτόκος λέγεται:
.Φορείον, δηλ. βαστακτήριο,κλινίδιον μεταφοράς του Ανθρώπου: «Φορείον εποίησεν εαυτώ ο βασιλεύς Σολομών από ξύλων του λιβάνου»
.Κλίνη: «Ιδού η κλίνη Σολομών, εξήκοντα δυνατοί κύκλω από δυνατών Ισραήλ»,
.Νύμφη : «Δεύρο από λιβάνου Νύμφη»,
.Αδελφή : «Τι εκωλύθησαν οι οφθαλμοί σου αδελφή μου νύμφη;»
.Κήπος και Πηγή : «Κήπος κεκλεισμένος και πηγή εσφραγισμένη». Ο προφήτης Αββακούμ την χαρακτηρίζει Θαιμάν: «ο Θεός από Θαιμάν ήξει» και Όρος: «Και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέως»6. Όρος, επίσης, την αποκαλεί ο προφήτης Δανιήλ, απευθυνόμενος προς τον Ναβουχοδονόσορα : «Εθεώρεις, βασιλεύ, ότι ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρός»; Αλλά, και ο προφήτης Δαυΐδ : «Το όρος, ο ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ».
Η προφητεία του προφήτου Ησαΐου, «Ιδού η Παρθένος, εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστι μεθερμηνευόμενον μεθ΄ημών ο Θεός»7, αναφέρεται στην Θεοτόκο, που συνέλαβε και γέννησε τον Χριστό. Επίσης, η Υπεραγία Θεοτόκος χαρακτηρίζεται από τον ίδιο προφήτη ως «θρόνος υψηλός και επηρμένος»: «είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου», καθώς και «ανθρακοφόρος λαβίς»8.
Ο προφήτης Ησαΐας, την αποκαλεί, επίσης, Βιβλίο: «Και έσται μετά τα ρήματα ταύτα, ως οι λόγοι του βιβλίου του εσφραγισμένου», Τόμο: «Και είπε Κύριος προς με˙ Λάβε σεαυτώ τόμον καινόν», Λαβίδα: «Και απεστάλη προς με εν των Σεραφίμ και είχεν εν τη χειρί αυτού λαβίδα και εν αυτή άνθραξ», Προφήτιδα: «Και προσήλθον προς την προφήτιν και εν γαστρί έλαβε» και Νεφέλη: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον».
Θεομητορική προτύπωση αποτελεί, επίσης, και ο πόκος του Γεδεών [Πόκος (πέκω)=έριον ακατέργαστον, τουλούπα]. Όπως δηλ. ο πόκος δέχθηκε μόνον αυτός την νυκτερινή δρόσο, έτσι και η Παναγία δέχθηκε την δρόσο της ενεργείας του Θεού, με την οποία έσβησε η πλάνη, στην οποία είχε περιπέσει μεταπτωτικώς η ανθρωπότητα. Και ο προφητάναξ Δαυΐδ λέγει : «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην».
Η προφητεία του προφήτου Ιεζεκιήλ για την «κατά ανατολάς κεκλεισμένην πύλην»προτυπώνει την παρθενική μήτρα, από την οποία θα διέλθει μόνον ο Χριστός και έκτοτε θα παραμείνει για πάντα «κεκλεισμένη». Εδώ γίνεται λόγος για την αειπαρθενίαν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος «προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον». Το ίδιο υπονοείται και με τις φράσεις «κήπος κεκλεισμένος, πηγή εσφραγισμένη». Ο ίδιος προφήτης την αποκαλεί Κεφαλή: «Και ιδού χειρ εκτεταμένη προς με και εν αυτή κεφαλή», Όραση: «Είδον όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω, ως όρασις τόξου», «Αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου», Ήλεκτρον: «Και είδον ως όψιν ηλέκτρου, όρασιν πυρός», Πλίνθο: «Υιέ ανθρώπου, λάβε σεαυτόν πλίνθον καινόν».
Προεικόνιση του Θεομητορικού μυστηρίου αποτελούν οι Τρεις Παίδες «εν καμίνω». Όπως τους Τρεις Παίδες διέσωσε από την φωτιά «ο τόκος της Θεοτόκου», ο οποίος μετέτρεψε τη φλόγα της καμίνου σε δρόσο, κατά παρόμοιο τρόπο και η παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, αν και δέχθηκε το πυρ της Θεότητος, έμεινε άφθαρτη και αλώβητη.
Τέλος, η προφητική ρήση του βιβλίου του προφήτου Δανιήλ, «εθεώρεις έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών»10, αναφέρεται στην Υπεραγία Θεοτόκο. Το βουνό, από το οποίο είδε ο Ναβουχοδονόσωρ να κόβεται το λιθάρι χωρίς χέρι ανθρώπου, προτυπώνει την Παναγία, η οποία ως όρος αλάξευτο έδωσε την καθαρή σάρκα της, για να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος. Η Θεοτόκος γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε ρήξη. Τόσον η σύλληψη όσον και η κύηση υπήρξαν άφθορες11.
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Η Αγία Γραφή παρουσιάζει την Ελισάβετ, την μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, να φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα και να ονομάζει την Παρθένο Μαρία, μητέρα του Κυρίου της. «Πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με;»  [Πώς μου έγινε αυτή η μέγιστη τιμή να έλθει σε μένα η μητέρα του Κυρίου μου; (ΛΟΥΚ:1/43)]. Και στην προς Γαλάτας επιστολή του (4/4) ο απόστολος Παύλος λέει, ότι ο Υιός του Θεού και Κύριος γεννήθηκε από γυναίκα: «εξαπέστειλεν ο Θεός τόν Υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός».    Επομένως και η γυναίκα που γέννησε τον Υιό του Θεού και Θεόν Λόγον, είναι και πρέπει να λέγεται Θεοτόκος.
Η χάρις αυτή και ονομασία είναι η φυσική συνέπεια της ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού. Οι Πατέρες τονίζουν πολύ αυτήν την αλήθεια.
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος, λέει: «Ο Θεός ημών Ιησούς Χριστός εκυοφορήθη υπό Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ (σαν άνθρωπος), Πνεύματος δέ Αγίου (σαν Θεός)» και γεννήθηκε «αληθώς εκ Παρθένου».
Ο Άγιος Αλέξανδρος Αλεξανδρείας τονίζει, ότι «ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός σώμα φορέσας ου δοκήσει (φόρεσε σώμα ανθρώπινο όχι φανταστικό, αλλά πραγματικό) εκ της Θεοτόκου Μαρίας, επί συντελεία των αιώνων εις αθέτησιν αμαρτίας επεδήμησε τω γένει των ανθρώπων».
Ο Μέγας Αθανάσιος συχνά ομιλεί περί «Παρθένου της Θεοτόκου», ο δε Γρηγόριος ο θεολόγος διακηρύττει, ότι «εί τις ου Θεοτόκον τήν αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστι της θεότητος…» (χωρισμένος και ξένος από το Θεό, όποιος δεν παραδέχεται Θεοτόκο την Παρθένο).
Οι Αγίες Οικουμενικές Σύνοδοι, η Γ΄, η Δ΄, η Ε΄ και η Στ΄, διακηρύττουν Θεοτόκο την Παρθένο και αναθεματίζουν όλους εκείνους που διδάσκουν τα αντίθετα. Αναθεματίζεται καθένας, ο οποίος «ουχ ομολογεί Θεόν είναι κατά αλήθειαν τόν Εμμανουήλ καί διά τούτο Θεοτόκον τήν αγίαν Παρθένον· γεγέννηκε γάρ σαρκικώς σάρκα γεγονότα τόν εκ Θεού Λόγον». Δηλαδή έχει το ανάθεμα όποιος δεν παραδέχεται Θεό αληθινό τον Εμμανουήλ, τον Χριστό δηλαδή, επομένως δεν ομολογεί Θεοτόκο και την Παναγία Παρθένο, από την οποία έλαβε σάρκα ο Θεός Λόγος και έγινε άνθρωπος, (Γ΄ Οικ. Σύνοδος).
«Διά τήν ημετέραν σωτηρίαν εκ Μαρίας της Παρθένου της Θεοτόκου κατά τήν ανθρωπότητα γεννηθέντα». Η Ε΄ αναθεματίζει εκείνον, ο οποίος διδάσκει ότι «καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει τήν αγίαν ένδοξον αειπάρθενον Μαρίαν… αλλά μή κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον αυτήν ομολογεί». (Δ΄ Οικ. Σύνοδος).
Τέλος, στον όρο της ΣΤ΄ Οικουμενικής επαναλαμβάνεται η διακήρυξη της γεννήσεως του Κυρίου «επ’ εσχάτων των ημερών δι’ ημάς καί διά τήν ημετέραν σωτηρίαν εκ Πνεύματος Αγίου καί Μαρίας της Παρθένου, της κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκου». Και «ομολογούμεν τήν Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον διά τό τόν Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ενανθρωπίσαι, καί εξ αυτής της συλλήψεως ενώσαι εαυτώ τόν εξ αυτής ληφθέντα ναόν».
Παραδεχόμαστε και ομολογούμε την Αγία Παρθένο Θεοτόκο, διότι από αυτήν έλαβε σάρκα και γεννήθηκε σαν άνθρωπος ο Υιός του Θεού, και από αυτήν την στιγμή που συνελήφθη μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου, ένωσε με τον εαυτό του ο Θεός Λόγος τον ναό, δηλαδή το σώμα, που έλαβε από την Αειπάρθενο Κόρη12
7ο Η μία προσκύνηση του Ιησού Χριστού
Αφού η Θεία Φύση δεν χωρίζεται από την ανθρώπινη, προσήκει στον Ιησού μια προσκύνηση.
8ο Το αναμάρτητον του Ιησού
Η αναμαρτησία του Ιησού, είναι επακόλουθο της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων του Χριστού. Η Αγία Γραφή ρητώς μας λέγει: «Αμαρτία εν αυτώ (στο Χριστό δηλαδή) ουκ έστι» (Α΄ ΙΩΑΝ: 3/5) και ο Χριστός «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Α΄ ΠΕΤΡ: 2/22) και ότι ο Κύριος ήταν «πεπειρασμένος (δοκιμασμένος) κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας» (ΕΒΡ: 4/15). Γι’ αυτό και ο Κύριος ρωτούσε τους Φαρισαίους· «τίς εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (ΙΩΑΝ: 8/46).
Αναμάρτητος λοιπόν ο Κύριος, αναμάρτητος και άγιος. Πώς και γιατί; Διότι, ενώ σαν άνθρωπος μπορούσε να αμαρτήσει, όμως η ανθρώπινη φύση που πήρε, είχε ενωθεί με την θεία, την αναμάρτητη και αγία, αυτή και συγκρατούσε την ανθρώπινη, με αποτέλεσμα όχι μόνον να μην αμαρτήσει, αλλά και της μετέδιδε, και την δική της αναμαρτησία και αγιότητα, ώστε να μη θέλει και να μην μπορεί να αμαρτήσει. Λοιπόν, αναμάρτητος ο Κύριος, επειδή ήταν Θεός και άνθρωπος και η αναμαρτησία από την θεότητά του μεταδιδόταν και στην ανθρωπότητά του.13

Συνεχίζεται
    







Πρωτοπρεσβύτερος π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς, 16-4-2013.

2 Ἁγίου Νεκταρίου, Χριστολογία, 1992, εκδ. Βιβλιοπωλεῖον  Ν. Δ. Παναγόπουλου.

3 Γεν. 28, 12.
Έξ. 16, 33
5 Αρ. 17, 23.
6 Αββακ. 3, 3--- Θαιμάν: Χώρα ΝΑ της Εδέμ, όπου υπήρχαν περιβόητοι σοφοί. Τόπος ανεξακρίβωτος (ΙΕΖ: 47/19 και48/28).
7 Ησ. 7, 14.
8 Ησ. 6, 1 και 6.
Ιεζ. 44, 1-2.(«και είπεν Κύριος προς με η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής, ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής, και έσται κεκλεισμένη»).
10 Δαν. 2, 34.
11 ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, Θησαυρός, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2004, σσ. 186-188.
12 Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, με πολλά επιχειρήματα αναπτύσσει το δόγμα αυτό και λέει: «Ει γάρ εστι Θεός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πώς ου Θεοτόκος η τεκούσαν αγία Παρθένος;». Εάν είναι, όπως πιστεύουμε και ομολογούμε, Θεός ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, πώς δεν είναι Θεοτόκος η αγία Παρθένος που Τον γέννησε; «Ταύτην ημών τήν πίστιν παρέδωσαν οι θεσπέσιοι μαθηταί, κάν ει μή της λέξεως πεποίηνται μνήμην (έστω και αν δεν χρησιμοποιούν τη λέξη αυτή, το Θεοτόκος δηλ.)… Αποδεδειγμένον γάρ ούτως ότι Θεός κατά φύσιν εστίν ο εκ της αγίας Παρθένου γεγενημένος, κατοκνήσειν οίμαι παντελώς ουδένα πρός γε το χρήναι και φράσαι, ότι Θεοτόκος αν λέγοιτο καί μάλα εικότως». Μια και θα παραδεχθεί κανείς ότι Θεός είναι εκείνος που γεννήθηκε από την αγία Παρθένο, δεν νομίζω πως θα δυσκολευθεί και να παραδεχθεί και να ονομάσει Θεοτόκον, εκείνη που τον γέννησε. Φυσικώτατο είναι αυτό να ομολογήσει (Κατά Νεστορίου 1, 3).
 Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «όθεν δικαίως καί αληθώς Θεοτόκον τήν αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γάρ τό όνομα άπαν τό μυστήριον της οικονομίας συνίστησι. Ει γάρ Θεοτόκος η γεννήσασα, πάντως Θεός ο εξ αυτής γεννηθείς, πάντως δέ καί άνθρωπος. Πώς γάρ αν εκ γυναικός γεννηθείη Θεός, ο πρό αιώνων έχων τήν ύπαρξιν, ει μή άνθρωπος γέγονεν; Ο γάρ υιός ανθρώπου άνθρωπος δηλονότι. Ει δέ αυτός ο γεννηθείς εκ γυναικός Θεός εστιν, είς εστι δήλον ότι ο εκ Θεού Πατρός γεννηθείς κατά τήν θείαν καί άναρχον ουσίαν, καί επ’ εσχάτων των χρόνων εκ της Παρθένου τεχθείς κατά τήν ηργμένην καί υπό χρόνον ουσίαν, ήτοι τήν ανθρωπίνην. Τούτο δέ μίαν υπόστασιν, καί δύο φύσεις καί δύο γεννήσεις σημαίνει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
Επομένως, προσθέτει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δικαίως και αληθώς Θεοτόκον ονομάζομεν την αγίαν Μαρίαν. Μόνον αν πούμε Θεοτόκο την Παναγία, καταλαβαίνουμε το μυστήριο της θείας οικονομίας, το πώς δηλαδή ο Θεός έσωσε εμάς τους ανθρώπους. Διότι αν είναι Θεοτόκος εκείνη που γέννησε το Χριστό, τότε ασφαλώς είναι Θεός εκείνος που γεννήθηκε από αυτή, είναι όμως και άνθρωπος.
Διότι, πώς ήταν δυνατόν από γυναίκα να γεννηθεί ο Θεός, ο οποίος έχει την ύπαρξη από πριν από όλους τους αιώνες, αν δεν γινόταν και αληθινός άνθρωπος; Και να ξέρουμε πως αυτό που λέγεται τόσες φορές στα Ευαγγέλια, ότι ο Χριστός είναι «ο Υιός του ανθρώπου», αυτό θέλει να μας δηλώσει ότι ο Κύριος είναι και άνθρωπος. Αν αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα είναι Θεός, ο ένας και ο ίδιος, είναι δηλαδή εκείνος που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα κατά τη θεία ουσία που δεν είχε ποτέ αρχή και γι’ αυτό λέγεται άναρχος, αυτός ο ίδιος τώρα τελευταία γεννήθηκε και από την Παρθένο Μαρία. Και έλαβε τότε που γεννήθηκε από την Παρθένο την φύση που έχει αρχή, που δεν είναι δηλαδή άναρχη όπως η θεία, αλλά παίρνει αρχή σε ορισμένο χρόνο. Και αυτή είναι η ανθρώπινη ουσία. Αυτά όμως όλα σημαίνουν ότι ο Κύριος είναι μία υπόσταση, ένα πρόσωπο που έχει δύο φύσεις και δύο γεννήσεις, την άναρχη από τον Πατέρα και εκείνη που έλαβε χώρα σε ορισμένο χρόνο από την Παρθένο Μαρία, την όντως Θεοτόκο.
13 Αυτό τονίζουν και οι θεοφόροι Πατέρες. «Ει μή γάρ ήν ο Χριστός αυτός, ο ών Θεός Λόγος ουκ ηδύνατο είναι αναμάρτητος. Ουδείς γάρ αναμάρτητος ει μή είς ο Χριστός ως καί ο Πατήρ του Χριστού καί τό Άγιον Πνεύμα», λέει ο άγιος Διονύσιος ο Αλεξανδρείας. Εάν, δηλαδή, δεν ήταν ο Χριστός αυτός ο ίδιος Θεός Λόγος, δεν ήταν δυνατόν να είναι αναμάρτητος. Διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος παρά μόνο ο Χριστός, όπως και ο Πατέρας του Χριστού και το Άγιο Πνεύμα.
«Ο Θεός Λόγος «ευδοκήσας εν σαρκί γενέσθαι εχαλιναγώγει τό σκεύος (δηλ. τη σάρκα)», λέει και ο άγιος Επιφάνιος, καίτοι δέ είχε δύο θελήσεις, η ανθρωπίνη θέλησις θεωθείσα διά της θεότητος υπετάσσετο κατά πάντα τή θεία». Όταν ο Υιός του Θεού και Θεός Λόγος, θέλησε από αγαθότητα να γίνει και έγινε και άνθρωπος, έβαζε χαλινάρι στο σώμα και γενικώς την ανθρώπινη φύση. Μολονότι είχε δύο θελήσεις, μία θεία, σαν Θεός, και μία ανθρώπινη, σαν άνθρωπος, η ανθρώπινη θέληση, αφού θεώθηκε με το να έχει μέσα της την θεότητα, έκανε ό,τι έλεγε η θεία θέληση, έδειχνε σε όλα υποταγή σε αυτή. Διότι «έδει τό της σαρκός θέλημα κινηθήναι (όπως έγινε στη Γεθσημανή με το «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού τό ποτήριον τούτο» του θανάτου), υποταγήναι δέ τώ θελήματι θεϊκώ», όπως πάλι εκεί έγινε ευθύς αμέσως με το «πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως σύ» (ΜΑΤΘ: 26/39).
 Αυτό το λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Διότι έπρεπε το ανθρώπινο θέλημα να κινηθεί και να δείξει πως θέλει διαφορετικά από εκείνα που ζητεί το θεϊκό θέλημα, όπως έγινε στη Γεθσημανή, που το ανθρώπινο θέλημα δεν ήθελε το θάνατο και γι’ αυτό βγήκε από το στόμα του Χριστού το· Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας περάσει από εμένα το ποτήριο τούτο του θανάτου, ας φύγει και να μη το γευθώ, να μην πεθάνω. Έπρεπε να εκδηλωθεί και αυτό για να φανεί ότι ο Χριστός είναι και άνθρωπος. Και τότε να υποταγεί αυτό το ανθρώπινο θέλημα στο θεϊκό, όπως έγινε ευθύς αμέσως με αυτό που πρόσθεσε ο Χριστός· αλλά όχι όπως θέλω εγώ (αυτό ήταν το ανθρώπινο θέλημα), αλλ’ όπως θέλεις συ, να γίνει το δικό σου θέλημα (αυτό ήταν το θεϊκό θέλημα).
Και προσθέτει η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «Η θέλησις θεότητος μόνης· επειδή καί η φύσις όλη του Λόγου εν επιδείξει μορφής της ανθρωπίνης και σαρκός της ορωμένης του δευτέρου Αδάμ (δηλ. του Χριστού) ουκ εν διαιρέσει προσώπων, αλλ’ εν υπάρξει θεότητος και ανθρωπότητος». Δηλαδή, υπήρχαν στο Χριστό δύο φύσεις, η ανθρώπινη και η θεία, και γι’ αυτό και δύο θελήσεις. Αλλ’ επειδή δεν ήταν ο Κύριος και δύο πρόσωπα, για να κάνει χωριστά το καθένα το δικό του, αλλά ένα μόνο πρόσωπο, ο Θεός-Λόγος, και σε αυτό υπήρχαν οι δύο φύσεις, χωρίς να συγχέεται η μία με την άλλη, γι’ αυτό και η ανθρώπινη θέληση υποτασσόταν στη θεία και έκανε ό,τι έλεγε και όριζε η θεία θέληση. Σαν Θεός ευδοκούσε να γίνεται το καλό, αυτό που ήθελε ο Πατέρας. Και σαν άνθρωπος έκανε υπακοή στον Πατέρα και το θέλημά του.
«Επειδή δέ μία του Χριστού η υπόστασις, καί είς ο Χριστός, ο θέλων κατ’ άμφω τας φύσεις· ως Θεός ευδοκών, καί ως άνθρωπος, υπήκοος γενόμενος» (Μέγας Αθανάσιος και Δαμασκηνός).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου