Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ:
ΕΘΕΛΟΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑΙΟΤΑΛΜΟΥΔΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Ή
ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΟΥΔΑΙΟΓΕΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑ;

PROTESTANTISM:

SELF RELIGION OF JEWISH-TALMUDIST  ECUMENISM

OR

POLITICAL-ECONOMIC  JUDEOGENIC MOVEMENT?


ΣΤ. ΟΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ (Συνέχεια 15ου μέρους) 1
           
                                                              ΜΕΡΟΣ 16ο

15. Περί Τιμίου Σταυρού.
Οι   Προτεστάντες αρνούνται να ποιήσουν  το σημείον του Σταυρού, με τον ισχυρισμό ότι πουθενά δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή και ότι ο Σταυρός ήταν το φονικό όργανο που εφόνευσε τον Χριστό.


















































 16. Ιερωσύνη
Την ίδια πολεμική που έκαναν και για κάποια θεσμικά στοιχεία της Εκκλησίας, όπως τα Μυστήρια, ακολούθησαν και για την  Ιερωσύνη. Μεταξύ άλλων, ο Προτεσταντισμός αμφισβήτησε έντονα και τον θεσμό της Ιερωσύνης. Τον απογύμνωσε από το μυστηριακό του περιεχόμενο (δηλ. δεν τον δέχεται ως Μυστήριο) και αρνήθηκε τον μόνιμο και ανεξάλειπτο χαρακτήρά του, δηλ. δεν δέχεται ότι η ιδιότητα της Ιερωσύνης συνδέεται μόνιμα με το πρόσωπο του φορέως της, Κληρικού.
Έτσι, ο ρόλος του Ιερέως, ενδέχεται να εναλλάσσεται σε κάθε «εκκλησιαστική» σύναξη: Σήμερα κάνει αυτό το έργο ο ένας και αύριο ο άλλος ή, όπως συνηθέστερα γίνεται, οι «Πάστορες» ή οι «Ποιμένες» κάθε «εκκλησίας», ασκούν το έργο τους για ένα διάστημα, κι’ έπειτα αντικαθίστανται. Σε τελευταία ανάλυση, η Ιερωσύνη δεν προέρχεται από τον Θεό. Ο Ιερεύς δεν «λαμβάνει την τιμήν ... καλούμενος υπό του Θεού» (ΕΒΡ: 5,4), αλλά ασκεί την Ιερωσύνη ως προσωρινό ρόλο, που του αναθέτει η «εκκλησία», όπως ακριβώς μια εταιρεία αναθέτει μια συγκεκριμένη εργασία, σ' έναν από τους υπαλλήλους της.
Αντί της γνωστής ειδικής έννοιας της Ιερωσύνης, που συνδέεται με την τέλεση των ιερών Μυστηρίων («μυστηριακή Ιερωσύνη»), οι Προτεστάντες προβάλλουν έντονα την έννοια της λεγόμενης «γενικής Ιερωσύνης», βασιζόμενοι στο χωρίο Α΄ ΠΕΤΡΟΥ:2/9. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, Ιερωσύνη έχουν όλοι οι Χριστιανοί γενικώς, άρα όλοι μπορούν να ασκούν το έργο του Ιερέως.
Δεν δέχονται την ιερωσύνη, την εξομολόγηση, την Αγία Κοινωνία, το χρίσμα και την εκ τούτου μετάδοση του Αγίου Πνεύματος, το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, τον Μοναχισμό κλπ.




























































































































































































































































17.Εξομολόγηση- Αγία Κοινωνία-Χρίσμα
  Εξομολόγηση
Οι Προτεστάντες κατηγορούν την Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή μεταχειρίζεται το Μυστήριο της Εξομολογήσεως. Μας λένε, ότι δεν είναι σωστό να γίνεται, επειδή αφ' ενός οι άνθρωποι δεν έχουν την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, αφ' ετέρου επειδή η πρώτη Χριστιανική Εκκλησία δεν την εφάρμοζε.

















































































































































Θεία Κοινωνία

Η Θεία   Ευχαριστία είναι συμβολική και αναμνηστική τελετή
Οι Προτεστάντες θέλοντας να ανατρέψουν την έννοια της μετουσιώσεως υιοθέτησαν κάποιες άλλες απόψεις. Έτσι ο Λούθηρος μίλησε για την πανταχού παρουσία του σώματος του Κυρίου (ubiquitas), ο Καλβίνος δέχτηκε την επενέργεια της δυνάμεως του Χριστού απορρίπτοντας την αληθινή παρουσία του, ενώ τέλος ο Ζβίγγλιος δέχτηκε την Θεία Ευχαριστία ως απλό και γυμνό σύμβολο.
Έτσι λοιπόν πρέπει να γίνει κατανοητό πως η Προτεσταντική δέχεται κάποια επιστημονική εξήγηση περί μεταβολής και μετουσιώσεως, και απορρίπτει ότι αυτή γίνεται με υπερφυή άκτιστο τρόπο.
Η ορθόδοξη παράδοση ουδέποτε προσπάθησε επιστημονικά να προσδιορίσει τη μεταβολή ή την μεταποίηση του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα. Άλλωστε κατά την ορθόδοξη πατερική διδασκαλία η επιστήμη ασχολείτο με το Κτιστό, ενώ η χαρισματική θεολογία περί του ακτίστου. Αυτό διότι το έργο της άκτιστης ενέργειας δεν μπορεί να εξεταστεί ως προς τον τρόπο τέλεσής της επιστημονικά. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο ως μετοχή, που τελικά οδηγεί στη γνώση.
Σε αντίθεση τελικά με αυτή τη μέθοδο, η σχολαστική θεολογία χρησιμοποιώντας την διαλεκτική μέθοδο (η αποδεικτική είναι η οδός της πατερικής θεολογίας) επιχείρησε την έρευνα περί του τρόπου μεταβολής, επινοώντας την λεγόμενη "μετουσίωση" (transubstantiatio). Κατ’ αυτήν την θεώρηση, η οποία είναι επηρεασμένη από την αριστοτελική φιλοσοφία, τα πράγματα έχουν ύλη και είδος, ήτοι ορατό και αόρατο. Κατά την μεταβολή λοιπόν, σύμφωνα με την Παπική Εκκλησία, μεταποιείται το είδος, δηλ. το αόρατο μέρος, ενώ η ουσία (ορατό) μένει η ίδια.
Χρίσμα (Θέσεις Προτεσταντισμού)
Το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος, εμφανίζεται στην Αγία Γραφή με διάφορες ονομασίες, κάθε μία από τις οποίες, τονίζει κάποιο χαρακτηριστικό του: "σφραγίδα", "αρραβώνας", "Χρίσμα", κ.λ.π.: "Εν ω και πιστεύσαντες εσφραγίσθητε τω Πνεύματι τής επαγγελίας τω Αγίω, ο εστίν αρραβών τής κληρονομίας ημών..." (ΕΦΕΣ:1/ 13,14).
Οι προτεστάντες στηριζόμενοι στο παραπάνω εδάφιο, ισχυρίζονται ότι το Άγιο Πνεύμα λαμβάνεται μόνο με την πίστη.
Κάποιοι άλλοι Προτεστάντες ισχυρίζονται ότι, απλά υπονοείται το βάπτισμα στο νερό, ως έργο πίστεως, όπως και η μετάνοια, που αν και απαραίτητη, ούτε και αυτή αναφέρεται στην Αγία Γραφή.
Κατά την άποψη ορισμένων Προτεσταντικών ομάδων, το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα είχε σταματήσει μετά την Πεντηκοστή και τον Κορνήλιο, τον πρώτο εθνικό Χριστιανό, που έλαβε το βάπτισμα στο Άγιο Πνεύμα, παρουσία τού αποστόλου Πέτρου.
Ας δούμε όμως μερικά εδάφια από την Αγία Γραφή, όπου η "Επαγγελία" περί λήψεως του Αγίου Πνεύματος, εκτός από "Αρραβώνας" και "Σφραγίδα", ονομάζεται και "Χρίσμα".
"Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα τού Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών"(Β΄ ΚΟΡ:1/ 21,22).
Επειδή η κατάσταση τού αναγεννημένου Χριστιανού δεν είναι ακόμα μόνιμη, γι' αυτό ονομάζεται: "αρραβώνας", και όχι "γάμος". Είναι μία υπό δοκιμήν περίοδος, ως την ημέρα τού γάμου του με το Αρνίον, τον Ιησού Χριστό (ΑΠΟΚ:21/1,2).    Τότε, αν ο άνθρωπος αποδειχθεί πιστός ως το τέλος, η "σφραγίδα" αυτή, ή "χρίσμα", παύει να είναι αρραβώνας, και γίνεται μόνιμη «γαμήλιος σφραγίδα».
"Και υμείς χρίσμα έχετε από τού Αγίου... και υμείς το χρίσμα ό ελάβετε απ' αυτού, μένει εν υμίν, και ου χρείαν έχετε ίνα τις διδάσκει υμάς, αλλ' ως το Αυτού χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων και αληθές εστιν και ουκ έστιν ψεύδος, και καθώς εδίδαξεν υμάς, μένετε εν αυτώ". (Α΄ ΙΩΑΝΝ:2/20,27)
Τι άλλο θα μπορούσε να εννοεί ο απόστολος με την λέξη "χρίσμα", παρά το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος που θα δίδασκε τους Χριστιανούς; Αυτό φαίνεται και από τα λόγια τού Ιησού στο Ευαγγέλιο τού ιδίου αποστόλου:
"Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα, και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν εγώ" (ΙΩΑΝΝ:14/26).
Και ο απόστολος Ιωάννης λοιπόν, χρησιμοποιεί όπως και ο απόστολος Παύλος, την ίδια λέξη για την σφραγίδα τού Αγίου Πνεύματος.
Γιατί λέγεται "Χρίσμα" (επάλειψη);
Η λέξη "χρίω", σημαίνει "αλοίφω". Γιατί άραγε χρησιμοποιείται για το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος;
Για να το καταλάβουμε, πρέπει πρώτα να δούμε πώς γινόταν η λήψη τού Αγίου Πνεύματος στον καιρό των αποστόλων.
Εάν εξαιρέσουμε την πρώτη κάθοδο τού Αγίου Πνεύματος προς τους ιδίους τους αποστόλους, όλοι οι υπόλοιποι, για να βαπτισθούν στο Άγιο Πνεύμα έπρεπε να λάβουν χειροθεσία από τους αποστόλους. Αυτό φαίνεται καθαρά, στο παρακάτω χωρίο:"Ακούσαντες δε οι εν Ιεροσολύμοις απόστολοι ότι δέδεκται η Σαμάρεια τον λόγον τού Θεού, απέστειλαν προς αυτούς Πέτρον και Ιωάννην, οίτινες καταβάντες προσεύξαντο περί αυτών όπως λάβωσιν Πνεύμα Άγιον. Ουδέπω γαρ ην επ' ουδενί αυτών επιπεπτωκός, μόνον δε βεβαπτισμένοι υπήρχον εις το όνομα τού Κυρίου Ιησού. Τότε επετίθουν τας χείρας επ' αυτούς, και ελάμβανον Πνεύμα Άγιον. Ιδών δε ο Σίμων ότι δια τής επιθέσεως τών χειρών τών αποστόλων δίδοται το Πνεύμα, προσήνεγκεν αυτοίς χρήματα..." (ΠΡΑΞΕΙΣ: 8/14 – 18)
Για να λάβουν οι Σαμαρείτες το Άγιο Πνεύμα, χρειάστηκε να κατεβούν οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης στην Σαμάρεια. Δεν έφτανε ο Φίλιππος, κι ας είχε εξουσία να κάνει πλήθος θαυμάτων. (ΠΡΑΞΕΙΣ: 8/ 6,7).
Είναι σαφής η δήλωση, ότι "TOTE" το Άγιο Πνεύμα, δινόταν "δια τής επιθέσεως των χειρών των αποστόλων". (ΠΡΑΞΕΙΣ:8/17). Έτσι την Πεντηκοστή, το Άγιο Πνεύμα βάπτισε 3.000 πιστούς, παρόντων των αποστόλων. (ΠΡΑΞΕΙΣ:2/ 41).
Ομοίως, ο Παύλος έλαβε το Άγιο Πνεύμα, αφού ο Κύριος τού έστειλε τον Ανανία, (ο οποίος κατά την Ιερά Παράδοση, ήταν ένας από τους 70 αποστόλους), για να τον βαπτίσει, και να τού επιθέσει τα χέρια. (ΠΡΑΞΕΙΣ:9/17,18).
Ο Κορνήλιος, ο πρώτος εθνικός Χριστιανός, έλαβε το βάπτισμα στο Άγιο Πνεύμα, παρουσία τού αποστόλου Πέτρου, με την εξαίρεση ότι το έλαβε προτού βαπτισθεί στο νερό, ώστε να πεισθεί ο Πέτρος να τον βαπτίσει, επειδή ήταν εθνικός. (ΠΡΑΞΕΙΣ:10/44 - 48).
Τέλος, με την επίθεση τών χειρών τού αποστόλου Παύλου, έλαβαν το Άγιο Πνεύμα οι 12 άνδρες τής Εφέσου. (ΠΡΑΞ:19/5,6).
Όταν χρειάστηκε να κατεβούν στην Σαμάρεια οι απόστολοι για να μεταδώσουν το Άγιο Πνεύμα στους ήδη βαπτισμένους Σαμαρείτες, ο Σίμων, ζήτησε και αυτός την εξουσία αυτή, επί πληρωμή. Όμως ο Πέτρος τού είπε: "Το αργύριόν σου συν σοι, είη εις απώλειαν, ότι την δωρεάν τού Θεού ενόμισας δια χρημάτων κτάσθαι". (ΠΡΑΞ:8/20). Και αυτό το είπε, επειδή έπρεπε να είσαι απόστολος για να μεταδώσεις το Άγιο Πνεύμα.
"Τότε επετίθουν τας χείρας επ' αυτούς, και ελάμβανον Πνεύμα Άγιον". (ΠΡΑΞ: 8/17). 
Δηλαδή: "Τότε, (δηλαδή "εκείνο τον καιρό"), έβαζαν πάνω τους τα χέρια, και λάβαιναν Πνεύμα Άγιο".
Η διατύπωση αυτή τού εδαφίου, μας δίνει την σπουδαία πληροφορία πως το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα, γινόταν με τον τρόπο αυτό "τότε", τον καιρό εκείνο, πράγμα που δείχνει ότι τον καιρό που ο Λουκάς έγραφε αυτά τα λόγια στην Αγία Γραφή, κάτι είχε αλλάξει.
Την εποχή των πρωτοχριστιανικών χρόνων, ήδη υπήρχαν προβλήματα, αφού οι απόστολοι δεν επαρκούσαν πλέον να μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα, καθώς το πλήθος των πιστών συνεχώς μεγάλωνε, και απλωνόταν σε όλη την γη. Έτσι, οι απόστολοι έπρεπε συνεχώς να τρέχουν από τόπο σε τόπο, για να μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα, με επίθεση των χειρών τους.
Είναι λάθος η άποψη ορισμένων Προτεσταντικών ομάδων, που λένε ότι το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα είχε σταματήσει μετά την Πεντηκοστή και τον Κορνήλιο. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τα λόγια τού αποστόλου Πέτρου θα ήταν ψέματα, καθώς την Πεντηκοστή, είπε στους ακροατές του:
«…λήψεσθαι την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, υμίν γαρ εστίν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν, όσους αν προσκαλέσηται Κύριος ο Θεός ημών» (…Η δωρεά του Αγίου Πνεύματος εδόθη δια σας και τους απογόνους σας και δι’ όλους όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος και τώρα είναι μακράν από τον θεόν (ΠΡΑΞ: 2/39).
Εάν η Επαγγελία τού Πατρός είχε σταματήσει στον καιρό τού Λουκά, ούτε "τα τέκνα" των ανθρώπων εκείνων, ούτε "όλοι όσους θα καλούσε ο Θεός" θα μπορούσαν να την λάβουν. Τότε ο απόστολος Πέτρος θα ήταν ψευδοπροφήτης.
Αυτό επίσης, θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να σωθεί κανένας πλέον, από την εποχή που θα έπαυε η Επαγγελία τού Πατρός ως σήμερα, επειδή ο Ιησούς Χριστός είχε πει στο Νικόδημο: "Αλήθεια σου λέω, εάν κάποιος δεν ξαναγεννηθεί (εξ' ύδατος και Πνεύματος), δεν μπορεί να δει την βασιλεία τού Θεού". (ΙΩΑΝΝ:3/3,5).
Σε συμφωνία με όλα αυτά, η Ιερά Παράδοση τής Εκκλησίας, μας πληροφορεί ότι, καθώς οι απόστολοι διασπείρονταν στον κόσμο, ή αποδημούσαν στον Κύριο, κάποιοι θα έπρεπε να αναλάβουν την λειτουργία χειροθεσίας, και μεταδόσεως τού Αγίου Πνεύματος. Αυτοί ήταν οι πρώτοι τών Πρεσβυτέρων τών πόλεων, που αργότερα ονομάστηκαν "Επίσκοποι".
Ο Ιησούς Χριστός, είχε δώσει στους αποστόλους μία μεγάλη εξουσία πριν φύγει:
"Αμήν λέγω υμίν. Όσα αν δέσητε επί τής γης, έσται δεδεμένα εν ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί τής γης, έσται λελυμένα εν ουρανώ. Πάλιν αμήν λέγω υμίν, ότι εάν δύο συμφωνήσωσι εξ υμών επί τής γης περί παντός πράγματος ού εάν αιτήσονται, γενήσεται αυτοίς παρά τού Πατρός μου τού εν ουρανοίς". (ΜΑΤΘ:19/ 18,19).
Οι απόστολοι λοιπόν, συνάχθηκαν και συμφώνησαν. Πήραν έλαιον, έβαλαν τα χέρια σε αυτό, και προσευχήθηκαν. Ζήτησαν από το Θεό να δίνει την Επαγγελία τού Αγίου Πνεύματος σε όποιον "εχρίετο" (=αλοίφετο) με αυτό, με την χειροθεσία τού κάθε τοπικού Επισκόπου, ή όποιου αυτός εξουσιοδοτήσει. Έτσι, δεν χρειαζόταν πλέον η παρουσία τού κάθε αποστόλου.  Και όταν αυτοί ένας ένας κοιμήθηκαν, η Εκκλησία συνέχισε να μεταδίδει το Άγιο Πνεύμα, "σε όσους προσκάλεσε, προσκαλεί ή θα προσκαλέσει ο Κύριος".
Αυτό ήταν λοιπόν που είχε ήδη αλλάξει στον καιρό που έγραφε ο Λουκάς. Πρόκειται γι' αυτό που σήμερα η Εκκλησία το ονομάζει: "Μυστήριο τού Χρίσματος".
Μπορούμε πλέον να καταλάβουμε για ποιο λόγο οι απόστολοι Παύλος και Ιωάννης, ονομάζουν στις επιστολές τους το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος ως "Χρίσμα", δηλαδή Επάλειψη. (Β΄ ΚΟΡ:1/ 21, 22---Α΄ ΙΩΑΝΝ: 2/20,27).
Το Χρίσμα είναι η σφραγίδα τού Χριστού για την σωτηρία των πιστών. (ΑΠΟΚΑΛ:7/3).


         15. Περί Τιμίου Σταυρού
·     Η Αγία Γραφή δεν αναφέρει ότι πρέπει να κάνουμε το σημείον του Σταυρού, αλλά ούτε και το απαγορεύει.
·     Τον Τίμιον Σταυρόν προεικόνισε το δένδρον της ζωής (ΓΕΝ: 2/9) που ήταν φυτευμένο μέσα στον Παράδεισο. Δηλαδή, επειδή ο θάνατος ήλθε δια του φονικού «ξύλου» (δένδρον γνώσεως καλού - κακού), έπρεπε να δωρηθεί δια του ξύλου (της ζωής), η ζωή και η ανάστασις.
·     Ο Ιακώβ πρώτος προεικόνισε τον Σταυρόν με το να προσκυνήσει το άκρον της ράβδου του Ιωσήφ (ΓΕΝ: 47/31 - ΕΒΡ: 11/21) και με το να ευλογήσει τους υιούς του, με σταυρωτά τα χέρια.
«Εκτείνας δε Ισραήλ (Ιακώβ) την χείρα την δεξιάν επέβαλεν επί την κεφαλήν Ευφραίμ, ούτος δε ην ο νεώτερος, και την αριστεράν επί την κεφαλήν Μανασσή, εναλλάξ τας χείρας» (ΓΕΝΕΣ: 48/14).
·     Το σημείον του Σταυρού εσχημάτισε ολοφάνερα η ράβδος του Μωϋσέως, με την οποία εκτύπησε εις σχήμα Σταυρού την θάλασσαν και έσωσε τον Ισραήλ (ΕΞΟΔ: 14/6).
·     Τα χέρια του Μωϋσέως που υψώνονταν σταυρωτά, κατετρόπωσαν τους Αμαληκίτες (ΕΞ: 17/11-12).
·     Πότε λοιπόν ταυτίζεται ο Χριστιανός με το Πνεύμα της Γραφής; Όταν κάνει το σημείον του Σταυρού, το οποίον ο Απόστολος Παύλος θεωρούσε καύχημα (ΓΑΛΑΤ: 6/14).
Ν   Να γιατί κατά τον Απόστολο Παύλο, οι απορρίπτοντες τελείως τον Τίμιον Σταυρόν, είναι μωροί, σκανδαλοπαθείς,καταδικασμένοι εις απώλεια. «…νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια…» (ΦΙΛΙΠΠΗΣ: 3/18-19).
«῾Ο λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. ἐπειδὴ καὶ ᾿Ιουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ῞Ελληνες σοφίαν ζητοῦσιν,  ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, ᾿Ιουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δὲ μωρίαν….»   (Α΄ΚΟΡΙΝΘ: 1/ 18, 22-24).
16. Ιερωσύνη
Τι λέει η Αγ. Γραφή για την Ιερωσύνη; Ας αρχίσουμε από την Παλαιά Διαθήκη, αφού «σκιά ο νόμος των μελλόντων αγαθών» (Εβρ. 5,6). Ό,τι υπάρχει εκεί ως σκιά, υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως πραγματικότητα.
Στην Π. Διαθήκη, η Ιερωσύνη είναι ιδιότητα που συνδέεται με την λατρεία, την προσφορά των θυσιών. Ο ίδιος ο Θεός επιλέγει τον Ααρών και τους γιούς του και τους εγκαθιστά Ιερείς του («ιερατεύειν μοι», Εξ. 28,1) και μάλιστα ισόβιους: «ιερατεία μοι εις τον αιώνα» (Εξ. 29,9). Ο Ίδιος δίνει λεπτομερείς οδηγίες για τα άμφια, που θα ενδύονται «εις τιμήν και δόξαν» (Εξ. 28,2 εξ.). Ο Ίδιος δίνει εντολές για τον τρόπο εγκαταστάσεως των Ιερέων (Εξ. 29,1-45), για την προσφορά της λατρείας (Λευϊτ. 1,1 εξ.), για το Θυσιαστήριο, για τα ιερά σκεύη (Εξ. 30,1 εξ.), για τα πάντα.
Κάποτε επαναστάτησαν εναντίον του Μωϋσή και του Ααρών, κάποιοι Ισραηλίτες στην έρημο, με υποκίνηση των Κορέ, Δαθάν και Αβειρών. «Αφού όλος ο λαός είναι άγιος», έλεγαν, «γιατί να ιερατεύει μόνο ο Ααρών και οι οικείοί του;» (Αριθ. 16,2 εξ.). «Γιατί να μην προσφέρουμε κι εμείς θυσίες;»
Μάταια ο Μωϋσής προσπαθούσε να τους μεταπείσει. «Αυτούς», απαντούσε, «τους επέλεξε ο ίδιος ο Θεός και τους κάλεσε κοντά Του»: «εξελέξατο εαυτώ, προσηγάγετο προς εαυτόν» (Αριθ: 16,5).
Τελικώς, συγκεντρώθηκε όλος ο λαός, για να προσφέρουν κι αυτοί θυσία. Τότε ο Θεός έδωσε εντολή στον Μωϋσή να απομακρυνθεί ο λαός από την ομάδα εκείνη των επαναστατών. Όντως, έτσι έγινε και μαζί τους έμειναν 250 οπαδοί. Συνέβη τότε κάτι φοβερό: άνοιξε η γη και τους κατάπιε! «…ερράγη η γη υποκάτω αυτών, και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών» (Αριθ. 16,31-32)!!!!
Μετά το φοβερό αυτό σημείο, ο Θεός ζήτησε να φέρει ο αρχηγός κάθε φυλής μια ράβδο, με γραμμένο επάνω της το όνομά του. Οι ράβδοι τοποθετήθηκαν στην Σκηνή του Μαρτυρίου (στον Ναό της εποχής) και, όποιου η ράβδος εβλάστανε, αυτός θα ήταν ο εκλεγμένος από τον Θεό Αρχιερέας. Πράγματι, την άλλη μέρα από τις 12 ράβδους, είχε βλαστήσει μόνο του Ααρών, αρχηγού της φυλής του Λευΐ. Αφού δόθηκαν πάλι οι ράβδοι στους αρχηγούς, ο Θεός έδωσε εντολή να τοποθετηθεί η ράβδος του Ααρών μονίμως στο Ιερό, για να θυμούνται οι μελλοντικοί αμφισβητητίες της Ιερωσύνης (Αριθ. 17,16-28).
Κατά τον απ. Παύλο, ο Αρχιερεύς των ανθρώπων προέρχεται από τους ίδιους τους ανθρώπους και εγκαθίσταται σ' ένα έργο για χάρη τους, δηλ. στο να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες μας: «πας γαρ Αρχιερεύς εις το προσφέρειν δώρά τε και θυσίας καθίσταται» (Εβρ. 8,3 και 5,1). Την «τιμήν» της Αρχιερωσύνης, δεν την λαμβάνει μόνος του όποιος θέλει, αλλά όποιος καλείται από τον Θεό, όπως ο Ααρών (Εβρ. 5,4). Ο άνθρωπος Αρχιερεύς είναι ατελής, ασθενής πνευματικά και αμαρτωλός.
Γι' αυτό προσφέρει τις θυσίες πρώτα για τον εαυτό του (Εβρ. 5,3), αφού έχει τις ίδιες ανάγκες με τον λαό. Υπάρχει, όμως, και ο τέλειος, ο αιώνιος Αρχιερεύς, δηλ. ο Χριστός (Εβρ, 4,14 εξ.), ο Οποίος δεν προσφέρει θυσίες για τον Εαυτό Του, αλλά μόνο για τους άλλους, ούτε προσφέρει θυσίες κάθε μέρα, αλλά μία μόνο φορά, όταν ανέβηκε στον Σταυρό (Εβρ. 7,27).
Αφού ο νόμος είναι σκιά των μελλόντων αγαθών, ό,τι συμβαίνει στην Καινή Διαθήκη πρέπει να είναι φανέρωση αυτού, που ήδη υπάρχει στην Παλαιά. Στην Π. Διαθήκη υπάρχει η σκιά της τέλειας Ιερωσύνης: Η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ, που ήταν «ιερεύς του Θεού του υψίστου» (Εβρ. 7,1). Ο Χριστός είναι Ιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Εβρ. 7,21) και όχι «κατά την τάξιν Ααρών». Δηλαδή ο Χριστός δεν είναι μέγας αρχιερεύς κατά την ανθρώπινη τάξη, αλλά κατά την τάξη Μελχισεδέκ (ΕΒΡ: 5/5-6), η οποία (τάξη) είναι άγνωστη στους ανθρώπους.
Υπάρχει, λοιπόν, η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ στην Παλαιά Διαθήκη και η Ιερωσύνη του Χριστού στην Καινή. Υπάρχει η Ιερωσύνη του Ααρών στην Παλαιά, με τους βαθμούς του Αρχιερέως, των Ιερέων και των Λευϊτών, και η Ιερωσύνη της Εκκλησίας στην Καινή, με τους βαθμούς του Επισκόπου, των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων. Υπάρχουν οι θυσίες στην Π. Διαθήκη, ως έργο της Ιερωσύνης, υπάρχει η μία και μοναδική Θυσία (η Θεία Λειτουργία) και τα Μυστήρια της Εκκλησίας στην Καινή.
Με βάση τα παραπάνω οι άγιοι Απόστολοι ήσαν οι πρώτοι Αρχιερείς της Εκκλησίας, που έλαβαν την Ιερωσύνη από τον ίδιο τον Χριστό. Έτσι ο απ. Παύλος ασκεί τα έργα της Ιερωσύνης: Τελεί τη Θεία Λειτουργία (Πράξ. 20, 11), βαπτίζει (Α' Κορ. 1,14-16), χειροτονεί «πρεσβυτέρους» (Πράξ. 14,23). Προφανώς, το ίδιο κάνουν και οι άλλοι Απόστολοι. Σε ευρύτερες περιοχές ο απ. Παύλος εγκαθιστά συνεργάτες του, με εντολή να καταστήσουν «κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Α' Τιμ. 1,5). «Οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι» αξίζουν διπλή τιμή (Α' Τιμ. 5,17), η δε κατηγορία «κατά πρεσβυτέρου» δεν πρέπει να γίνεται εύκολα αποδεκτή, παρά μόνο αν στηρίζεται στην μαρτυρία «δύο η τριών μαρτύρων» (Α' Τιμ. 5,19).
Ο απ. Παύλος υπενθυμίζει στον Τιμόθεο το «χάρισμα», το οποίο έλαβε «δια της επιθέσεως των χειρών» (Α' Τιμ. 4,14, Β' Τιμ. 1,6), δηλ. την Ιερωσύνη, η οποία σαν χάρισμα, σαν πνευματική σφραγίδα, χαρακτηρίζει μόνιμα και αμετάκλητα («ό εστιν εν σοί», Β' Τιμ. 1,6) τον φορέα της.
Πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα ο απ. Παύλος, συγκαλεί στην Μίλητο «τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας» της Εφέσου και τους απευθύνει μια θαυμάσια ομιλία (Πράξ. 20,17-35). Μεταξύ άλλων λέει: «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού» (20,28).
Η μετάδοση της Ιερωσύνης, γίνεται «δια της επιθέσεως των χειρών», δηλαδή με την Χειροτονία. Μόνο με την πράξη αυτή, μεταδίδεται το «χάρισμα» (η Χάρη) της Ιερωσύνης. Ο ίδιος ο απ. Παύλος χειροτονήθηκε από τους Λειτουργούς της Εκκλησίας της Αντιόχειας (Πράξ. 13,1-3). Στην συνέχεια (Β' Τιμ. 1,6) μαζί με τους πρεσβυτέρους (Α' Τιμ. 4,14), χειροτόνησε τον Τιμόθεο.
Μαζί με τον Βαρνάβα εγκαθιστά δια χειροθεσίας, πρεσβυτέρους στις περιοχές Δέρβης, Λύστρων και Αντιόχειας της Πισσιδίας.
«…..χειροτονήσαντες δε αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι…) (ΠΡΑΞ: 14/23).
Για να έχει κάποιος Ιερωσύνη, πρέπει να την έχει λάβει από άλλους που την είχαν νωρίτερα, εκείνοι από παλαιότερους κοκ. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα μεταδόσεως της Ιερωσύνης μέσω της Χειροτονίας, που φθάνει στους πρώτους Επισκόπους, στους Αποστόλους και στον ίδιο τον Χριστό.
Η αλυσίδα αυτή ονομάζεται Αποστολική Διαδοχή και, αν κοπεί, δεν υπάρχει ούτε Ιερωσύνη, ούτε Εκκλησία. Ένας λόγος που πολεμούν οι αιρετικοί την Ιερωσύνη είναι, επειδή δεν έχουν Αποστολική Διαδοχή, αφού πρόκειται για νεότερες ψευτοχριστιανικές ομάδες, που είναι αδύνατο να έχουν οποιαδήποτε σύνδεση με την Εκκλησία των Αποστόλων.
Το «βασίλειον ιεράτευμα»
Στο χωρίο Α΄ Πέτρ. 2/9, υπάρχει η μοναδική αναφορά της Καινής Διαθήκης στο «βασίλειον ιεράτευμα», δηλ. στην λεγόμενη «γενική Ιερωσύνη». Εκεί ο απ. Πέτρος (πρβλ. Αποκ. 1,6, 5,10), αναφέρεται σε κάποια βασιλική και ιερατική ιδιότητα, που έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Ταυτίζεται, όμως, η αυτή «γενική Ιερωσύνη» με την «ειδική Ιερωσύνη», που συνδέεται με την τέλεση των Μυστηρίων της Εκκλησίας;
Απ' όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα,  φαίνεται ήδη ότι, δεν ταυτίζεται, αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικές πραγματικότητες, που υπάρχουν παράλληλα στην Εκκλησία και η μία δεν αναιρεί την άλλη.
Όσοι χρησιμοποιούν το παραπάνω χωρίο, παραβλέπουν το γεγονός ότι εκεί ο απ. Πέτρος χρησιμοποιεί λόγους της Παλαιάς Διαθήκης και όχι δικούς του. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο χωρίο ΕΞΟΔΟΣ,19/5-6: «υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον», που σημαίνει ότι «γενική Ιερωσύνη» («βασίλειον ιεράτευμα») υπήρχε και στην Π. Διαθήκη. Αυτή, όμως, η Ιερωσύνη δεν ήταν για την προσφορά των θυσιών, για την λατρεία του Θεού, γι' αυτό υπήρχε και η άλλη Ιερωσύνη, η «ειδική», η Ιερωσύνη του Ααρών.
Όπως, λοιπόν, στην Π. Διαθήκη υπήρχε «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη, έτσι και στην Καινή (Εκκλησία) υπάρχει «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μαρτυρίες της Αγ. Γραφής, που παραθέσαμε, αναφέρονται στην «ειδική» Ιερωσύνη και όχι στην «γενική».2  
 17. Εξομολόγηση- Αγία Κοινωνία-Χρίσμα
      Εξομολόγηση
Η εξομολόγηση είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την μετάνοια. Το βάπτισμα όπως και η μετάνοια, αναφέρονται από τον απόστολο Πέτρο στις Πράξεις (2/38,39).
Εκεί αναφέρεται το κήρυγμα τού αποστόλου Πέτρου για το "Πνεύμα τής Επαγγελίας", όταν οι Χριστιανοί το έλαβαν για πρώτη φορά την Πεντηκοστή: "...Μετανοήσατε, και ας βαπτισθεί έκαστος υμών...εις άφεσιν αμαρτιών. Και θέλετε λάβει την δωρεάν τού Αγίου Πνεύματος. Διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας, και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέσηται Κύριος ο Θεός ημών".
Η ιερά εξομολόγηση ήταν πράξη γνωστή στην Παλαιά Διαθήκη (Λευϊτ. ε' 5-6. Αριθ. ε' 5-7. Παροιμ. κη' 13). Γι' αυτό και οι άνθρωποι προσέρχονταν στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, ενώ εκείνος πιστοποιούσε την μετάνοιά τους με το βάπτισμα (Ματθ. γ' 5-6. Μάρκ. α' 4-5).
Η πράξη αυτή συνεχίσθηκε και στην χριστιανική Εκκλησία «πολλοί των πιστευσάντων ήρχοντο εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών και φανερώνοντες τας πράξεις αυτών» (Πράξ. ιθ' 18), με αποτέλεσμα να συγχωρούνται από τους αποστόλους, στους οποίους, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου, είχε δοθεί  η εξουσία αυτή (Ματθ. ιστ' 19. ιη' 18).
Αυτό εκπληρώθηκε μετά την ανάσταση του Χριστoύ. Η συγχώρηση δεν βασιζόταν φυσικά στην δύναμη των απoστόλων, άλλά «εν τω αίματι» του Κυρίου (Ιω. κ' 21-23. Α' Ιω. α' 7).
Ο εξομολόγος χρησιμοποιείται ως όργανο, ως υπηρέτης του Χριστού και οικονόμος των μυστηρίων του Θεού (Α' Κορ. δ' 1. πρβλ Τίτ. α' 7. Α' Ιω. α' 9- β' 2).
Στην αρχαία Εκκλησία η εξομολόγηση γινόταν δημόσια στην ιερή σύναξη των πιστών, όπου βέβαια ήταν και το ιερατείο και ο επίσκοπος, ο οποίος έδινε την άφεση.
«Όλους όσοι μετανοούν τους συγχωρεί ο Κύριος, εάν μετανοήσουν εις ενότητα Θεού και εις συνέδριον επισκόπου»,λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιγνάτιος (Ιγν., Φιλαδ. 8,1).
Η Αποστολική «Διδαχή» προτρέπει: «Εν Εκκλησία εξομολογήση τα παραπτώματά σου, και ού προσελεύση επί προσευχή σου εν συνειδήσει πονηρά, αύτη εστίν η οδός της ζωής» (Διδ. 4,14).
Ο άγιος Κυπριανός τονίζει πως ο αμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στο μυστήριo της θείας ευχαριστίας «δια της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου και του ιερατείου», αφού προηγουμένως εξομολογηθεί (Κυπρ. επιστ. 16,2).    Δεν επιτρέπεται η θεία κοινωνία σε κανένα, «εάν προηγουμένως ο επίσκοπος και το ιερατείο δεν επιθέσουν την χείρα επάνω του» (επιστ. 18,2), η «άφεση», λέγει, που έγινε «δια των ιερέων» είναι «αρεστή στον Κύριο» (De lapsis 29).
Ο Ωριγένης, θεωρεί σαν φυσικό επακόλουθο, «σύμφωνα με την εικόνα εκείνου που έδωσε την ιερωσύνη στην Εκκλησία, να αναδέχονται και οι λειτουργοί και ιερείς της Εκκλησίας τα αμαρτήματα του λαού και μιμούμενοι τον Διδάσκαλο, να παρέχουν στο λαό την άφεση των αμαρτιών» (Ωριγ., Εις Λευϊτ., Όμιλ. ν, 3).
Ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται στην εξομολόγηση κατά την απoστoλική Εκκλησία (Πράξ. ιθ' 18) και συμπεραίνει πως «είναι ανάγκη να εξομολογούμεθα τα αμαρτήματα εις τους εμπεπιστευμένoυς την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού» (Α' Κορ. δ' 1), επειδή και οι πρώτοι Χριστιανoί «εξομολογούντο εις τους απoστόλoυς, οι οποίοι και εβάπτιζον άπαντες» (Μ. Βασιλ, Όροι κατ' επιτ. 288).
Ο άγιος Ιωάννης ο Xρυσόστoμoς αναφέρει για τους ιερείς: «Ενώ κατοικούν και περιφέρονται ακόμη εις την γην, ανέλαβον την διεύθυνσιν ουρανίων υποθέσεων με εξουσίαν που δεν έδωσεν ο Θεός ούτε εις τους αγγέλους, ούτε εις τους αρχαγγέλους.       Δεν είπε πραγματικά προς τους αγγέλους, [όσα δέσετε εις την γην, θα είναι δεμένα και εις τους ουρανούς, και όσα λύσετε εις την γην, θα είναι λυμένα εις τους ουρανούς]... ο δεσμός όμως των ιερέων εγγίζει την ιδίαν την ψυχήν και διαβαίνει προς τους ουρανούς, και όσα ενεργούν κάτω οι ιερείς, τα επικυρώνει άνω ο Θεός. Ο Δεσπότης εγκρίνει την απόφασιν των δούλων. Μήπως δεν τους έδωσεν ολόκληρον την ουράνιον εξουσίαν; Τους είπεν: όποιων τας αμαρτίας κρατήσετε, θα είναι κρατημέναι» (Χρυσ., Περί Ιερωσύνης Λόγος γ' 5).
Θεία Κοινωνία
Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, είναι μυστήριο κατά το οποίο μέσω της αναίμακτης παραστάσεως της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού, συντελείται η ενότητα και η κοινωνία των μελών της εκκλησιαστικής συνάξεως. Στο μυστήριο αυτό, υπάρχει πραγματική παρουσία του Ιησού Χριστού, ο οποίος ως θύμα και θύτης, προσφέρει τω Πατρί το σώμα και το αίμα αυτού, υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, ως ανάμνηση του σταυρικού θανάτου, για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους και εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον.
Το μυστήριο της "Θείας Ευχαριστίας" είναι το μυστήριο το οποίο τρέφει διαρκώς τα μέλη μέχρι την ανάσταση. Έτσι η "Θεία Ευχαριστία", που αποτελεί τον τύπο της θυσίας του Ιησού Χριστού, συντελεί την ίδια την διάσταση του ζωντανού σώματος της εκκλησίας, σε μία εσχατολογική προοπτική. Λειτουργεί ως μέσο αθανασίας και φάρμακο που συμβάλλει στην ενοποίηση και ζωοποίηση των μελών του σώματος καθαιρώντας τις διαβρωτικές επιρροές. Τελικά μέσω της Θείας Κοινωνίας το σώμα της συνάξεως γίνεται ο λαός του Θεού.
Η χαρακτηριστική σημασία μάλιστα του ευχαριστιακού γεγονότος, διαφαίνεται με εμφατικό τρόπο στα λόγια του Κυρίου (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον), όπου ο Κύριος αναφέρει πως όποιος συμμετέχει στο ευχαριστιακό Δείπνο του Κυρίου θα έχει ζωή αιώνιο. Γι’ αυτό, παρατηρείται η διαρκής υπόμνηση του γεγονότος αυτού σε συσχετισμό προς το γεγονός της αναστάσεως. Γι’αυτό και το μυστήριο νοείται λειτουργικά, σε διαστάσεις κοινωνικές, αφού πέραν της ενοποιητικής και αγαπητικής δυνάμεως που παρέχει, τρέφει, οικοδομεί και δίνει κινητήριο δύναμη προς τα έσχατα.
Η "Θεία Ευχαριστία" δεν αποτελεί μία απλή ανάμνηση, όπως ισχυρίζονται οι προτεστάντες, ούτε μία φανταστική αναπαράσταση της θυσίας του Χριστού, αλλά μια πραγματική θυσία. Ταυτόχρονα όμως δεν αποτελεί και μία νέα θυσία, αφού η θυσία του Κυρίου συντελέστηκε "άπαξ δια παντός". Έτσι δεν έχουμε επανάληψη των γεγονότων του Δείπνου, του πάθους, της αναστάσεως, αλλά αυτά καθίστανται παρόντα. Όπως ο P. Evdokimov3 υπομνηματίζει:
"Όλα τα Άγια Δείπνα της εκκλησίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα αιώνιο και μοναδικό δείπνο, το Δείπνο του Χριστού στο Υπερώο. Η ίδια θεία πράξη λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα σε μία συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας, και προσφέρεται πάντοτε με το μυστήριο». Οι πιστοί τελικά μεταλαμβάνοντας των αχράντων μυστηρίων, "ενώνονται με αυτόν μυστικώς καθιστάμενοι κοινωνοί της θείας φύσεως".
Η Θεία Ευχαριστία κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση διατηρεί τρισσόν χαρακτήρα. Την ιλαστήριο φύση, η οποία εξιλεώνει τις ανθρώπινες αμαρτίες, τον ευχαριστιακό χαρακτήρα, δηλαδή την απόδοση ευγνωμοσύνης προς το ζωοδότη, την ικετήριο μορφή, για παροχή ζωής και πνευματικών αγαθών. Η θυσία αυτή προσφέρεται και υπέρ τεθνεώτων, ενώ η ενέργειά της ποτέ δε μπορεί να νοηθεί με μηχανικούς ή μαγικούς τρόπους. Η συνέργεια του ανθρώπου, η θέληση δηλαδή και βούλησή του, συνάμα με την καθαρότητα και την προετοιμασία του, είναι αυτή που αποδίδει καρπούς από το "φρικτό" αυτό μυστήριο.

Σύσταση και αγιογραφική θεμελίωση

Προ του Μυστικού Δείπνου, είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο Κύριος, είχε προειδοποιήσει τους μαθητές του, πως θα παρέδιδε ένα νέο Πάσχα. Η προαναγγελία μάλιστα του γεγονότος αυτού, έγινε μετά το θαύμα της διατροφής των πεντάκις χιλίων.
Αλλά ο Ιησούς στην Καπερναούμ διακηρύσσει εαυτόν ως άρτον ζωής, από τον οποίο οι τρεφόμενοι, ουδέποτε θα πεινάσουν. Ο άρτος είναι η σάρξ του, που θα δοθεί υπέρ του κόσμου:
«ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ο εκ του ουρανού καταβάς… οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀπέθανον· οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ. ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.» (ΙΩΑΝΝ: 6/51-59)
Συνάμα βεβαιώνει πως η σαρξ αυτού αληθώς εστί βρώση, πως η σάρκα του αληθινά είναι τροφή και πως όποιος την γευτεί θα ζει με τον Κύριο ενωμένος, και το αίμα αυτού πόσις :
 "οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα"(6/58),
"ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ". (6/56).
 Χαρακτηριστικό εδώ είναι μάλιστα πως οι μαθητές του Κυρίου θεώρησαν τον λόγο αυτό πολύ σκληρό:
"Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;".
 Αλλά η σύσταση του ιδίου του Μυστήριου υπάρχει και στις τέσσερις περιγραφές των ευαγγελιστών, περιγράφοντας τα γεγονότα του Μυστικού Δείπνου. Σύμφωνα με τον Μάρκο:
"Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου. καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον". (14/22-24).
 Κατά το Ματθαίο:
"᾿Εσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.". (26/26-28)
 Σύμφωνα με τον Λουκά:
"καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον.". (21/17-20).
Ο Απόστολος Παύλος, όχι απλώς τονίζει τα τεκταινόμενα του παραληφθέντος μυστηρίου από της συστάσεώς του κατά το Μυστικό Δείπνο, αλλά θέτει προ των ευθυνών το ποίμνιο σε περίπτωση που μεταλαμβάνει αναξίως:
"ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου. δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου." ( Α΄ΚΟΡΙΝΘ: 11/23-29).
Τέλος χαρακτηριστική είναι η προφητική ρήση του μυστηρίου ήδη, από την Παλαιά Διαθήκη. Μάλιστα είναι γεγονός πως αρκετοί πατέρες της εκκλησίας υπομνηματίζουν το χωρίο αυτό. Έτσι στο βιβλίο του Μαλαχία (1, 11) αναφέρεται:
"διότι ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου καὶ θυσία καθαρά, διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ".

Ιστορική αναδρομή 4

Κατά τα πρώτα αποστολικά χρόνια, η Θεία Ευχαριστία αποτελούσε το κέντρο της λατρευτικής ζωής των Χριστιανών. Με αυτήν συνδέονταν όλες οι άλλες λατρευτικές και πνευματικές εκδηλώσεις της εκκλησίας. Η ευχαριστιακή σύναξη προς "κλάση του άρτου", υπεμφαίνεται στις Πράξεις των Αποστόλων πως ετελείτο καθημερινά (Πράξεις 2,46), ενώ θεωρείται βέβαιο πως τελείτο κάθε Σάββατο βράδυ προς Κυριακή (Πράξεις 20,7), ως ανάμνηση του μεσσιανικού δείπνου του Χριστού. Ταυτιζόταν δε με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και περιείχε σαφή λειτουργική έννοια περιλαμβάνοντας διδαχή, προσευχή, κοινωνία, ευλογία και δείπνο.
Κατά τον Hans Lietzmann,5 πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ του δείπνου που ετελείτο και του μυστηρίου. Έτσι είναι γενικά αποδεκτό πως "δεν είναι δυνατόν να ταυτίσουμε την απλή συνεστίαση προς την "κλάσιν του άρτου" των μαρτυριών των ΠΡΑΞΕΩΝ".
Το πότε λάμβανε χώρα το ευχαριστιακό δείπνο, δηλαδή πριν ή μετά το μυστήριο, δεν υπάρχει κάποια σαφής ένδειξη, αλλά το βέβαιο είναι πως επικράτησε η πρόταξη του μυστηρίου από το Δείπνο. Το Δείπνο αυτό, στην πρωτοχριστιανική εκκλησία δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις αγάπες, οι οποίες κατά βάση μαρτυρούνται το β΄ αιώνα. Περί το 150, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ιουστίνου, το δείπνο είχε αποχωριστεί από το μυστήριο, διατήρησε όμως μερικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως την κλάση του άρτου και την ευλογία του ποτηρίου, δίχως να εννοούνται όμως ως ευχαριστία. Κατά τον 7ο πλέον αιώνα, η κλάσις του άρτου απέκτησε άλλη μορφή, σε ιδιαίτερο τελετουργικό και διατηρώντας το όνομά της (η λεγόμενη αρτοκλασία).
Κατά την αρχαία συνήθεια της πρώτης εκκλησίας η Θεία ευχαριστία ετελείτο σε ιδιωτικές κατοικίες, όπως μαρτυρείται μέσα από την Καινή Διαθήκη (Πράξεις 12,12,17. 21,18 κ.α.). Στο μυστήριο συμμετείχαν κατά βάση τα μέλη της τοπικής εκκλησίας, ενώ σε μερικές περιπτώσεις κυρίως στην Μ. Ασία, επιτρεπόταν και η συμμετοχή εξ εθνών χριστιανών. Ο χρόνος τελέσεώς του ήταν Σάββατο εσπέρας.6  
  Το Κυριακό Δείπνο, αργότερα αποχωρίστηκε από το μυστήριο και καθιερώθηκαν οι αγάπες, λόγω καταχρήσεων που παρατηρήθηκαν. Παραλλήλως με την εσπερινή σύναξη, ετελείτο και την Κυριακή το πρωΐ  μία εωθινή, η οποία όμως δεν περιείχε τέλεση του Μυστηρίου. Αργότερα όμως μεταφέρθηκε η τέλεση κατά την πρωϊνή σύναξη, χωρίς να μπορούμε να εξακριβώσουμε την αφορμή. Πιθανώτερη εκδοχή, θεωρείται ο διωγμός του Πλινίου του νεωτέρου, που είχε όμως τοπική ισχύ, γι’ αυτό ισχυρά ερείσματα βρίσκει και η πιθανότητα να ήταν θέλημα των χριστιανών, ώστε να μην παρατείνεται η ολοτελής νηστεία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Υπεύθυνος για την τέλεση του μυστηρίου ήταν συνήθως ο επίσκοπος, ενώ κάθε ένα μέλος έφερε δικό του ποτήριο με οίνο, το οποίο καθαγιαζόταν για το σκοπό του μυστηρίου.7
Ο μυστηριακός χαρακτήρας της Θείας Ευχαριστίας είναι σαφής και μέσα από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.
Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (περ. + 120) είναι χαρακτηριστικό πως αναφέρει ότι η Θεία Κοινωνία είναι "φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν, αλλά ζην εν Χριστώ Ιησού διαπαντός", ενώ ομολογεί πως "ευχαριστίαν σάρκαν είναι του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ των αμαρτιών παθούσαν, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ έγειρε". (Προς Σμυρνείς, VII,1).
Ο Ιουστίνος (περ. + 150) αναφέρει "Και τροφήν αύτη καλείται παρ ημίν ευχριστία...ου γαρ ως κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν...αλλ' ον τρόπον δια λόγου θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός...εξής αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών...". (A΄ Απολογία, 66).
Ο Ειρηναίος Λουγδούνου αναφέρει συμπληρώνοντας συνάμα: "ως γαρ από της γης άρτος, προσλαβόμενος την επίκλησιν του θεού, ουκέτι κοινός άρτος εστίν, αλλ ευχαρίστία δύο πραγμάτων συνεστηκυία, επιγείου τε και ουρανίου, ούτως και σώματα ημών, μεταλαμβάνοντα της ευχαριστίας, μηκέτι είναι φθαρτά, την ελπίδα της εις αιώνα αναστάσεως έχοντα". (Κατά αιρέσεων,IV, 18).
                                             


Συνεχίζεται




1














Απόσπασμα από το 6ο κεφάλαιο του βιβλίου: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ---- Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, FRANK SCHAEFFER --- Ν. Μ. πρώην Προτεστάντη αιρεσιάρχη, Πηγή:   Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας, ΟΟΔΕ, 15 Μαρτίου 2012---Λοιπή βιβλιογραφία, όπως στον Επίλογο του θέματος.
2 Τι ακριβώς είναι η «γενική Ιερωσύνη»; Ποια ιερατική ιδιότητα έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας;
Το βασικό έργο του Ιερέως είναι να προσφέρει θυσίες στον Θεό. Κάθε Χριστιανός, λοιπόν, που ανήκει στο βασιλικό και ιερατικό γένος («βασίλειον ιεράτευμα»), προσφέρει θυσία στον Θεό ολόκληρο τον εαυτό του, δηλ. το σώμα του, την ψυχή του, τα έργα του, τα πάντα. Και ο Θεός τα ευλογεί αυτά και τα αγιάζει, ώστε ο πιστός να τα απολαμβάνει ευλογημένα και αγιασμένα. Με αυτήν την έννοια, κάθε Χριστιανός γίνεται Ιερέας του εαυτού του. Στην Θ. Λειτουργία ακούμε την προτροπή: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», δηλ. τον εαυτό μας και τους άλλους (όσους εξαρτώνται από μας) και ολόκληρη τη ζωή μας ας την εναποθέσουμε στα χέρια του Χριστού.
Και ο απ. Παύλος λέει χαρακτηριστικά: «παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί,… παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ», δηλ. σάς παρακαλώ, αδελφοί, να προσφέρετε τους εαυτούς σας θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στον Θεό (Ρωμ. 12,1). Αυτή ακριβώς είναι η έννοια της «γενικής Ιερωσύνης». 
3 Paul Evdokimov was a Russian and French theologian, writer, and professor of theology at St. Sergius Institute in Paris. He was an invited observer to the Second Vatican Council.
Paul Evdokimov was born in St. Petersburg, Russia on August 2, 1901, the son of an army officer who was assassinated by one of his soldiers in 1905. He was educated in a military school and served in the cavalry. He began theological studies just prior to the Bolshevik Revolution. Following the revolution, he and his family escaped from Crimea through Constantinople and settled in Paris circa 1923. Evdokimov continued his theological studies at St. Sergius Institute, studying with Fr. Sergius Bulgakov and Nikolai Berdyaev. He was among the founding members of the Russian Christian Student Movement.
During the War, Evdokimov worked with the French Resistance. He reposed in Meudon, France, on September 16, 1970.
4 Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική ιστορία, σελ. 36,37,54,264---- H. Lietzmann, Messe und Herrenmahl, Bonn 1926, 238-263--- Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 102--- Χρ. Ανδρούτσος, Δογματική,σελ.356--- Κυπριανός Καρθαγένης, de laps, 26. Τερτυλλιανός ad uxor II, 5…
5 Hans Lietzmann, (born March 2, 1875, Düsseldorf, Ger.—died June 25, 1942, Locarno, Switz.), German scholar and Lutheran church historian noted for his investigations of Christian origins.
6 Πρέπει να τονιστεί πως, με βάση τον τρόπο αλλαγής της ημέρας, εθεωρείτο ήδη Κυριακή, αφού η αλλαγή της ημέρας για την εποχή γινόταν τις εσπερινές ώρες (μετά την δύση του ηλίου), της προηγούμενης ημέρας.
7 Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και μία ακόμα αρχαία συνήθεια της εκκλησίας. Τα Τίμια Δώρα τηρούμενα στην εκκλησία, αποστέλλονταν από τους διακόνους στα σπίτια των ασθενών και των αιχμαλώτων ή παραλαμβάνονταν από ασκητές ή πιστούς προς ιδιαίτερη μετάληψη και οδοιπορία. Το έθος αυτό μάλιστα, διατηρήθηκε μέχρι και τον 12ο αιώνα. Επίσης τα Τίμια Δώρα προσκυνούνταν υπό τον πιστών, μετά από γονυκλισία, στην διάρκεια της Θείας Λειτουργίας και κατά την είσοδο των προηγιασμένων δώρων. Μια τέτοια προσκύνηση φυσικά ανήκει στον αληθινά παρόντα σωματικώς Ιησού Χριστό, που ευρίσκεται στα Τίμια Δώρα και όχι στην ύλη ή την νοητή παρουσία του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου